Ο καιρός της Φλώρινας

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

O καπετάν Λάκης Νταηλάκης

ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
Λάκης Νταηλάκης
O Βορειοηπειρώτης¹ Οπλαρχηγός
(Από το περιοδικό Μακεδονική Ζωή, έκδ. Απρίλιος 1981)

O Λάκης Νταηλάκης που ήταν ένας απ' τους οπλαρχηγούς της Βόρειας Ηπείρου, προερχόταν από παλαιά αρματολική οικογένεια, της οποίας ο προπάππος του είχε γλυτώσει το χωριό τους απ' τις αρπαχτικές διαθέσεις ενός τρομερού σατραπίσκου, του Σαλή μπέη, απ' το Μπόζιγκραντ.
Γεννήθηκε στο Βερνίκι της Βόρειας Ηπείρου, που είναι ένα απ' τα 14 χωριά, που παραχωρήθηκαν το 1924 στην Αλβανία, ύστερα από απόφαση Επιτροπής από Γάλλους, Άγγλους και Ιταλούς, που είχαν στηριχτεί σε ένα πρωτόκολλο της Φλωρεντίας του 1913.
Το πραγματικό επώνυμο του Λάκη Νταηλάκη ήταν Ντέλιος, ενώ το Νταηλάκης ήταν το ψευδώνυμό του. Ζωηρός στο χαρακτήρα κι εχθρός της αδικίας ο Ντέλιος, βρέθηκε στην ανάγκη σε νεαρή ηλικία, να σκοτώσει τον Τουρκαλβανό Ντεμίρ αγά, στις 21 Μαΐου 1900, γιατί είχε γίνει αληθινή μάστιγα στο Ελληνικό στοιχείο τον χωριού του.
Κι επειδή δεν ήταν εύκολο να φύγει ύστερα απ' τη διάπραξη του φόνου εκείνου, αναγκάστηκε να παρουσιαστεί στις Τουρκικές Αρχές της Κορυτσάς, εκθέτοντας και τους λόγους, που τον ώθησαν να διαπράξει το φονικό. Για την πράξη του όμως εκείνη παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε 15χρονη φυλάκιση. Έλληνες, ευκατάστατοι τότε της Κορυτσάς που παρακολούθησαν τη διεξαγωγή της δίκης, τόσο πολύ συγκινήθηκαν που αφού συγκέντρωσαν χρήματα από ομογενείς τους, έκαμαν αναθεώρηση της δίκης, με αποτέλεσμα να αθωωθεί ο Ντέλιος και να αφεθεί ελεύθερος.
Όταν όμως εκείνος θέλησε να επιστρέψει στο χωριό του, Τουρκαλβανοί που παρακολούθησαν την δίκη κι είδαν πως αθωώθηκε, θέλησαν να στήσουν καρτέρι κι αφού τον πιάσουν, να εκδικηθούν το φόνο του ομοεθνούς τους!
Ωστόσο όμως ο Ντέλιος γλύτωσε, γιατί ένας Έλληνας αμαξηλάτης που ανάλαβε να τον μεταφέρει στο χωριό του, τράβηξε τα παραπετάσματα του αμαξιού τον, για να μη φαίνεται. Κι όσοι από περιέργεια ρωτούσαν τον αμαξηλάτη ποιους μεταφέρει, εκείνος απαντούσε πως μεταφέρει το χαρέμι (φαμίλια) ενός Τούρκου μπέη.
Έτσι, χωρίς να πάθει κακό στη διαδρομή από Κορυτσά μέχρι το χωριό του, ο Ντέλιος έφτασε στο σπίτι τον. Επειδή όμως κινδύνευε η ζωή του απ' τους Τουρκαλβανούς του χωριού του, αναγκάστηκε να φύγει και να ενταχθεί στο ένοπλο Σώμα του καπετάν Κώττα, απ' τη Ρούλια της Φλώρινας και να γίνει πρωτοπαλίκαρό του, παίρνοντας το ψευδώνυμο Νταηλάκης. Οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού του, που είχαν τρομοκρατηθεί από τρεις συμμορίες, δεν έβγαιναν όχι μόνο από τα σπίτια τους, αλλά και απ' το χωριό τους ακόμα, αναθέτοντας έτσι τις εργασίες στις γυναίκες τους.
Θυμωμένος ο Νταηλάκης για το φέρσιμο των ανδρών του χωριού του και θέλοντας από το ένα μέρος να απαλλάξει τις γυναίκες απ' τα ανδρικά καθήκοντα και από τ' άλλο να κάμει τους άνδρες του, να διώξουν το φόβο που τους είχε πιάσει, υποχρέωσε 50 απ' αυτούς να αλωνίσουν μια μέρα αγκάθια με γυμνά πόδια. Αυτό, ανάγκασε τους Έλληνες άνδρες του χωριού, να αναλάβουν τα καθήκοντα των σπιτιών τους, πράμα που ικανοποίησε και τις γυναίκες τους.
Θα παραθέσουμε διάφορα χαρακτηριστικά γεγονότα απ' τη δράση του καπετάν Νταηλάκη κατά Τούρκων και Βουλγάρων, για να καταφανεί η παλληκαριά του! Έτσι αρχικά έβαλε με το νου του, να σκοτώσει το Βούλγαρο Βοεβόδα, Τσακαλάρωφ, γιατί όπως άκουε, έκαμνε μεγάλα κακά στους Ορθόδοξους Έλληνες.
Επειδή όμως η προσπάθεια του Νταηλάκη δεν πέτυχε για την εξόντωση του Τσακαλάρωφ, στράφηκε στις αρχές του 1905 σ' άλλους δύο αρχικομιτατζήδες, τους Κουρσάκωφ και Κλιάτσεφ, που βρίσκονταν στο χωριό Μποχοχώρι.
Φτάνοντας λοιπόν εκεί, αφού έπιασε τους δύο Βουλγάρους σκοπούς τους, κάλεσε τους αρχηγούς τους, να αναμετρηθούν. Κι όταν εκείνοι είδαν πως βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, κάλεσαν το μεγάλο Αλβανιστή, Χουσείν μπέη, θερμό φίλο των Βουλγάρων, να τους βοηθήσει.
O Χουσείν αφού συγκέντρωσε δύναμη από 100 χωρικούς οπλισμένους τους πήρε μαζί του και αφού τέθηκε επί κεφαλής τους, ακολούθησε τον τακτικό στρατό, για να χτυπήσει τον Νταηλάκη.
H Επιτροπή όμως αγώνα της Βίγλιστας, που με ανθρώπους της παρακολουθούσε τις κινήσεις τόσο του τακτικού Τουρκικού στρατού, όσο και του Χουσείν μπέη, έστειλε το Σπύρο Νάστο, έμπιστό της, να ενημερώσει το Νταηλάκη. O Νταηλάκης μόλις ενημερώθηκε, έπιασε 30 ξυλοκόπους Αλβανούς, που δούλευαν στο δάσος που βρισκόταν κι αυτός, τους οποίους και περιόρισε. Κατόπιν έστειλε ένα απ' αυτούς, να πάει στο Χουσείν και να του πει πως αν τυχόν τολμήσει, να τον χτυπήσει με τους ένοπλους χωρικούς που συγκέντρωσε, θα βρεθεί στην ανάγκη να σφάξει όλους τους ομόφυλούς του, που βρίσκονταν στα χέρια του. H ειδοποίηση που ήταν γραφτή, να τι έλεγε: "-Σεις είσθε πολίτες και δεν έχετε δικαίωμα να έρθετε με Τουρκικό στρατό, να μας καταδιώξετε. Επειδή όμως τρέφετε μίσος κατά του Ελληνισμού και ενδιαφέρεσθε για τους Βουλγάρους, έρχεσθε εναντίον μας, να βοηθήσετε αυτούς".
Τέτοια ήταν η απήχηση απ' το περιεχόμενο τον γράμματος του Νταηλάκη, που όχι μόνο οι χωρικοί Αρβανίτες έφυγαν, αλλά κι ο τακτικός στρατός. Κι αφού ο Νταηλάκης έγινε αρχηγός ομάδας ανταρτών, βρέθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1905 στο χωριό του Μοράβα, Χότσιστα, ύστερα από πρόσκληση ενός καλού πατριώτη, απ' τη Ζήτσιστα, του Γιάννη Πετρόπουλου. O Πετρόπουλος τον κάλεσε, να τον συμβουλεύσει, να είναι προσεκτικός, γιατί όπως άκουσε, ο Αλβανιστής Χουσείν μπέης, είχε τάξει πολλά χρήματα σε κείνον που θα πρόδιδε το κρησφύγετό του!
Πράγματι, όταν ο Νταηλάκης βρέθηκε με 5 άνδρες στη Χότσιστα, κυκλώθηκε από μια διλοχία Τουρκικού στρατού, με σκοπό να ερευνηθούν όλα τα σπίτια των Ελλήνων του χωριού. Δύσκολη έγινε τότε η Θέση του Νταηλάκη, γιατί υπήρχε φόβος να πιαστεί, αφού θα βρισκόταν σε σπίτι Έλληνα κατοίκου.
Και σαν είδε έξω από το σπίτι που βρισκόταν, ένα Τούρκο, τον πλησίασε και τον παρακάλεσε να τον δεχτεί στο σπίτι του γιατί όπως είπε, η παραμονή του σ' αυτό ήταν σίγουρη, αφού δεν επρόκειτο οι Τούρκοι να κάμουν έρευνα σ' αυτό, εφ' όσον ανήκε σε Τούρκο.
O Τούρκος, που έφερνε το όνομα Οσμάν, τον δέχτηκε μαζί με τους άνδρες του κι έτσι αποφεύχθηκε η σύγκρουση, γιατί αν γινόταν, θα είχε δυσάρεστα αποτελέσματα όχι μόνο για τους χωρικούς αλλά και για το Νταηλάκη με τους άνδρες του.
Την επόμενη μέρα ο Νταηλάκης με τη βοήθεια του Οσμάν έφυγε με τους άντρες του, ανεβαίνοντας σε γειτονικό βουνό. Επειδή όμως υπήρχε εκεί χιόνι, έφυγε για τη Ζήτσιστα, παραμένοντας στο σπίτι του Πετρόπουλου ένα τριήμερο. Όταν όμως επέστρεψε και πάλι στη Χότσιστα, συγκρούστηκε στο δρόμο με τη Βουλγαρική συμμορία του Γιοβάνωφ, απ' την Αχρίδα, χωρίς δυσάρεστα αποτελέσματα.
Στο Βογατσικό που βρέθηκε αργότερα ο Νταηλάκης, συναντήθηκε με το Βασίλη Αγοραστό, Γραμματέα του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου, με τον οποίο και μίλησε για τον αγώνα.
Παράλληλα όμως βρήκε εκεί και δύο μέλη της επιτροπής του αγώνα του Άργους Ορεστικού, τους Γιάννη Παπαγεωργίου και Γιάννη Βιτσόπουλο, που είχαν φέρει γραπτή διαταγή στο Νταηλάκη, να εξοντώσει ένα φανατικό Βούλγαρο, τον Κοσμά, με άλλους δύο, που ήταν επικίνδυνα όργανα του Βουλγαρικού Κομιτάτου.
Τρία μερόνυχτα καιροφυλάκτησε στα δυτικά της λίμνης Καστοριάς ο Νταηλάκης μέσα σε βάρκα κοντά στο Δισπηλιό, για να τους πιάσει. Δεν πέρασαν όμως απ' εκεί, παρά μόνο Τουρκικά αποσπάσματα, που τ' αντιλήφθηκε μέσα απ' τα πυκνά καλάμια, που τον φύλαγαν.
Μα αν ο Νταηλάκης δεν πέτυχε την εξόντωση των τριών εκείνων οργάνων του Βουλγαρικού Κομιτάτου, την εξόντωσή τους πραγματοποίησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1906 ο καπετάν Σούλιος. Κάποτε ο Νταηλάκης είχε στήσει με τους άντρες του νυχτερινή ενέδρα σε μια Βουλγαρική συμμορία. Ζωηρά γαυγίσματα σκυλιών ματαίωσαν το πέρασμά τους απ' εκεί κι αναγκάστηκαν, να επιστρέψουν στη βάση τους.
O Νταηλάκης αν και έξυπνος ωστόσο όμως κάποτε γελάστηκε και να πως! Βουλγαρική συμμορία που βρέθηκε στο χωριό του, ανάγκασε τρεις συγχωριανούς του, να τον συναντήσουν λέγοντάς του πως τάχα είναι αγανακτισμένοι απ' τους Βουλγάρους και θα πρέπει να πάει να τους κυνηγήσει.
Εκείνος πίστεψε και ξεκίνησε. Αποσπάσματα όμως Τουρκικού στρατού, που είχαν ξεκινήσει απ' τη Βίγλιστα, Κρυσταλλοπηγή και Σφήκα, κύκλωσαν το χωριό. Ευτύχημα για τον Νταηλάκη ήταν το δάσος, που υπήρχε εκεί κοντά, μέσα στο οποίο και γλύτωσε.
Το Δεκέμβρη του 1907 ο Νταηλάκης αιχμαλωτίστηκε απ' τον Τουρκικό στρατό και οδηγήθηκε στις φυλακές του Μοναστηρίου. Με την ανακήρυξη όμως του Τούρκικου Συντάγματος (Ιούλιος 1908) αμνηστεύθηκε και εγκαταστάθηκε στη Βίγλιστα.
Στη Βίγλιστα είχε ιδρυθεί την εποχή εκείνη μία νεοτουρκική λέσχη με την ονομασία "Τζεμιέτ", που εκτός από τους άλλους σκοπούς της, είχε προγραμματίσει και τη δολοφονία του Λάκη Νταηλάκη.
Έτσι, στις 16 Φεβρουαρίου 1909 ο διοικητής της Αστυνομίας Βίγλιστας Λουτφέ μπέης, κάλεσε το Νταηλάκη στο Γραφείο του, λέγοντάς τον πως δύο φορές τη βδομάδα θα πρέπει να δίνει στην Αστυνομία το παρόν.
O Νταηλάκης που θεώρησε παράνομη τη διαταγή του διοικητού της Αστυνομίας, διαμαρτυρήθηκε στον Καϊμακάμη (Έπαρχο), γιατί όπως είπε, για το αδίκημα που καταδικάστηκε, αμνηστεύθηκε.
H επιτροπή αγώνα όμως του Άργους Ορεστικού που έμαθε, τι ζητούσε η Τούρκικη Αστυνομία απ' το Νταηλάκη στη Βίγλιστα, τον ζήτησε στην πόλη τους για καλύτερη ασφάλεια.
Αλλά όπως στη Βίγλιστα, έτσι και στο Άργος Ορεστικό η Τούρκικη Αστυνομία ζήτησε να δίνει το παρόν και σ' αυτή. Μεγάλη μάλιστα φιλοφρόνηση έδειξε σ' αυτόν ο Τούρκος Αστυνόμος του Άργους Ορεστικού, ο οποίος κάμνοντας πως τάχα ενδιαφέρεται για την ασφάλειά του, ρώτησε να μάθει που θα διανυκτερεύσει στο Άργος Ορεστικό, που πήγε για να μείνει.
Τις φιλοφρονήσεις όμως του Τούρκου Αστυνόμου υποψιάστηκε ο Νταηλάκης και δήλωσε πως θα διανυκτερεύσει στο ξενοδοχείο του Φλόκα.
Κι ο Τούρκος Αστυνόμος που ήθελε να εξοντώσει το Νταηλάκη, έστειλε με πολιτική περιβολή το βράδυ της ημέρας εκείνης στο ξενοδοχείο 4 Τούρκους χωροφύλακες, που μιλούσαν και τη Βουλγαρική γλώσσα, και όταν παρουσιάστηκαν σαν πελάτες στο ξενοδοχείο, άρχισαν να περνούν απ' τα δωμάτια, τάχα πως διάλεγαν σε ποιο απ' αυτά να μείνουν, ενώ σκοπός τους ήταν, να βρουν σ' ένα απ' αυτά το Νταηλάκη.
Δεν πέτυχαν όμως στο σκοπό τους, γιατί ο Νταηλάκης νωρίς έφυγε απ' το Άργος και σαν έφτασε στα Ελληνοτουρκικά σύνορα, έγραψε στο μουντίρη (υποέπαρχο) του Άργους Ορεστικού τα παρακάτω: "-Κηρύξατε το Σύνταγμα κι ενώ απ' το ’να μέρος μας δώσατε αμνηστία, απ' τ' άλλο ιδρύσατε το "Τζεμιέτ" για να μας σκοτώνετε. Το πρόγραμμά σας είναι Τούρκικο, βάρβαρο. Το πολύ - πολύ θα σκοτώσετε καμιά πεντάδα από μας όμως όλοι οι άλλοι εμείς θα βγούμε στα βουνά ".
Κι αφού ο Νταηλάκης τόσους αγώνες έκαμε κατά Τούρκων και Βουλγάρων στο Μακεδονικό αγώνα της Δυτικής Μακεδονίας, απ' τον οποίο και επέζησε η μοίρα του φαίνεται φθόνησε τη δόξα του. Έτσι, στις 5 Οκτωβρίου 1941 σκοτώθηκε ανάμεσα στα χωριά Κορομηλιά και Λεύκη της Καστοριάς από Βουλγάρους, που ήταν όργανα του Κάλτσεφ, Βουλγάρου συνδέσμου του Γερμανικού Φρουραρχείου.
Το Βορειοηπειρώτη αυτόν Μακεδονομάχο τίμησε η Καστοριά, στήνοντας την προτομή του στη Θέση "ΜΥΛΟΙ" που βρίσκεται στην είσοδό της απ' τα N.Δ. Παράλληλα όμως τίμησε τη μνήμη του κι ο Κρητικός, Παύλος Γύπαρης, αφιερώνοντας σ' αυτόν τους παρακάτω στίχους:
Λάκης Νταηλάκης έδρασε, δε λύγισε κεφάλι
γιατί δεν τον μαστίγωνε ποτέ τον φόβου η ζάλη.
Με Θάρρος και παλληκαριά ετήρησε τον όρκο
κατ πλήρωσαν οι Βούλγαροι το αίμα τον με τόκο.
Ένας αδελφός του Λάκη, ο Γιάννης στην εποχή της εχθρικής Κατοχής (1941-1944) φυλακίστηκε 8 μήνες απ' τους Ιταλούς. Στις 21 Μαρτίου 1943 σκοτώθηκε απ' τους ΕΛΑΣίτες. Και δεν έφτασε μόνο αυτό το κακό για την οικογένεια του Γιάννη Νταηλάκη. Τη μέρα που ο πατέρας παράδινε την ψυχή του στο Θεό, την ίδια ακριβώς μέρα οι Ιταλοί ντουφέκιζαν και το γιό του Μανώλη, μαθητή του Γυμνασίου, ενώ ένα άλλο γιό του, το Δημήτρη σκότωσαν οι Ελλασίτες στις 15 Αυγούστου 1945, για να ξεκληριστεί έτσι όλη σχεδόν η οικογένεια του αδελφού του Λάκη Νταηλάκη, Γιάννη.

1. Διευκρινίζεται ότι γεννήθηκε στο Βερνίκι Βιγλίστης της επαρχίας Κορυτσάς περιοχή της Μακεδονίας. Συνεπώς είναι Μακεδών και όχι Βορειοηπειρώτης.



Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο "Ο καπετάν Λάκης" του Συλλόγου "Φίλοι Μουσείου Μακεδονικού Αγώνος Νομού Καστοριάς" εκδ. 2000

...
O Λάκης συνέχισε την πατριωτική του δράση και μετά τη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα (1908), οργώνοντας τη Δυτ. Μακεδονία και την περιοχή της Κορυτσάς με το Σώμα του, μετά από οδηγίες των Επαναστατικών Κέντρων των Αθηνών, της Κορυτσάς και τον Μοναστηρίου, από το 1909 ως το 1912.
Το 1940 κι ενώ βρισκόταν στην προχωρημένη ηλικία των 60 χρόνων, πρόσφερε και πάλι τις υπηρεσίες του υπηρετώντας στο Στρατηγείο της ΙΧ Μεραρχίας.
Το 1924, όταν το χωριό Βερνίκι παραχωρήθηκε με τα δεκατέσσερα χωριά στην Αλβανία, ο Λάκης με τον αδελφό του Γιάννη, Ο οποίος για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ήταν υπαρχηγός τον, εγκαταστάθηκαν στην Κορομηλιά Καστοριάς. H υπηρεσία εποικισμού τους παραχώρησε το σχετικό αγροτικό Κλήρο.
Όταν οι Γερματοϊταλοί υποδούλωσαν την Ελλάδα, πολλοί συμβούλεψαν τα δύο αδέλφια να φύγουν στην Αθήνα, επειδή εμφανίστηκε στην περιοχή η βουλγαρική οργάνωση "ΟΧΡΑΝΑ", η οποία είχε ως πρώτο στόχο την εξόντωση των Μακεδονομάχων. Τα δύο αδέλφια όμως θεώρησαν ντροπή να εγκαταλείψουν την επαρχία σε εποχή κρίσιμη, όπου οι Βούλγαροι εκτραχηλισμένοι, πολλαπλασίαζαν χωρίς αρχή και τέλος τις προκλήσεις και τις αυθάδειές τους, κι είχαν σκοπό τους να ιδρύσουν και πάλι εθνικές ομάδες. Δυστυχώς τα σχέδιά τους έμειναν απραγματοποίητα, γιατί δολοφονήθηκαν από τους εχθρούς της Πατρίδας, όπως περιγράφεται παρακάτω:
Στις 5 Οκτωβρίου του 1941, ο Λάκης Νταηλάκης δολοφονήθηκε μεταξύ Κορομηλιάς και Λεύκης Καστοριάς, από βουλγαρική ομάδα, την οποία είχε οργανώσει το Κομιτάτο της Σόφιας κι ο ξακουστός για τη δράση του στο ΕΑΜ - ΣΝΟΦ Τερπόφσκι ή Ζησιάδης από το Δενδροχώρι (ηγετικό στέλεχος των Βουλγάρων και K.K.E., στενός συνεργάτης του υπολοχαγού του Βουλγαρικού Στρατού Κάλτσεφ¹ ). O αδελφός του Γιάννης είχε φυλακιστεί στην Αθήνα 8 μήνες από τους Ιταλούς, στους οποίους τον είχε καταδώσει η "ΟΧΡΑΝΑ".
Την 21η Μαρτίου του 1943, ο Γιάννης Νταηλάκης, αμέσως μόλις αφέθηκε από τις φυλακές, σφάζεται με τον αγριότερο τρόπο στη Λάγκα Καστοριάς από τμήμα του ΕΛΑΣ - ΣΝΟΦ με αρχηγό πάλι τον περιβόητο Τερπόφσκι, αρχηγό της ΣΝΟΦ και θερμό στέλεχος τον ΕΛΑΣ.
Αυτόπτες μάρτυρες διηγούνται πως, την ώρα που τον χτυπούσαν με πέτρες, ξύλα και μαχαίρια, Ο Γιάννης Νταηλάκης, φώναξε στους δήμιους:
“-Βαράτε σκυλιά. H Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. θα τα πληρώσετε μια μέρα ".
Την ίδια μέρα, στην Καστοριά, οι Ιταλοί, μετά από σύσταση των Βουλγαροκομιτατζήδων (ΟΧΡΑΝΑ), τουφεκίζουν το γιο του Εμμανουήλ Νταηλάκη, μαθητή τον γυμνασίου. (Καταφαίνεται πλήρως η συνεργασία ΣΝΟΦ και Βουλγαροκομιτατζήδων).
Στις 15 Αυγούστου 1943 συλλαμβάνεται από τμήματα τον ΕΛΑΣ - ΣΝΟΦ, ο δεύτερος και τελευταίος γιος τον Γιάννη Νταηλάκη Δημήτριος. Δοκιμάζει την ίδια φριχτή τύχη με τον πατέρα του και δείχνει στωικό ηρωισμό, ίδιο μ' εκείνον του πατέρα του.
Η χήρα του Ιωάννη Νταηλάκη πεθαίνει λίγο αργότερα από κακώσεις και κακουχίες. Η οικογένεια ολάκερη μαρτύρησε.
Αυτό είναι το φρικτό τέλος της ηρωικής οικογένειας Λάκη και Γιάννη Νταηλάκη.

Ο καπετάν Λάκης Νταηλάκης (καθιστός, τρίτος από δεξιά)
 με το σώμα του.

Από τη μεγάλη αυτή και ηρωική οικογένεια σώθηκαν η χήρα του Νικολάου (Λάκη) Νταηλάκη, η οποία κατόρθωσε να ξεφύγει και να κρυφτεί στην Καστοριά και τα τρία παιδιά του καπετάν Λάκη, ο Ευστράτιος, η Θωμαή και η Αντωνία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο γιος του, Ευστράτιος, το 1943 κι ενώ ήταν μαθητής γυμνασίου, πιάστηκε από τους Βουλγαροκομιτατζήδες, μαζί με τον ξάδελφό του Εμμανουήλ Νταηλάκη, αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει και στη συνέχεια, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, κατάφερε να φτάσει στην Ήπειρο, όπου κατατάχθηκε στις Εθνικές Ομάδες του Ναπ. Ζέρβα και υπηρέτησε μέχρι το τέλος με τον απονεμηθέντα βαθμό τον εφ. Ανθυπολοχαγού.
Στις 27-8-1960, προς τιμήν του Μακεδονομάχου Οπλαρχηγού Α' τάξεως Λάκη Νταηλάκη στήθηκε προτομή του στην είσοδο της πόλης της Καστοριάς.

1. Γνωστός από τη δίκη Ραβάλη - Κάλτσεφ, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ήταν ιδρυτής της ΟΧΡΑΝΑ (= προσωπική τον αστυνομία) και των Ομάδων (Γκρούπες) Βουλγαροκομιτατζήδων συνεργατών των Ιταλογερμανών, με κύρια αποστολή την εξόντωση των Μακεδονομάχων.


ΛΑΚΗΣ ΝΤΑΗΛΑΚΗΣ
(Από το βιβλίο “Δάφνες της Μακεδονίας”, εκδ. 1969, Νανάς Π. Κοντού).

 Ήρωα αρχηγέ μπήκες στον αγώνα εικοσάχρονο παιδί
 φυλακίστηκες για τον θάνατο τον τύραννου Ντεμίρ - Αγά.
Αγωνιζόσουνα για τα μεγάλα σύμβολα της φυλής
με πίστη και αυτοθυσία στο θλιμμένο
Βερνίκι και στη Βίγλιστα.

Τα βογγητά των σκλαβωμένων σου έγιναν σκαλί
 δύναμης, θεμέλιωσαν Ναό αόρατο στην ψυχή σου
που σ' οδήγησε να δεις φανερά τη δολοφονική
μάσκα των Βουλγάρων, Αλβανών και Ρουμάνων.

Κληρονόμησες την ανδρεία τον πάππου σου αρματολού,
 ο καυτός αγέρας του μίσους των εχθρών σ' έφερε ήρωα
πολεμιστή στο πλευρό του Κώτα κι αργότερα στο σώμα σου,
παλεύοντας στο καμίνι της σκλαβιάς η ψυχή σου
στην Καστοριά, Ζαγορίτσιανη και στο ηρωικό Αργος Ορεστικό...

 
Γλύτωσες τις ενέδρες των Βοεβόδων Κλάσιεφ και Τσακαλάρωφ
όχι όμως του ληστή Ρουμάνου Κατσάμακα που σε φυλάκισε.
Ελευθερώθηκες το 1908 με το Νεοτουρκικό Σύνταγμα.
Βάδιζες στη θρυλική πορεία, έμελε το ηρωικό σου σώμα
ν' αγκαλιάσει το ελεύθερο χώμα της Μακεδονίας με αγάπη...
 

1941 οι Βούλγαροι σε δολοφόνησαν,
πέθανες ευτυχισμένος αφού το στεφάνι του αγώνα σου
στεφάνωσε τη Νίκη της Ελλάδας.
Γενναίε Μακεδονομάχε η οικογένειά σου
σωστή εκατόμβη στον αγώνα!

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Η Βοσκοπούλα. Δημοτικό τραγούδι

Η Βοσκοπούλα

Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μια ζηλεμένη κόρη
μα την αγάπησα πολύ
κι ήμουν αλάλητο πουλί
κι ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.

Μια μέρα που καθόμασταν
στα χόρτα τ' ανθισμένα
Μαριώ της λέω σ' αγαπώ,
μα ντρέπομαι να σου το πω
μα ντρέπομαι να σου το πω,
τρελαίνομαι για σένα.

Από τη μέση μ' άρπαξε,
με φίλησε στο στόμα
και μου 'πε μ' αναστεναγμό,
για της αγάπης τον καημό
για της αγάπης τον καημό,
είσαι μικρός ακόμα.
.......

Μεγάλωσα και τη ζητώ,
μα ήταν αλλού η καρδιά της
μα εγώ ποτέ μου δεν ξεχνώ,
το γλυκοφίλημά της
μα εγώ ποτέ μου δεν ξεχνώ
το γλυκοφίλημά της.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ σε στιγμές περηφάνιας και ΛΕΒΕΝΤΙΑΣ

Ολοκληρώθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία το Παμμακεδονικό Αντάμωμα Συλλόγων στη Σιταριά Φλώρινας, την Παρασκευή και το Σάββατο 8 και 9 Ιουλίου, που διοργανώθηκε από τους Νέους Ορίζοντες. 400 χορευτές γέμισαν με την ζωντάνια τους και την ομορφιά τους , τους δρόμους και την πλατεία του χωριού, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις στους πάμπολλους επισκέπτες από όλη την περιοχή.
Οι νέοι της Μακεδονίας ξέρουν ότι Μακεδονία=Ελλάδα και είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό!


Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Παμμακεδονικό Αντάμωμα Συλλόγων στη Σιταριά Φλώρινας

Ολοκληρώθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία το Παμμακεδονικό Αντάμωμα Συλλόγων που έγινε στη Σιταριά Φλώρινας, την Παρασκευή και το Σάββατο 8 και 9 Ιουλίου και διοργανώθηκε από τους Νέους Ορίζοντες.  400 χορευτές γέμισαν με την ζωντάνια τους και την ομορφιά τους, τους  δρόμους και την πλατεία του χωριού, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις στους πάμπολλους επισκέπτες από όλη την περιοχή. Μετά το πέρας του ανταμώματος η βραδιά συνεχίστηκε με παραδοσιακό γλέντι  με την ορχήστρα “ΤΟΠΙΚΟΣ ΗΧΟΣ”. Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στους Νέους Ορίζοντας για την όμορφη εκδήλωση που διοργάνωσαν και που ευελπιστούμε να γίνει δεσμός στην περιοχή.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ ΑΡΑΠΑΚΗΣ, ΑΡΧΗΓΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε το 1883, στην περιοχή Ανωπόλη Χανίων - Κρήτης. Οπλίτης στο σώμα του Καούδη, στην περιοχή Φλώρινας και Καστοριάς και στο σώ­μα του Παύλου Μελά μαζί με άλλους Κρητικούς. Το 1904 η παρουσία του ι­σχυρότατου σώματος του Μελά είχε προκαλέσει κλίμα τρόμου στις τάξεις των βουλγαρικών ομάδων. Το Φεβρουάριο του 1905 αναχώρησε για την Αθήνα, για να επιστρέψει λίγο αργότερα. Παρά τις δυσμενείς καιρικές συν­θήκες του 1905 και τις σημαντικές ελλείψεις που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες αντάρτες συνέχιζαν με ακαταπόνητο ζήλο την δράση τους, η οποία κορυ­φώθηκε στα τέλη του Μαρτίου με την φοβερή επιχείρηση της Ζαγορίτσανης (Βασιλειάδα Καστοριάς), όπου αιφνιδίασαν τους Βουλγάρους προκαλώντας τεράστιες απώλειες. Ένας από τους πρωταγωνιστές της επιχείρησης και ο Ιωάννης Καραβίτης, ο οποίος στη συνέχεια προωθήθηκε ως αυτόνομος ο­πλαρχηγός στην περιοχή Μοριχόβου, όπου κατάφερε σημαντικά πλήγματα σε ανοιχτές αναμετρήσεις με βουλγαρικές συμμορίες. Τον Ιούλιο του 1905 μαζί με το σώμα Μακρή εκτέλεσαν 17 εξαρχικούς στο χωριό Κλαδοράχη, γε­γονός που προκάλεσε προστριβές με το Προξενείο Μοναστηρίου και καθο­δήγησε τελικά στην προσωρινή απομάκρυνσή του από την Μακεδονία. Επανήλθε στη Μακεδονία και στο Μορίχοβο τον Ιούλιο του 1906 και μαζί με άλ­λους γενναίους και παράτολμους Κρητικούς ενσάρκωσαν την εμπροσθοφυ­λακή της Ελληνικής Αντίστασης στο Βόρειο Μακεδονικό χώρο. Από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι μετακινούνταν ακατάπαυστα, για να αποφεύ­γουν τα χτυπήματα του εχθρού και να τον αιφνιδιάζουν. Λίγες μέρες μάλι­στα μετά την επιστροφή του στη Μακεδονία επιτέθηκε με το σώμα του Νι­κολούδη εναντίον της Κέλλης. Πέρασε το χειμώνα του 1906 -1907 στη Μα­κεδονία, συνεργαζόμενος με τον Βάρδα, για να επιστρέφει στην Αθήνα το Μάρτιο του 1907. Τον Νοέμβριο επανεμφανίστηκε στην περιοχή Περιστερί­ου και αργότερα (Μάρτιος 1908) στο Μορίχοβο, όπου πέτυχαν μαζί με άλ­λες ομάδες της περιοχής ν' αποδυναμώσουν και να εξουδετερώσουν τους βουλγαρικούς πυρήνες σε διάφορα χωριά του βόρειου τμήματος του. Στο Μορίχοβο παρέμεινε ως γενικός διοικητής μέχρι το Νεοτουρκικό Κίνημα του 1908. Λίγες μέρες νωρίτερα (8-7) κατανίκησε ενωμένες βουλγαρικές συμμο­ρίες στην μάχη της Πιπερίτσας. Το Νοέμβριο του 1908 αναχώρησε με το Βο­λάνη με το ατμόπλοιο "Θεσσαλία", με προορισμό την Μακεδονία. Το καλο­καίρι του 1909 αναφέρουν, τουρκικές εκθέσεις, εισβάλλει με αντάρτες στη Μακεδονία και στις αρχές του Οκτωβρίου του 1912 έδρασε και πάλι στο χώρο της Δυτικής Μακεδονίας με άλλους Κρητικούς οπλαρχηγούς, (Γεώρ­γιος Δικώνυμος Μακρής, Ευθύμιος Καούδης, Ηλίας Δεληγιαννάκης). Πολέμη­σε και για την ανεξαρτησία της Β. Ηπείρου το 1914. Πέθανε στην Αθήνα την 29-10-1949 και κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Έξι μήνες πριν το θάνατό του εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων μάθημα ανορθόδοξου πολέμου, με τίτλο: "Τακτική Καραβίτη".


Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ Α ΤΑΞΕΩΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε στο Μοναστήρι. Μικρός ακόμα ακούγοντας τα λόγια των μεγαλυτέρων με το αδάμαστο ελληνικό φρόνημα αποφάσισε να προσφέρει τη ζωή του στον αγώνα. Κι έτσι βρέθηκε ο πρώτος εκδικητής του Μοναστηρίου. Τα βιβλία που μιλούν γι° αυτόν αναφέρουν καθημερινά επεισόδια αυταπάρνησης και ηρωισμού, τις περισσότερες φορές μέσα στις φωλιές των Βουλγάρων και μέσα σε στρατοκρατούμενες περιοχές, πρόσφεραν πολλά σ' εκείνο το μεγάλο και ωραίο αγώνα. Η τόλμη του, που έφτανε στα όρια της παραφροσύνης, η περιφρόνηση προς τους φονιάδες, η όρθια και φανερή στάση διέγραφαν αδρά την προσωπικότητα του Μακεδονομάχου. Το 1904 ανήκε στο σώμα του Κώττα και το 1905 εντάχθηκε στο σώμα του Καραβίτη και τον Ιούλιο του ιδίου χρόνου σημείωσαν μεγάλη νίκη στη Κλαδοράχη της Φλώρινας, καταφέρνοντας να διαλύσουν το σώμα του βοεβόδα Ναούμ. Αργότερα πέρασε στο σώμα του Ρουπακά. Ελαβε μέρος σε σύγκρουση με συμμορία Τουρκαλβανών κοντά στη Δόιρδα της Βορείου Ηπείρου και στη μάχη της Φτελιάς Καστοριάς, όπου εξοντώθηκε ο κομιτατζής Κορσατώφ. Στα 1907 χωρίστηκε από το σώμα του Ρουπακά για να συνεχίσει τον αγώνα με το δικό του σώμα στην περιοχή Μοναστηρίου. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ιδίου χρόνου μαζί με τον Παύλο Γύπαρη οργάνωσαν συντονισμένη επίθεση στο Σμάρδεσι (Κρυσταλοπηγή) και πέτυχαν να κυκλώσουν τους κομιτατζήδες. Παρόλη την αμείλικτη τουρκική καταδίωξη, που άρχισε τα τέλη του 1906 αλλά και την οικονομική εξάντληση του χριστιανικού στοιχείου του Μακεδονικού χώρου, οι ελληνικοί αιφνιδιασμοί συνεχίστηκαν και επεκτάθηκαν. Στο Μορίχοβο οι οπλαρχηγοί Καραβίτης, Νικολούδης, Ζώης, Βολάνης κ.α. μαζί με τον Καπετάν Στέφο συγκροτούσαν τα ισχυρότερα ερείσματα της ένοπλης ελληνικής αντίστασης. Στον πόλεμο του 1912 πολέμησε ως επικεφαλής προσκόπων - όπως αποκλήθηκαν οι Μακεδονομάχο! για να πολεμήσουν στα μετώπισθεν του εχθρού - κι απελευθέρωσε εν ονόματι της Ελλάδας τα χωριά Αναρράχη, Εμπόριο της Πτολεμαΐδας, υψώνοντας παντού την Ελληνική σημαία. Μετά την απελευθέρωση, εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα. Το Φεβρουάριο του 1914 ξεκίνησε απ' τη Φλώρινα με 40 άντρες για τη Βόρεια 'Ηπειρο. Τον είχε καλέσει για βοήθεια η "Προσωρινή Επιτροπή". Εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Γιαννοχώρι και κατόρθωσε να ξεσπιτώσει όλα τα χωριά του ανατολικού Γράμμου. Στο μεσοπόλεμο έδρασε και πάλι ως αρχηγός ένοπλης ομάδας εναντίον των κομιτατζήδικων ομάδων που εισέβαλαν στη Δυτική Μακεδονία. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο διακρίθηκαν μαζί με το γιο του Επαμεινώνδα στη μάχη Φαρδυκάμπου Σιατίστης. Στην κατοχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. O Καπετάν Στέφος, βλέποντας την επιρροή των κομιτατζήδων πήρε το γιό του Επαμεινώνδα Γρηγορίου, ένα αγγελόμορφο παλικάρι, τεταρτοετή της Σχολής Ευελπίδων και φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 4-5 ενωματάρχες και τον αεροπόρο Καντύλη και τράβηξε για τη γνώριμη του Βλάστη. Εκεί συνάντησε άντρες του ΕΜΑΣ και τους παρέδωσε με όλη του την καρδιά, όπως είπε, το γιό του Επαμεινώνδα. Κατατάχτηκαν όλοι που τον ακολουθούσαν. O ίδιος δεν μπορούσε πια, γιατί τα χρόνια είχαν περάσει. Στις 24 Μαϊου 1943 τον κάλεσαν οι "νέοι αντάρτες" για σύσκεψη στο Σισάνι Βόιου και τον δέχτηκαν με πολλές τιμές κα περιποιήσεις. Την άλλη μέρα τον σκότωσαν με πέτρες και ξύλα. Στους κατάπληκτους χωρικούς, που άρχισαν να διαμαρτύρονται, είπαν ότι κατάδωσε τον Μόδη στους Γερμανούς. Την ίδια μέρα κατέσφαξαν και τον γιό του. Η ζωή του Στέφανου είχε δεθεί άρρηκτα με τη μακεδονική ιστορία του αιώνα μας. Υπήρξε πολυτάραχη και μαρτυρική, ηρωϊκή και τραγική. Έτσι όπως γράφτηκε από αιώνες η μοίρα της Μακεδονίας μας.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΖΩΗΣ. ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ Β' ΤΑΞΕΩΣ – ΙΔΙΩΤΗΣ


Γεννήθηκε στο Μοναστήρι το 1869. Σύστησε σώμα από ντόπιους αντάρτες με δικαιοδοσία στην περιοχή Μοριχόβου και Κέλλης Φλώρινας το Σεπτέμβριο του 1904. Ήταν ο πρώτος καπετάνιος, που φάνηκε και σχημάτισε μία μικρή ένοπλη ομάδα προστασίας στην περιοχή και είχε εμπνεύσει απαράμιλλο θάρρος στους κατοίκους της περιοχής, που αν και μιλούσαν το γνωστό σλαβόμορφο ιδίωμα δεν υπήρχαν καλύτεροι Έλληνες από αυτούς. Την άνοιξη του 1905 ήρθαν ο Χρ. Τσολοκόπουλος (Καπετάν Ρέμπελος) και ο Καπετάν Φωτάκης και ένωσαν τις δυνάμεις τους. Ήταν στο Μορίχοβο, και ως το 1904 ο Κώττας στα Κορέστια. Στα 1907 ήταν οπλαρχηγός του σώματος του Μήτσου Γκούρα. Στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο καταδίωξε τον Τούρκο λήσταρχο Αρίφ και μπήκε στη Σιάτιστα προπομπός του Ελληνικού στρατού. Το 1912 ο Αντώνιος Ζώης με το σώμα του έστησε την Ελληνική σημαία στο Μορίχοβο και το απελευθέρωσε εν ονόματι της Ελλάδας. Μαζί του και ο Τσίτσιος και ο Μπραγιάννης. Αναγκάστηκαν και οι Σέρβοι να παραδεχτούν την ελληνική κυριαρχία. Τα άτυχα όμως χωριά του Μοριχόβου ανταλλάχτηκαν το 1913 με άλλα του κάμπου της Φλώρινας, που είχαν καταλάβει οι Σέρβοι. Ήταν ο καλός παιδονόμος των μαθητών στην δεκαετία του. O Αντώνιος Ζώης αυτοκτόνησε σε ηλικία 72 ετών, όταν είδε τα γερμανικά άρματα να γεμίζουν τον τόπο, στο χωριό Φλάμπουρο Φλώρινας, τον Απρίλιο του 1941.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Σύντομο χρονικό της ιστορικής πορείας της τοπικής παιδείας με κεντρικό άξονα το Δημοτικό Σχολείο Αρμενοχωρίου Φλώρινας.

Μέχρι το 1912 η λειτουργία του σχολείου βρισκόταν στη σκιά. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν κανονικά σχολεία. Οι δάσκαλοι είχαν περιορισμένη γενική εκπαίδευση, τους έλειπε και η στοιχειώδης παιδαγωγική κατάρτιση. Τα κορίτσια δεν φοιτούσαν στο σχολείο. Από τα αγόρια φοιτούσαν μόνο εκείνα των οποίων οι γονείς έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα παιδιά τα χρειάζονταν οι γονείς συνήθως για τις γεωργικές εργασίες. Κανονικά μόνο στη διάρκεια του χειμώνα έμεναν μερικά παιδιά ελεύθερα για το σχολείο. Για το λόγο αυτό το σχολείο λειτουργούσε λίγους μήνες μόνο τον χειμώνα, συνήθως από το Νοέμβριο μέχρι τα τέλη Μαρτίου. Μετά την απελευθέρωση, από το 1912 και έπειτα, αρχίζει να παρατηρείται αισθητή βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας του σχολείου. Ο δάσκαλος τώρα πληρώνεται από το Κράτος, το οποίο έχει αναλάβει και την ευθύνη για την οργάνωση και λειτουργία των σχολείων και την εκπαίδευση των δασκάλων. Με την πάροδο του χρόνου γίνεται υποχρεωτική η φοίτηση για όλα τα παιδιά ηλικίας 6 έως 14 χρόνων. Έτσι άρχιζε σιγά - σιγά να γίνεται δεκτή η άποψη ότι οι σχολικές γνώσεις μπορούσαν να βοηθούν τους μαθητές να ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις της ζωής. Το ενδιαφέρον όμως της πλειονότητας των γονέων για την εκπαίδευση των παιδιών τους παρέμενε για πολλά χρόνια περιορισμένο. Κατά τη γνώμη τους τα παιδιά Θα έπρεπε να βοηθούν σε όλες τις εργασίες του σπιτιού. Γι' αυτό και πολλοί Θεωρούσαν τη φοίτηση στο σχολείο ως απώλεια χρόνου εργασίας. Για πολλές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση η έννοια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης συνέχιζε να αποτελεί πρόβλημα, το οποίο ήταν εμπόδιο σοβαρό για την κανονική λειτουργία των σχολείων.
Η ιστορία του Δημοτικού Σχολείου Αρμενοχωρίου αρχίζει αρκετά χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Μακεδονίας και συγκεκριμένα από το 1880. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέχονται σε χειρόγραφο κείμενο που συντάχθηκε το 1945 από τους δασκάλους του σχολείου Παναγιώτη Ρόσιο, Ιωάννη Κίττο, Όλγα Παπαδοπούλου και Αγγέλα Κριμίζογλου με τον τίτλο Ιστορία του Αρμενοχωρίου (4 -12 -1945). Στο κείμενο αυτό αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα ότι « η λειτουργία των ελληνικών σχολείων ανάγεται εις πολλά έτη προ της απελευθερώσεως της Μακεδονίας. Εις τα Σχολεία ταύτα εδιδάσκοντο μόνον η Γραφή και η ανάγνωσις των Ελληνικών Γραμμάτων... Διδάσκαλοι διδάξαντες προ του 1912 εις τα σχολεία ταύτα.» ήσαν οι παρακάτω:

1. Πανόφτσης Στογιάννης, από την Ιτιά..........................1880 -1885

2. Παπαϊωάννης Πρόϊτσης, από το Αρμενοχώρι,...........1885 -1890

3. Ηλίας Γρουϊος, από το Αρμενοχώρι............................1890 -1892

4. Αθανάσιος Γιαννόπουλος, από το Μεσονήσι...........1892 -1893

5. Παπαδημήτριος Σταμπουλής, από τη Σκοπιά...........1893 -1895

6. Ιωάννης Ανδρέου, από τα Άλωνα...............................1896 -1900

7. Πέτρος Χρίστου, από την Αγία Παρασκευή................1900 -1902

8. Ιωάννης Θεοδοσίου από τη Φλώρινα.........................1902 -1904

9. Δύο διδάσκαλοι από τους Πύργους Πτολεμαΐδας ...1904 -1910

10. Πέτρος Βασιλείου από το Μοναστήρι.......................1910 -1912

Ως διδακτήριο για το ελληνικό σχολείο χρησιμοποιήθηκε κτίρια, το οποίο είχε κτιστεί με έξοδα της Εκκλησίας του χωριού. Το σημερινό Δημοτικό Σχολείο ιδρύθηκε το 1913. Το κανονικό διδακτήριο, όπως αναφέρεται σε επίσημο έγγραφο του Εποικισμού Φλωρίνης, «εκτίσθη υπό της Κοινότητος άνευ ουδεμιάς κρατικής αρωγής το 1924», με εισφορές και προσωπική εργασία των κατοίκων και εξυπηρέτησε τις ανάγκες του σχολείου για τριάντα και πλέον χρόνια. Στις αρχές, όταν ο αριθμός των μαθητών δεν ήταν πολύ μεγάλος, οι διαθέσιμοι χώροι του κτιρίου εξυπηρετούσαν κανονικά τις λειτουργικές ανάγκες του σχολείου. Αργότερα, όταν ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε και οι χώροι δεν επαρκούσαν χτίστηκε (1957 - 1961), με εισφορές των κατοίκων και με την ενίσχυση εκ μέρους του Κράτους σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από την Κοινότητα, το σημερινό διδακτήριο. Την ίδια εποχή χτίστηκε, στον ίδιο αύλειο χώρο και το κτίριο του Νηπιαγωγείου, στο οποίο στεγάζεται σήμερα το διθέσιο Νηπιαγωγείο Αρμενοχωρίου.
Στην πορεία του χρόνου, σε καιρούς ειρηνικούς και μέσα στη δίνη των πολεμικών γεγονότων που έπληξαν κατά καιρούς τη χώρα μας, η λειτουργία ταυ σχολείου συνεχιζόταν χωρίς μεγάλες διακοπές. Σε όλο αυτό το διάστημα το σχολείο λειτούργησε ως παράγων μόρφωσης και πολιτισμού και συνετέλεσε πολύ Θετικά στην πρόοδο και την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των κατοίκων. Χάρη στη λειτουργία του σχολείου περιορίστηκε στο ελάχιστο ο αριθμός των αναλφαβήτων κατοίκων του χωριού. Το ποσοστό των αναλφαβήτων, ενώ το 1922 ήταν πάνω από 60%, σήμερα έπαυσε να αποτελεί πλέον πρόβλημα σοβαρό. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι εδώ και αρκετά χρόνια όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, αφού ολοκληρώσουν τη φοίτησή τους στο Δημοτικό Σχολείο, εγγράφονται στο Γυμνάσιο και μετά συνεχίζουν, οι περισσότεροι στο Λύκειο με σκοπό την εισαγωγή τους σε Ανώτατες Σχολές.. ενώ άλλοι κατευθύνονται προς την Επαγγελματική Εκπαίδευση. Επιβεβαίωση απτή της συμβολής του σχολείου στην μορφωτική ανάπτυξη των κατοίκων γενικά του χωριού αποτελεί ο μεγάλος σχετικά αριθμός των πτυχιούχων διαφόρων πανεπιστημιακών Σχολών.
Το σχολείο σήμερα λειτουργεί ως 6/Θέσιο με 80 μαθητές. Παράλληλα με τη λειτουργία του ημερήσιου Δημοτικού Σχολείου και με σκοπό την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των μαθητών λειτουργεί κανονικά και με επιτυχία το Ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο. Το σημερινό διδακτήριο του σχολείου, με έξι μεγάλες αίθουσες και δύο χώρους για γραφεία, καλύπτει τις ανάγκες ενός εξαθέσιου Δημοτικού Σχολείου. Εξαιτίας των βλαβών που είχαν προκληθεί από την πολύχρονη χρήση, άρχισαν τον περασμένο Οκτώβριο και συνεχίζονται συστηματικές επισκευαστικές εργασίες, οι οποίες υπολογίζεται ότι θα έχουν αποπερατωθεί πριν από την έναρξη των διακοπών για τα Χριστούγεννα. Ύστερα από δίμηνη ταλαιπωρία εξαιτίας της υποχρεωτικής μεταστέγασης σε άλλους χώρους, μετά τις διακοπές, μαθητές και δάσκαλοι θα έχουν πόλιν την ευκαιρία και τη χαρά να συνεχίσουν τα μαθήματα στους χώρους του ανακαινισμένου διδακτηρίου.
Κλείνοντας την αναφορά μας αυτή αποδίδομε τιμή και ευγνωμοσύνη προς τους δασκάλους, τις δασκάλες και τις νηπιαγωγούς που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην αγωγή και εκπαίδευση των νηπίων και των μαθητών του χωριού μας και προς όλους τους συγχωριανούς μας, που με την ηθική υποστήριξη και την υλική τους βοήθεια συνέβαλαν αποτελεσματικά στην ομαλή λειτουργία του σχολείου.

Το κείμενο προέρχεται από το Ημερολόγιο 2010 του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρμενοχωρίου.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΟΥΛΙΟΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε στην Κορυτσά - συνοικία τσιφλίκι - όπου ζούνε συγγενείς του. Πέθανε στο χωριό Μαρίνα - Φλώρινας, σε καλύβα από πείνα και τον έθαψε ο Αλέξης Μπόροβας, όπως διηγείται ο εγγονός του τελευταίου. Από παιδί διακρίνονταν για τη σωματική του διάπλαση, τη ρώμη και την ευστροφία του πνεύματος. Τελείωσε το σχολείο στη γενέτειρά του και οι δάσκαλοί του τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν για το χαρακτήρα και τη φιλομάθειά του. Αγωνίστηκε σθεναρά για τη διατήρηση του Ελληνισμού στην υπόδουλη Βόρειο Ήπειρο. Ανήσυχη φύση με λαμπερά μάτια νωρίς ζώσθηκε τ' άρματα του μεγάλου αγώνα της απελευθέρωσης της Βορείου Ηπείρου και δημιούργησε ένα από τα καλύτερα ανταρτικά σώματα. O Καπετάν Σούλιος ήταν στρατιωτικός αρχηγός τον βορειοηπειρωτικού αγώνα, ηγούμενος του Ιερού Λόχου και των Ελλήνων της Κορυτσάς. Το αρματολίκι του ήταν στην περιοχή Βιγλιστας - Κορυτσάς - Μοσχόπολης. Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα πολλές φορές ήλθε σε επαφή με τα αντάρτικα σώματα της Δυτικής Μακεδονίας και συμπαραστέκονταν σε κάθε μαχητική τους ενέργεια και δράση για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Σε μία από αυτές τις ενισχύσεις αποδεκάτισε ολόκληρη βουλγαρική συμμορία κοντά στο Σκλήθρο - Φλώρινας. Κατά το 1912 σήκωσε μαζί με τ' άλλα σώματα τη σημαία της επαναστάσεως την ώρα που πλησίαζαν τα ελληνικά στρατεύματα και πανηγύρισε μαζί με τα παλικάρια του τις δαφνοστεφανωμένες νίκες του Ελληνικού Στρατού. Με την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων συνέχισε να διατηρεί το Σώμα του με τα άξια παλικάρια του και την άνοιξη του 1914 συμμετείχε ενεργά στη μεγάλη μάχη απελευθέρωσης της Κορυτσάς, στην οποία επαναστάτησε ο λαός έχοντας ακμαίο το ελληνικό φρόνημα. O Καπετάν Σούλιος μέσα στη νύχτα επέφερε σύγχυση στη τουρκική Διοίκηση, οπότε δόθηκε η ευκαιρία στον Τσόντο Βάρδα μετέπειτα Διοικητή Ελληνικής Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου να υφώσει μαζί με τον Καπετάν Ιούλιο την Ελληνική σημαία στο Διοικητήριο της πολυβασανισμένης Κορυτσάς. Η επανάσταση των Βορειοηπειρωτών στην Κορυτσά, κατεστάλη, γιατί η Ελληνική Διοίκηση δεν έστειλε καθόλου πυρομαχικά από τη Φλώρινα και Καστοριά και είχε 114 νεκρούς και φυσικά περισσότερους τραυματίες. O Βορειοηπειρωτικός αγώνας άρχισε στις 20 Μαρτίου του 1914 μετά την υπογραφή του πρωτόκολλου της Φλωρεντίας (17 Δεκεμβρίου 1913) και την παράδοση της Κορυτσάς (17 Φεβρουαρίου 1914) στους Αλβανούς. Η ένοπλη εξέγερση του ελληνικοί) πληθυσμού της πόλης όπου πρωταγωνίστησε ο Καπετάν Σούλιος οδήγησε σε αντίποινα, τρομοκρατία και φυλακίσεις από τους Αλβανούς και ο Βορειοηπειρωτικός Αγώνας τελείωσε το 1916 με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί Βορειοηπειρώτες επαναστάτες εγκαταστάθηκαν στη Φλώρινα μετά τη χορήγηση της Κορυτσάς στην Αλβανία, όπως οι οικογένειες Μπορόβα, Τούση, Μάνου κλπ.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΕΤΡΟΣ. ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ Β ΤΑΞΕΩΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε το 1887 στη Βελούσινα Μοναστηρίου . Φοίτησε στην Αστική Σχολή Μοναστηρίου και εργάστηκε ως δάσκαλος στην περιοχή του Περιστερίου, το χειμώνα του 1904 - 1905. Την άνοιξη του 1905 εντάσσεται στο σώμα του Ιωάννη Καραβίτη και το Μάϊο του 1905 αναλαμβάνει την περιοχή Φλώρινας και Καστοριάς μαζί με το Γεώργιο Πρώιμο, ύστερα από εντολή του καπετάν Βάρδα. Μετά εντάσσεται στο σώμα του Γεώργιου Δικώνυμου Μακρή ως το φθινόπωρο του 1906, οπότε αναγνωρίστηκε οπλαρχηγός. Με την ομάδα του στάθηκε δίπλα στο Βάρδα, ο οποίος από το Νοέμβριο του 1906 συνέχισε να θεωρείται η κυρίαρχη παρουσία στις γεωγραφικές περιφέρειες Φλώρινας - Μοναστηρίου - Περιστερίου - Κορεστίων. Τον Απρίλιο του 1907 ο Ρακοβίτης Βάρδας μαζί με μία ομάδα ικανότατων οπλαρχηγών (Καραβίτης, Τσόντος, κ.α.), ανάμεσα τους και ο Πέτρος Χρήστου αιφνιδίασε δύο φορές τους εξαρχικούς στα χωριά Μαρεσάνη και Κάλενικ (Καλινίκη). Πολλοί νέοι έσπευσαν να καταταχθούν στις ομάδες των οπλαρχηγών. Το Μάϊο του 1908, ύστερα από συμπλοκή με τουρκικό απόσπασμα στα νοτιοδυτικά του Μοναστηρίου ξεφεύγει στο χωριό Μπούκουβα, όπου όμως προδίδεται και συλλαμβάνεται. Απαγχονίστηκε στις 21-6-1908 από τους Τούρκους στο Μοναστήρι, ως αντίποινα για τη δολοφονία του Ζεϊνέλ Μπέη μουντίρη (υποέπαρχος) Νυμφαίου.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Η Ιστορία της Δροσοπηγής (Μπελκαμένης) Φλώρινας

Στις 10 του Σεβάλ του 1260, (Μωαμεθανική χρονολογία), που σε Χριστιανική αντιστοιχεί κατά προσέγγιση στον Οκτώβριο του 1842, από τον Δ/ντή του Κτηματολογίου Ρούμελης, Μεχμέτ Αεμπίτ, εκδίδεται τίτλος κυριότητας (ταπί) στο όνομα των αδελφών Γεωργίου και Μήτρου γιών του Στέλιου (σημερινοί Στυλιάδηδες) κατοίκων του Πληκατιού - Κονίτσης της Ηπείρου.
Πωλητής ο Οσμάν Ισμαήλ Πάσιο, κάτοικος της υποδιοίκησης Φλώρινας και ιδιοκτήτης του ημίσεως 42/84, ενός θερινού βοσκοτόπου ( όπως αναφέρεται στο ταπί) γνωστού με το όνομα Μπελκαμένη. Συνολικό κόστος αγοράς (5.000) γρόσια.
Οι αγοραστές πλήρωσαν επιπλέον στον υποδιοικητή της υποδιοίκησης Φλώρινας Ελμά Μπέη, εκατόν πενήντα γρόσια που αντιστοιχούν στο 3% της συνολικής αγοράς κι αποδέχθηκαν να καταβάλλουν τα νόμιμα δέκατα εις τους κυρίους της γης (Τούρκους).
Το άλλο ήμισυ ήτοι 42/84 αγοράστηκαν από τους Κώστα Κοματσούλη ή Τσούλη και Μιχαήλ Κώτε. Στο Αρχείο του Συνεταιρισμού Δασοκτημόνων Δροσοπηγής δεν βρίσκεται το ταπί αγοράς κι ως εκ τούτου δεν γνωρίζουμε ούτε τον πωλητή ούτε το ποσόν αγοράς. Πάντως, από άλλους τίτλους προκύπτει ότι και οι δύο ανωτέρω ήσαν κάτοικοι του Πληκατίου Κονίτσης.
Και οι τέσσερις αυτοί αρχικοί αγοραστές, ενήργησαν για λογαριασμό όλων των άλλων οικογενειών που δεν ήσαν μόνο κάτοικοι του Πληκατίου αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Κολώνιας που ανήκε στο Σαντζάκι (επαρχία) Κορυτσάς και στο βιλαέτι (νομό) των Βιτωλίων.
Οι λόγοι που ανάγκασαν τους προπάτορες να μεταναστεύσουν από την 'Ήπειρο στην Μακεδονία ήταν κατ' αρχήν οι παντοειδείς αυθαιρεσίες μίας άδικης και τυραννικής εξουσίας, τα γνωστά δεινοπαθήματα των Ελλήνων στους δίσεκτους χρόνους της Τουρκοκρατίας.
Εξαιτίας αυτής της δεινής κατάστασης, πολλές φορές οι καταπιεζόμενοι Έλληνες αναζητούσαν σε άλλα μέρη καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Τις συνθήκες αυτές τις παρείχαν Τούρκοι γαιοκτήμονες, οι οποίοι υπάγονταν στον κανόνα της εξαίρεσης, ως προς την συμπεριφορά, αλλά συνάμα επιζητούσαν να έχουν υπό την προστασία τους υπηκόους με οικονομική ευρωστία για την αύξηση των εσόδων τους.
Στο μεταξύ, είχε αρχίσει η παρακμή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και πολλοί τσιφλικάδες Τούρκοι άρχισαν να πουλούν τα τσιφλίκια τους είτε στους Εβραίους είτε στους Έλληνες που είχαν κάποια οικονομική επιφάνεια.
Είναι πιθανό κάποιο ρόλο στην αγορά της έκτασης αυτής, να διαδραμάτισε το Ελληνικό Προξενείο στο Μοναστήρι, πιθανόν για την δημιουργία ενός νοητού άξονα στον ορεινό όγκο της Μακεδονίας που αρχίζει από την Κλεισούρα-Λέχοβο-Νυμφαίο-Δροσοπηγή-Πισοδέρι, για να ελέγχει όλες τις ορεινές διαβάσεις της περιοχής.
Σύμφωνα με την παράδοση, η οποία αποτελεί μόνιμη ιστορική δύναμη, οι Τσουλαίοι μία από τις φάρες της Δροσοπηγής, ήσαν αγωγιάτες. Μετέφεραν από την Ήπειρο την πραμάτεια τους στην Μακεδονία κι έπαιρναν από την Φλώρινα σιτηρά. Παράλληλα όμως εκτελούσαν και παραγγελίες των μπέηδων και για τον λόγο αυτόν η τάξη των αγωγιατών στους χρόνους της Τουρκοκρατίας, έχαιρε κάποιας εκτιμήσεως εκ μέρους τους.
Φιλοξενούμενοι σε κάποιο ταξίδι τους, στο σαράι του Μπέη της Κότορης (Υδρούσας) κι ενώ συζητούσαν για διάφορα πράγματα -πάντα στα αρβανίτικα- ο Μπέης τους λέει:

-"Γιατί κάνετε τόσο μακρινά ταξίδια για να πάρετε ψωμί και να το πάτε στα στόματα των παιδιών σας και δεν φέρνετε τα στόματα των παιδιών σας εδώ; Ελάτε να σας δώσουμε αυτό το Μπαλκανλήκι", κι έδειξε με το χέρι του προς το μέρος της Μπελκαμένης.
Οι Τσουλαίοι, φαίνεται, μεταφέρανε την πρόταση αυτή του μπέη στους άλλους κι άρχισαν οι διαπραγματεύσεις, οι οποίες και κατάληξαν σε θετικό αποτέλεσμα.
Η ετυμολογία του ονόματος Μπελκαμένη δεν προέρχεται από την σύνθετη σλαβική λέξη Μπελ-Κάμεν δηλαδή άσπρη πέτρα γιατί σε καμιά περιοχή του τόπου δεν υπάρχει άσπρη πέτρα που να εντυπωσιάζει με τον όγκο τη αλλά από τη λέξη Μπαλκάν-ληκ, που δένει και με την παράδοση και σημαίνει δασώδης και ορεινή περιοχή, σύμφωνα με την ερμηνεία, από το Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό του I. Χλώρου, καθηγητή της Οθωμανικής στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και Δ/ντού του Πατριαρχικού Οθωμανικού Γραφείου.
Και η Μπελκαμένη είναι και ορεινή (το υψόμετρό της κυμαίνεται από 800 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας μέχρι 1.600 ) και δασώδης, αφού το μεγαλύτερο τμήμα της καλύπτεται από δάσος οξιάς και δρυός.
Με τον ερχομό τους στην ιδιόκτητη πλέον περιοχή τους, εγκαταστάθηκαν σε κάποιο σημείο που ακόμα και σήμερα φέρει την ονομασία Τέντα (από το λατινικό tentum σκηνή).
Εκεί έστησαν τις σκηνές από γιδόμαλλα, κιλίμια και τις στάνες για τα ποίμνιά τους. Στην συνέχεια με την διορατικότητά τους και την κοφτερή τους σκέψη επέλεξαν την τοποθεσία στην οποία θα έχτιζαν το νέο τους χωριό. H επιλογή της τοποθεσίας ήταν συνάρτηση πολλών παραγόντων. Διέθετε νερό, νταμάρια για την εξόρυξη της πέτρας, πανύψηλα δέντρα για την ξυλεία των σπιτιών και προπαντός φυσική οχύρωση. Καραούλια για βιγλάτορες, δύσβατα μονοπάτια, πυκνά δασοσκεπή βουνά που όλα μαζί καθιστούσαν δύσκολη κάθε επιχειρησιακή ενέργεια του εχθρού.
Πριν από την ανέγερση των κατοικιών χάραξαν τους δρόμους. Οριζόντιους με άψογη ρυμοτομία και κάθετους μικρού μήκους για να μην συγκεντρώνονται πολλά όμβρια ύδατα. Και όλοι οι δρόμοι το ίδιο πλάτος. Τέσσερα μέτρα. Και κάτι το πρωτόγνωρο ακόμα και για τη σημερινή εποχή μας. Πλήρες αποχετευτικό δίκτυο, το οποίο διασώζεται ακόμα και σήμερα και ας έχουν περάσει εκατόν πενήντα χρόνια.
Τα σπίτια λιθόκτιστα και ως επί το πλείστον διώροφα και τριώροφα σκεπασμένα με πέτρινες πλάκες (ντράσσες), διέθεταν άνεση κι ευρυχωρία, με πλακόστρωτες αυλές και κήπους κλιμακωτούς στηριγμένους και διαχωρισμένους με ξερολιθιές.
H πλατεία του χωριού στο κέντρο, μεγάλη κι άνετη για όλες τις εκδηλώσεις. O περίλαμπρος Ναός της Αγίας Τριάδας, κτίστηκε το 1853, ήταν εικονογραφημένος από Δροσοπηγιώτες αγιογράφους οι οποίοι είχαν θητεύσει στο Άγιο Όρος απ' όπου είχε μεταφερθεί και η εικόνα της Αγίας Τριάδας.
Τρεις οι λειτουργοί του Υψίστου και εννέα οι ψάλτες. O καθένας με την ενορία του και με τους αγώνες του. Στους τοίχους αντιστήριξης, ανατολικά του Ναού κρύπτες για τη διαφύλαξη των όπλων και των πυρομαχικών του Μακεδονικού Αγώνα.
H δε Εκκλησιαστική Επιτροπή είχε προβεί στην κοπή χάλκινων νομισμάτων, τα οποία είχαν αγοραστική δύναμη και στα εμπορικά καταστήματα της Φλώρινας.
Oικογένεια Αρβανιτόβλαχων από τη Δροσοπηγή.
Το σχολείο επίσης στην πλατεία του χωριού στηριγμένο σε θολωτή καμάρα, κάτω από την οποία περνούσε ο κεντρικός δρόμος του χωριού. Το σχολείο αυτό λειτούργησε μέχρι το 1926, τότε με δαπάνες του Συνεταιρισμού Διαχείρησης Συνδιοκτησίας Δάσους Μπελκαμένης-Ελόβου, κτίστηκε καινούργιο διώροφο με 4 αίθουσες διδασκαλίας, 2 γραφεία και υπόγειο.
Με ανεπτυγμένη τη συνεταιριστική συνείδηση, αφού μοίρασαν τα χωράφια τους κήπους και τα λιβάδια, ανάλογα με το μερίδιο τους καθενός, άφησαν κοινά κι αδιαίρετα τη βοσκήσιμη έκταση και το δάσος.
Τη διαχείριση των εξ αδιαιρέτου τούτων μεριδίων ασκούσε ιδιωτική επιτροπή μέχρι του έτους 1926, μετά  συνεστήθη ο συν/σμός διαχείρισης συνιδιοκτησίας δάσους Μπελκαμένης-Ελόβου.
Το 1943 ο συν/σμός πήρε την επωνυμία "Αναγκαστικός Συν/σμός διαχειρίσεως συνιδιοκτησίας του εξ αδιαιρέτου δάσους Δροσοπηγής".
Ο Συνεταιρισμός και οι κάτοικοι του χωριού, εκτός του Σχολείου, κατασκεύασαν την πέτρινη θολωτή γέφυρα, το καγκελωτό δρόμο από τη γέφυρα μέχρι το χωριό πλάτους 4 μέτρων επιστρωμένο με πέτρα (καλντερίμι),την εγκατάσταση πριονιών σε περιοχή που φέρει και σήμερα την ονομασία "Σιάρα" τα οποία κινούνταν με τη δύναμη του νερού.
H απέναντι δασοσκεπής τώρα βουνοπλαγιά ήταν χωρισμένη σε αγροτεμάχια στα οποία καλλιεργούνταν η σίκαλη και η άμπελος.
H γυναίκα η Δροσοπηγιώτισσα ήταν πρωταγωνίστρια. Οι ευθύνες όλες στις πλάτες της, καθώς ο κύρης της βρίσκονταν στα ξένα, όπου θεμέλιωνε σπίτια, γιοφύρια, καταστήματα, τράπεζες. Φημισμένοι τεχνίτες οι Δροσοπηγιώτες άριστοι πελεκητές της πέτρας.
Τα Βαλκάνια γνωστή περιοχή τους, ιδίως η Ρουμανία. Ακόμα και στην Τσαρική Ρουσία έχυσαν ιδρώτα στις σκαλωσιές. H μονή "Σίμωνος Πέτρα" στο Άγιο Όρος κτίστηκε από την κομπανία του Ιωάννη Στυλιάδη.
Σχολεία, Τράπεζες, Ιεροί Ναοί, γιοφύρια, σπίτια στην περιοχή της Φλώρινας είναι κτισμένα από Δροσοπηγιώτες μαστόρους.
Το Νυμφαίο δίκαια θαυμάζεται για την αρχιτεκτονική των κτιρίων του, όμως οι αρχιτέκτονες κτιστάδες ήταν άνθρω¬ποι από τη Δροσοπηγή.
Το Δικαστήριο των εν Φλωρίνη Πρωτοδικών με την αριθμ. 36/19.. απόφασή του εγκρίνει το καταστατικό τον Φιλανθρωπικού Συλλόγου Βελκαμένης "Η ΠΡΟΟΔΟΣ". Ιδέες πρωτοποριακές, όχι μόνο για την εποχή εκείνη αλλά και για την σημερινή διαπνέουν τα άρθρα του καταστατικού. Συγκεκριμένα το άρθρο 3 αναφέρει:
"Μέλη του Συλλόγου γίνονται οι δηλούντες ότι αποδέχονται το καταστατικό αυτό, αδιακρίτως φύλου, έχοντες πάντοτε συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας των".
Oικογένεια Αρβανιτόβλαχων από τη Δροσοπηγή.
Αλλά και οι δίαυλοι επικοινωνίας με τους απόδημους Δροσοπηγιώτες της Αμερικής και της Ρουμανίας δεν μένουν κλειστοί. Ιδρύονται κι εκεί παραρτήματα του Συλλόγου.
Και το άρθρο 24 αναφέρει: "Εν περιπτώσει διαλύσεως του Συλλόγου άπαν το υπάρχον χρηματικό ποσόν διατίθεται υπέρ της Ελληνικής Δημοτικής Σχολης Βελκαμένης". Κι εδώ πρωταρχικός στόχος η Παιδεία.
Κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα και της Εθνικής Αντιστάσεως η Δροσοπηγή ήταν πρωτοπόρα και λόγω της φυσικής της οχύρωσης και λόγω του πλήθους των κρυψάνων που είχαν κατασκευασθεί για την προστασία των ανταρτών.
Η μεγάλη προσφορά της Δροσοπηγής στα χρόνια εκείνα φαίνεται στο ακόλουθο αποσπάσματα από το σκεπτικό της αριθ. 12/29 Ιουνίου 1921 απόφαση, του Διοικητικού Δικαστηρίου του Υπουργείου Γεωργίας σύμφωνα με την οποία το δάσος της Δροσοπηγής και του Ελόβου περιήλθε στην Κοινότητα Δροσοπηγής. "ως και την κατάθεσαν των μαρτύρων και ιδίως του Γεωργίου Τσόντου Συνταγματάρχου του Πυροβολικού δράσοντος κατά τον Μακεδονικό Αγώνα υπό το ψευδώνυμο Καπετάν Βάρδας, ως και του Νίκου Συδάκη, Γενικού Προξένου της Ελλάδος τότε εν Μοναστηρίω, αποδεικνύεται ότι εν τη περιοχή εκείνη η Μπελκαμένη διαδραμάτιζε σπουδαίο ρόλο και ουσιωδώς ενδιέφερε την πολεμικήν οργάνωσιν η υπό της Μπελκαμένης απόκτησις του δάσους της Ελατιάς, ίνα χρησιμεύσει ως ασφαλές καταφύγιον των Ελληνικών σωμάτων.
Ως προς τούτο οι μνηθέντες μάρτυρες υπό την ιδιότητά των ειργάσθησαν παράτη Ελληνική Κυβερνήσει, ίνα υποβοηθήση την Κοινότητα εις αγοράν του δάσους, όπερ και επευεύχθη δια δανείου χορηγηθέντος εις αυτήν (επ' ονόματι διαφόρων κατοίκων) επί ενεχύρω των εκδοθέντων ταπίων υπό της Τραπέζης της Ανατολής".
Το Ελοβόν ή Ελατιά ήταν συνοικισμός της Δροσοπηγής με κατοίκους προερχόμενους από την Ήπειρο. Το δάσος του Ελόβου αγοράστηκε το 1906 από επιτροπή Δροσοπηγιωτών, από τους αδελφούς Φατήλ και Αμέτ Μπέηδες που κατοικούσαν στην Καστοριά. Έχει ίχνη παλιού χωριού, ίσως της Βυζαντινής ακόμα εποχής και καταστράφηκε προ πολλών ετών, πριν ακόμα και από τη θεμελίωση της Μπελκαμένης.
Η Δροσοπηγή όμως, είχε και το θλιβερό προνόμιο να βιώσει το δικό της ολοκαύτωμα κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής. Ήταν η 3η του Απρίλη 1944.
Η Δροσοπηγή, το κάστρο κι ορμητήριο των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, ζούσε λεύτερη κι ετοιμάζονταν για τα Θεία Πάθη και την ένδοξη του Χριστού Ανάσταση. Κανένα σημάδι δεν προμήνυε το μελλούμενο, ώσπου μία ασυνήθιστη κίνηση των ανταρτών αναστάτωσε το χωριό. Το νέο διαδόθηκε αστραπιαία.
-'Έρχονται οι Γερμανοί!
Οι αντάρτες που παρακολουθούσαν τις κινήσεις ενός Γερμανικού λόχου, ο οποίος είχε στρατοπεδεύσει στην Άνω Υδρούσα, λάβανε θέσεις μάχης, ακριβώς κάτω από το σημερινό χωριό. 'Όταν η Γερμανική διμοιρία έφθασε στο σημείο της ενέδρας, που είχαν στήσει οι αντάρτες, δέχθηκαν τα αιφνιδιαστικά πυρά. Η ανταλλαγή των πυρών ολιγόωρη. Πέντε Γερμανοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Οι άλλοι κατόρθωσαν να διαφύγουν, ακολουθώντας την κοίτη του ποταμού, που τους παρείχε πλήρη προστασία. Οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στο χωριό όπου και εκτελέστηκαν. Όμως και οι αντάρτες είχαν το θύμα τους. Το θάψαμε, όπως θάβουνε τους ήρωες, στο έμπα του νεκροταφείου.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, ύστερα από αλλεπάλληλες συσκέψεις, πάρθηκε η απόφαση να εγκαταλείψουνε το χωριό. Συνάξανε τα χρειαζούμενά τους, τα φορτώσανε στα γαϊδουράκια και ξεκινήσανε για το βουνό.
Μικροί και μεγάλοι φορτωμένοι με ό,τι μπορούσανε οδεύανε στον δρόμο του πεπρωμένου αδιαμαρτύρητα.
Αφήνανε πίσω τους ό,τι με κόπους και Θυσίες είχανε κτίσει. Αφήνανε πίσω την καμπάνα για την οποία ήταν περήφανοι, γιατί ήταν η μεγαλύτερη καμπάνα σε όλη τη γη. Αφήνανε πίσω τους το Σχολείο, τα όνειρά τους, τις αναμνήσεις τους.
Στο χωριό είχανε μείνει ανήμποροι γέροι και γριές. Είχανε μείνει όμως πιο πίσω και μερικοί Δροσοπηγιώτες, οι οποίοι με σύνεση, λογική και ωριμότητα, φρόντισαν για την εκταφή των εκτελεσθέντων Γερμανών και την επαναταφή τους σε άλλο μέρος, μη τυχόν από τους απομείναντες γέρους κάποιος μετά από βασανιστήρια ομολογούσε για την εκτέλεση των Γερμανών και υποδείκνυε και το σημείο ταφής τους. Παράλληλα στο σημείο της πρώτης ταφής, γκρέμισαν τον παρακείμενο τοίχο για να χαθούν πλήρως τα ίχνη του αίματος.
Όταν ξημέρωσε η 4η του Απρίλη του 1944, ο Γερμανικός στρατός είχε κυκλώσει το χωριό και αφού δεν συνάντησε καμία αντίσταση, μπήκε μέσα. Λεηλάτησε τα σπίτια και την Εκκλησία και στην συνέχεια τα παράδωσε στις φλόγες.
Σχολείο, Εκκλησία, σπίτια και στάβλοι, κόποι και ποτάμια ιδρώτας μιας ζωής, όλα σωριάστηκαν χάμω. Έμεινε μόνο ορθό το καμπαναριό και ελάχιστα σπίτια, για να μηνάει πως κάποτε υπήρχε χωριό και το εξαφάνισε η μάνητα του πολέμου.
Όμως η γη, η Δροσοπηγιώτικη γη, πέρα από την υλική καταστροφή, βάφτηκε και με το αίμα δύο συγχωριανών μας. Του Μηνά του Γκίνου και της Σοφίας Κυριαζή. O θάνατος όμως του παλικαριού της, του αξέχαστου Θωμάκη Σταθόπουλου, συγκλόνισε τις καρδιές όλων. Στ' ανθό της νιότης του γνώρισε το πιο φρικτό, το πιο αργό θάνατο στην Άνω Υδρούσα.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, αφού οι Γερμανοί φύγανε, άρχισε η επιστροφή στο χωριό. Αυτό που αντικρίσανε ήταν Χαλασμός.
Και τα πουλιά δεν είχαν που να κουρνιάσουν. Πάνω από μήνα κάπνιζε το χωριό. Οι συνθήκες διαβίωσης γίνονταν μέρα με την μέρα αβάσταχτες.
Εκείνη την χρονιά δεν στολίσανε τον Επιτάφιο. Δεν ψάλλανε το " H Ζωή εν τάφω". Δεν τσουγκρίσανε τα κόκκινα αβγά. Δεν αναστήθηκε για αυτούς ο Χριστός. Φρόντισαν οι κατακτητές να τον Σταυρώσουν πριν την ώρα.
Δεν το βάλανε όμως κάτω. "Με χαλασμένα σύνεργα" αρχίσανε το έργο της ανοικοδόμησης. Βρήκανε το κουράγιο και τη δύναμη να αντέξουνε, να παλέψουνε και να αποδείξουνε πως η Δροσοπηγιώτικη ψυχή είναι μπολιασμένη με το μπόλι του λεύτερου φτερουγίσματος, της αισιοδοξίας και της δύναμης να παράγει έργο δημιουργικό κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Ζώντας σαν τους Σουλιώτες εκεί που οι αετοί κτίζουν φωλιές και οι αστραπές ψηλαφίζουν τις κορφές, επόμενο ήταν να διαμορφώσουν έναν τέτοιον χαρακτήρα.
Κι εκεί που πιστεύανε πως όλα είχαν τελειώσει, μετά την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση της Ελλάδας, πάλι τον Απρίλη του 1947 πήρανε την διαταγή να εγκαταλείψουνε και πάλι το χωριό.
Τούτη τη φορά όμως για πάντα. Τους πήραν και τους πήγαν στην Σκοπιά. Μοιραστήκαν με τους φιλόξενους Σκοπιώτες τα σπίτια τους. Ζήσανε αδελφωμένοι μέχρι το 1950.
Το 1950 και πάλι με διαταγή μετακινηθήκανε στην Κάτω Υδρούσα. Ζήσανε κι εκεί δύο χρόνια, πάντα αδελφωμένοι. Το 1952 αρχίσανε να κτίζουνε και πάλι το χωριό κάτω από τις πιο δύσκολες κι αντίξοες συνθήκες.
Μία νέα σελίδα άρχισε να γράφεται.

Διαμορφωμένο άρθρο που περιέχει μεγάλο μέρος από την  ομιλία του Νεδέλκου Δημητρίου που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εργασίας Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, του Δημοτικού Σχολείου Δροσοπηγής με Θέμα: «Περπατώντας Γνωρίζουμε καλύτερα τον τόπο μας», Σχολικό έτος 1995-96.

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

HISTORY OF AGIA PARSKEVI FLORINAS

AGIA PARSKEVI
Located 12 kilometres north of Florina, Agia Paraskevi is a borderland village with land that makes the Greek and former Yugoslav borders. The village is a flat agricultural village at an elevation of 612 metres. Agia Paraskevi is neighboured by Dragos across the border, Ethniko, Parori, Kato Kleines, Polyplatanos and Niki.
The village received its name from an old and holy chapel dedicated to the Saint Paraskevi. The village was formerly known as Sfeta Petka but once it was liberated from the Ottoman Turks in 1912 and incorporated into the Kingdom of Greece it was renamed its Greek equivalent of Agia Paraskevi on December 21, 1918. The village settlement was known to have existed from the 15th Century and grew out of the lands that were previously of Ethikon (Opsirina) and Dragos.
Agia Paraskevi has three churches, the oldest house of worship was the chapel of Agia Paraskevi (Sfeta Petka) built in 1570 and was a Holy church of the area. In 1827 it was torched and destroyed by Ottoman Turks. In 1886 a small chapel was rebuilt and enlarged later by the 25th Army of Epiros.
The church of Saint Nikola(s) was built in 1856 and for a short time provided a graveyard for the dead however the churchyard was subject to flooding from the wet and melting snow and relocated to the churchyard of Saint Dimitrios which was erected in 1859. Here the graves of the ancestors of the village can be found.
The village has a small school that existed during the time of the Turks and still stands today and Agia Paraskevi also has a kindergarten which has recently become used as a school.
The village was populated by local families and had no refugee admixtures. Before the villagers were freed from the Turks in 1912 the village had three Turkish families who spoke the local dialect and one Albanian family. The local inhabitant were an industrious people who farmed large flat farmlands. Crops grown included various grains, corns, beans and potatoes. On the nearby hillside named Chaliga was the village vineyards and here on this hillock was the rock named Marko kamen. In local folklore it was believed that the Serbian King Kraljevic Marko sliced the rock with his sword leaving a large gash in the rock, a gash that is still seen today.
The people of Agia Paraskevi migrated for work in the early 1900's to North America and some even made way to South America where they perished. After the turbulence of World War Two and the Greek Civil War many families began to close their doors to their houses and make way to Australia, America and Canada for a better life where they created proud communities that still carry the pride of their village in their hearts.
Today, Agia Paraskevi the old Sfeta Petka is populated by over 120 inhabitants and visited and spoken about with great sentimentality by its children abroad.