Ο καιρός της Φλώρινας

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

«Η μουσική ως πεδίο σύγκρουσης: το περιστατικό στη Φλώρινα μέσα από το πρίσμα του Εθνικού Διχασμού»

Το περιστατικό στη Φλώρινα, στις 22 Δεκεμβρίου 2025, όπου ο δήμαρχος της πόλης παρενέβη στη συναυλία του μουσικού συγκροτήματος Banda Entopica, ζητώντας αλλαγή ρεπερτορίου λόγω ερμηνείας τραγουδιών σε σλαβική/μακεδονική διάλεκτο, αναδεικνύει με τον πλέον εύγλωττο τρόπο τη διαχρονική σχέση μεταξύ πολιτικής, μουσικής και συλλογικής μνήμης. Ως ερευνητής που αφιέρωσα τη διδακτορική μου διατριβή στην εξέταση του ρόλου του τραγουδιού κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1920), βλέπω σε αυτό το γεγονός μια σύγχρονη αντανάκλαση φαινομένων που μελετήθηκαν εκτενώς στην εργασία μου: η μουσική δεν είναι ποτέ ουδέτερη σε περιόδους ιστορικής ευαισθησίας, αλλά λειτουργεί ως ισχυρό σύμβολο ταυτότητας, προπαγάνδας και, ενίοτε, λογοκρισίας.

Στη διατριβή μου, βασισμένη σε θεωρητικούς όπως ο John Street (μουσική και πολιτική) και ο Max Weber (χαρισματική ηγεσία), καθώς και στην έννοια του ηχοτοπίου (soundscape) του R. Murray Schafer, αναλύεται πώς κατά τον Εθνικό Διχασμό οι ύμνοι και τα τραγούδια των δύο παρατάξεων –βενιζελικών και αντιβενιζελικών– μετατράπηκαν σε εργαλεία πόλωσης. Ο «Γιος του Ψηλορείτη» ή ο «Βενιζέλος» από τη μία, και «Ο Αητός» για τον Κωνσταντίνο από την άλλη, δεν ήταν απλώς μελωδίες, αλλά σύμβολα χαρισματικής εξουσίας που ενίσχυαν ομαδικές ταυτότητες και συλλογικά τραύματα. Σε περιόδους «ταραγμένων καιρών και τόπων» (Timothy Rice), η δημόσια εκτέλεση τέτοιων τραγουδιών μπορούσε να προκαλέσει βία ή να οδηγήσει σε λογοκρισία: κατά την «βενιζελική τυραννία» (1917-1920), απαγορεύονταν αντιβενιζελικοί ύμνοι, ενώ μετά το 1920 αντίστροφα.
Παρόμοια δυναμική παρατηρείται και στο περιστατικό της Φλώρινας. Σε μια περιοχή με βαθιά ιστορική μνήμη –από τον Μακεδονικό Αγώνα και τις συγκρούσεις των αρχών του 20ου αιώνα μέχρι μεταπολεμικές εντάσεις– η ερμηνεία σλαβόφωνων τραγουδιών (όπως η “Σόφκα” και το “Έλα Κέρκο”, σύμφωνα με την ίδια τη μπάντα) δεν εκλαμβάνεται ως απλή πολιτιστική έκφραση, αλλά ως ενεργοποίηση φορτισμένων συμβόλων. Για την τοπική αρχή και μέρος της κοινωνίας, αυτοί οι ήχοι ανακαλούν αλυτρωτικές αφηγήσεις ή ιστορικά τραύματα, παρόμοια με το πώς ο «Αητός» το 1920 θεωρούνταν απειλή για την εθνική ενότητα. Η –κατά τα λοιπά απαράδεκτη, τύπου αυτόκλητου vigilante– παρέμβαση του δημάρχου, με φράσεις όπως «Είμαστε Έλληνες, όχι Σλάβοι», αντανακλά μια θεσμική αντίδραση προστασίας της συλλογικής αυτοσυνείδησης, θυμίζοντας τις απαγορεύσεις ύμνων που περιγράφονται στη διατριβή μου# ως «ψυχολογικός πόλεμος» μέσω ηχοτοπίων.

Από την άλλη, η Banda Entopica υπερασπίζεται το πολυγλωσσικό της ρεπερτόριο ως γνήσια βαλκανική παράδοση, χωρίς πολιτικό πρόσημο, καταγγέλλοντας το γεγονός ως λογοκρισία και παραβίαση καλλιτεχνικής ελευθερίας. Αυτή η αντίθεση αποκαλύπτει ακριβώς το κεντρικό εύρημα της έρευνάς μου: σε κοινωνίες με ανοιχτά ιστορικά τραύματα, η μουσική γίνεται πεδίο διαπραγμάτευσης ταυτοτήτων. Τραγούδια που για τους μεν είναι αθώο φολκλόρ, για τους δε ενεργοποιούν «μαρτυρολόγια» και φόβους, δημιουργώντας πόλωση παρόμοια με αυτή του 1920, όπου προεκλογικές συγκεντρώσεις και ηχοτοπία (ζητωκραυγές, συνθήματα) ενίσχυαν τον φανατισμό.

Παράλληλα, αξίζει να τεθεί το ερώτημα αν η μπάντα, γνωρίζοντας την ιδιαίτερη ιστορική και εθνοτική ευαισθησία της περιοχής, θα έπρεπε να επιδείξει μεγαλύτερη προσοχή στην επιλογή του ρεπερτορίου της – ιδίως σε τραγούδια που, ανεξαρτήτως των προθέσεων ή των ακριβών στίχων, φέρουν περίπλοκο πολιτικό και ιστορικό context. Γιατί ακριβώς εκεί και σε αυτή τη χρονική στιγμή επέλεξε να ερμηνεύσει τέτοια «ντόπικα» τραγούδια, ακόμη και αν υπήρχε προηγούμενη συμφωνία με τον διοργανωτή σύλλογο; Δεν μπορεί, σε ορισμένα μάτια, αυτή η επιλογή να εκληφθεί ως μια μορφή πολιτικής ή εθνοτικής δήλωσης, που εν γνώσει της εντείνει τις εντάσεις;

Το περιστατικό αυτό δεν είναι μεμονωμένο, αλλά ενδεικτικό του πώς η μουσική συνεχίζει να λειτουργεί ως «όχημα» πολιτικής σε ευαίσθητες περιοχές και σε «ταραγμένους» καιρούς και τόπους. Όπως καταλήγω στη διατριβή μου, η κατανόηση της σύγκρουσης μέσα από τη μουσική μας επιτρέπει να δούμε πέρα από τις επιφανειακές διαφωνίες: πρόκειται για βαθύτερες διεργασίες συλλογικής μνήμης και εξουσίας. Σήμερα, σε μια εποχή πολυπολιτισμικότητας αλλά και εθνικών ευαισθησιών, τέτοια γεγονότα μας υπενθυμίζουν την ανάγκη διαλόγου, ώστε η μουσική να ενώνει αντί να διχάζει – όπως ακριβώς συνέβη σε περιόδους εθνικής κρίσης στο παρελθόν.

Αργύρης Κόκορης
Δρ. Εθνομουσικολογίας, ΑΠΘ (2024, Διάκριση)
Υπότροφος ΕΛΙΔΕΚ
Μεταδιδακτορικός ερευνητής Νεοελληνικής Ιστορίας ΑΠΘ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: