Ο καιρός της Φλώρινας

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Παρόρι (Μπίτουσα)




Τρία χλμ. πέρα από τις Κάτω Κλεινές, ή 11 χλμ. από τη Φλώρινα και δυο χλμ. δώθε από τα σύνορα τα Σερβικά, βρίσκεται το χωριό που λέγεται Παρόρι.
Παλιότερα από τους Τούρκους λεγόταν Σοκολέο και αργότερα Μπίτουσα. Το πρώτο όνομα το πήρε από ένα παλιό  άρχοντα που λεγόταν Σοκολέας και το σημερινό από την τοποθεσία, γιατί είναι έξω από το δρόμο, μέσα σε μια στενή χαράδρα και δε φαίνεται (παρά-ορώ-παρορώ-παρόρι).
Εδώ και 250 χρόνια οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού Έλληνες και χριστιανοί ήταν τρία αδέρφια, ο Δαμιανός, ο Πέτκος και ο Γιώργος. Ήταν και οι τρεις κτηνοτρόφοι και έχτισαν τα μαντριά τους στην τοποθεσία που ’ναι σήμερα το χωριό για να εκμεταλλεύονται την πλούσια βοσκή που βρίσκεται γύρω σ’ αυτό και να αποφεύγουν τις ενοχλήσεις των Τούρκων.
Από τα τρία αυτά αδέρφια σώζονται ως τα σήμερα 8 οικογένειες Δανιανόπουλοι, 7 οικογένειες Πετκόπουλοι και 12 οικογένειες Γεωργόπουλοι.
Αργότερα, εδώ και 200 χρόνια, ήρθε στο χωριό από το Μπαρεσάνι της Σερβίας ένας Παπαδόπουλος. Από την οικογένεια αυτή βγαίνουν συνεχώς ως σήμερα οι παπάδες του χωριού. Από αυτήν είναι και ο σημερινός παπάς του χωριού ο παπα-Μάρκος.
Επίσης ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο χωριό αυτό εδώ και 190 χρόνια κι ένας ψαράς από το σημερινό χωριό Ψαράδες. Λεγόταν Αβραάμ και σήμερα ανέρχονται σε 10 οικογένειες οι Αβραμόπουλοι.
Στην επανάσταση του 1903 οι Παρορίτες, που πίστεψαν πως μπορούν να διώξουν τους Τούρκους, πήραν μέρος σ’ αυτή με αρχηγούς τους Ναούμ Γεωργόπουλο, Θεμελή και Πέτρο Μητρόπουλο, Αθανάσιο Δαμιανόπουλο και άλλους. Οι Τούρκοι έστειλαν μεγάλες δυνάμεις στρατού κι έσφαξαν 11 Παρορίτες.
Οχτακόσια μέτρα πάνω από το χωριό και στην πλαγιά του βουνού υπάρχουν ερείπια από το ‘Καλέ Μπιτούσκο’ κάστρο του Παρορίου.
Ήταν αυτό χτισμένο με ογκόλιθους και λίγο πιο πάνω από αυτό ήταν μια μεγάλη στοά υπόγεια με πολλά διαμερίσματα και αφάνταστη πολυτέλεια και πλούτο και άλλα θαυμάσια. Ήταν λένε το κάστρο του βασιλιά του τόπου Σοκολέβα!
Πολλοί θέλησαν να κάνουν ανασκαφές αλλά βρήκαν τόσα χώματα και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε.
Η σημερινή εκκλησία του χωριού είναι πολύ παλιά. Έχει χτιστεί το 1838 κι έχει πολλές και παλιές εικόνες.
Το χωριό έχει υψόμετρο 678μ. και περιβάλλεται από δάση οξυάς και δρυός.
Οι κάτοικοι ανέρχονται σε 640 κατοίκους, ασχολούνται με τη γεωργία, κτηνοτροφία και λίγο με τη δενδροκαλλιέργεια.
Παράγει κάθε χρόνο καλαμπόκι 60.000 οκάδες, σίκαλη 72.000 οκάδες, σιτάρι 61.000 οκάδες, κριθάρι 4.000 οκάδες βρώμη 500 οκάδες, φρούτα 80.000 οκάδες, πατάτες 6.000 οκάδες και σταφύλια 10.000 οκάδες.
Είχε ελληνικό σχολείο, δάσκαλος στα παλιά χρόνια ήταν ο Κων/νος Δαμιανόπουλος του Αναστασίου, ο Χρήστος Ρακοβαλής  και άλλοι. Το σημερινό σχολείο είναι 2/τάξιο (πλέον δε λειτουργεί) και στεγάζεται σε διώροφο διδακτήριο.
Δημοτικό Σχολείο Παρορίου
Σήμερα είναι δάσκαλοι οι Γεώργιος Πάρζης από την Κλαδορράχη και Τσιρώνη Φανή από τη Φλώρινα (την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο).
Οι Παρορίτες πήραν μέρος ενεργό στο Μακεδονικό αγώνα. Όλο το χωριό ήταν κέντρο Ελλήνων ανταρτών. Σαράντα οχτώ αντάρτες και δέκα καπεταναίοι είχαν μόνιμο λημέρι το Παρόρι. Οι ίδιοι που πήραν μέρος στην επανάσταση του 1903 πήραν μέρος και στον Μακεδονικό Αγώνα. Ο Θέμελης και Πέτρος Μητρόπουλος, ο Ναούμ Γεωργόπουλος, ο Αθανάσιος και Κων/νος Δαμιανόπουλος και ο παπα-Ηλίας Παπαδόπουλος συνεργάζονταν με τους καπεταναίους Δοξογιάννη, Γιάννη Τσακτσίρα, Μακρή, Καπετάν Σίμο από τα Άλωνα, καπετάν Παύλο από το Κρατερό, Δήμκο από το Δράγος, Τσίτσο Μοριχοβίτη, Γεώργη Καμηλάκη, και άλλους. Αλλά και οι γυναίκες του Παρορίου πήραν μέρος στον αγώνα κατά των Βουλγάρων.
Η Γεωργία Γκελινοπούλου ήταν μια από τις ηρωίδες αυτές.
Στο Παρόρι πιάστηκαν από τους Τούρκους ύστερα από τρίωρη μάχη οι Μακεδονομάχοι Κώστας Δαμιανόπουλος, Γιώργος Καμηλάκης και τέσσερα άλλα παλληκάρια. Ο Καμηλάκης κρεμάσθηκε στο Μοναστήρι, οι άλλοι φυλακίσθηκαν και γλίτωσαν όταν δόθηκε από τους νεότουρκους αμνηστία.
Το Παρόρι στάθηκε πάντα πιστό στην ελληνική ιδέα.  Όλοι οι κάτοικοι μέχρι σήμερα έχουν ακμαίο το ελληνικό φρόνημα.
Τα  παραπάνω στοιχεία είναι από ένα πολύ παλιό βιβλίο το οποίο μου έδωσε ο φίλος Μάρκος Γιάντσης κάτοικος Μελβούρνης Αυστραλίας με καταγωγή από το χωριό Κρατερό και Αγία Παρασκευή και τον οποίο πρέπει να ευχαριστήσω, δυστυχώς δε φαίνεται ποιος είναι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου με το οποίο  αναφέρεται στην ιστορία πολλών χωριών της Φλώρινας. 
Επιμέλεια Νάσος Στ. Παπαδάκης

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Κάτω Κλειναί (Κάτω Κλέστινα)



 Οχτακόσια πάνω κάτω μέτρα ανατολικά από τις ΄Ανω Κλεινές και δεξιά του δρόμου που τραβάει για το σημερινό φυλάκιο της Αγίας Παρασκευής και συνδέει τη Φλώρινα με το Ελληνικό, αλλά υπόδουλο Μοναστήρι, βρίσκεται το χωριό Κάτω Κλειναί.
Το χωριό αυτό απέχει από τη Φλώρινα 8 περίπου χλμ. από τα δε Ελληνοσερβικά σύνορα 4 χλμ. και έχει απέναντί του τα υψώματα της Μπρεσδοβίτσας ύψους 900μ. και κάστρου του Παρορίου ύψους 750μ.
Και το χωριό αυτό και οι Άνω Κλεινές, που παραπάνω αναφέραμε και που λεγότανε κάποτε Άνω Κλέστινα και Κάτω Κλέστινα, πήραν τόσο το τωρινό όνομά τους όσο και το παλιό, από κάποιο σπουδαίο ιστορικό γεγονός που έγινε στον τόπο αυτό και τον έκαμε ζηλευτό και ξακουστό.Το γεγονός αυτό η παράδοση το φέρνει ως εξής :
Στην κορυφή του βουνού του Παρορίου και κάτω από τη νότια πλευρά του, που στρέφεται προς τα δύο χωριά Άνω και Κάτω Κλεινές, υπήρχε κάστρο που δέσποζε σε όλη την περιφέρεια.
Στην πλαγιά του βουνού αυτού υπήρχε αξιόλογη πόλη που έπιανε όλη την κοιλάδα, από τους μύλους του Δράγια, που βρίσκονται δυτικά, ως την τοποθεσία Βοδενιτσίστε ανατολικά κ.λ.π. Την πόλη αυτήν προέβαλαν ξαφνικά βάρβαροι λαοί, πιθανώς Σλαύοι, που ήρθαν από το Βορρά και οι κάτοικοι κατέφυγαν στο κάστρο της.
Αφού όμως πολέμησαν αρκετά έκαμαν έφοδο και έδιωξαν τους βαρβάρους ως την Καλλινίκη, όπου τους κατετρόπωσαν. Νικημένοι οι βάρβαροι έφευγαν προς Βορρά, αλλά πάλι οι κάτοικοι της ηρωικής πόλεως τους πρόφθασαν στο χωριό που σήμερα λέγεται Νίκη και τους διέλυσαν τελείως. Έτσι σώθηκε η πόλη και δοξάστηκε ο τόπος. Το κατόρθωμα αυτό, που στην αρχαία γλώσσα μας λέγεται κλέος, οφείλεται στην τέχνη και ανδρεία κάποιου. Γι’ αυτό ο τόπος ονομάσθηκε Κλέος-τινί ή Κλέστινα, τώρα δε Κλεινές δηλαδή δοξασμένες. Για τους παραπάνω λόγους πήρε και το χωριό που πρωτονίκησαν αυτοί το όνομα Καλλινίκη και Νίκη το άλλο όπου τελειωτικά νικήθηκαν οι επιδρομείς.Τα ερείπια του κάστρο αυτού σώζονται ακόμα και σήμερα, φαίνεται δε ότι χτίσθηκε επί Βυζαντινής εποχής.
Επίσης υπάρχουν ακόμα ερείπια της πόλεως όπως γκρεμισμένα σπίτια, φούρνοι, μαγαζιά, εκκλησίες και νεκροταφεία. Πολλά από τα ερείπια της παλιάς εκείνης πόλης βρίσκει κανείς σήμερα στην κεντρική πλατεία του χωριού, όπου υπάρχει μια κούφια και γηραλαία μουριά και γύρω από αυτήν πλάκες νεκροταφείου, στο μέρος όπου βρίσκεται σήμερα το Ηρώο της κοινότητας και στις τοποθεσίες Τόπιλα, Κλένικα, Μέρτζο κ.λ.π
Εκτός από τα παραπάνω βρέθηκε προ διετίας στη θέση Απιδιά, που βρίσκεται προς την κατεύθυνση Καλλινίκης και σε απόσταση 3 χλμ. από αυτήν τάφος σκεπασμένος με πλάκα και μέσα σ’ αυτόν θυμιατήρι.
Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού αυτού όπως και των άλλων χωριών ήταν Έλληνες και μάλιστα χριστιανοί. Επειδή όμως ταχτικά προσεβάλλονταν και ενοχλούνταν από τους Τούρκους και τους άλλους κακοποιούς, ζήτησαν από την Τουρκική Κυβέρνηση, Τούρκους αγροφύλακες για να τους προστατεύουν από τους ληστές και τους άλλους.
Έστειλε η Τουρκική Κυβέρνηση αγροφύλακες αλλά αυτοί κουβάλησαν μαζί τους φίλους και συγγενείς κι εγκαταστάθηκαν στο χωριό μόνιμα.
Δυστυχώς έπειτα με διάφορες προφάσεις άρπαξαν και τα κτήματα των κατοίκων κι έγιναν αυτοί μπέηδες, οι δε χριστιανοί ραγιάδες.Από την παραπάνω αιτία και επειδή σχεδόν όλοι οι Τούρκοι οπλοφορούσαν, ταχτικά γινόταν πολλές φασαρίες σαν τις παρακάτω:
Το 1899, όταν ο συνταξιούχος δάσκαλος Ρακοβαλής Χρήστος ήταν μαθητής στο Γυμνάσιο Μοναστηρίου, ήρθε στο χωριό του να γιορτάσει τα Χριστούγεννα με ένα φίλο του, την παραμονή και πριν ακόμα φέξει βγήκε μαζί μ’ αυτόν στην πλατεία όπου τα άλλα παιδιά είχαν ανάψει μια μεγάλη φωτιά και τραγουδούσαν τα κάλαντα, «Καλήν ημέρα άρχοντες κ.λ.π. και κάλαντα, κάλαντα γιαγιά κ.λ.π.» προτού όμως φέξει κι ενώ ήταν συμμαζεμένοι γύρω από τη φωτιά, ο Τούρκος Χουσεϊν Αχμέτ έριξε τρεις πυροβολισμούς επάνω στο σωρό και τραυμάτισε τον Παυλίδη.
Ο ίδιος Τούρκος πολλές φορές έδειρε στην πλατεία τους Ηλία Μήρτση και τρεις άλλους χωρικούς.
Το 1902 και κατά το τέλος Αυγούστου ο Πέτκος Γκότσε από την Κλαδορράχη, βοηθούμενος και από ένα λιποτάκτη Τούρκο από τις Άνω Κλεινές, σκότωσε έξω από το σπίτι του το Στέφανο Νίκλη.
Δυο επίσης Τούρκοι σκότωσαν τον Σαλή Κισσαβέλη. Και στο χωριό αυτό όπως και στα άλλα, από το 1903 και δώθε άρχισε η βουλγαρική προπαγάνδα να φροντίζει να πάρει με το μέρος της, δίνοντας πολλές φορές άφθονα χρήματα, τους κατοίκους του.
Κανείς όμως δε γελάστηκε! Γι’ αυτό το 1906 στο δάσος Κλαδορράχης οι κομιτατζήδες σκότωσαν τους: Θεμέλκο Ναούμ, Ρακοβαλή Νικόλαο, Στώιτση Γεώργιο, Γκέκα Ιωάννη και Γκέκα Δημήτριο.
Αργότερα όταν έφτασαν τα ελληνικά αντάρτικα σώματα του Βάρδα, του Καραβίτη, του Μπολάνη, του Δοξογιάννη κ.λ.π. τιμώρησαν τους κατοίκους της Κλαδορράχης φονεύοντας 19 από αυτούς.
Συνεργάτες των ανταρτών ήταν τότε ο παπάς του χωριού Οικονόμος Παπακωνσταντίνου και ο δημοδιδάσκαλος Χρήστος Ρακοβαλής, ο πατέρας του Δημήτριος Ρακοβαλής, ο Τάγκας Τράικος, ο Τάγκας Σωτήριος και άλλοι.
Το 1908, όταν έγινε το Τουρκικό Σύνταγμα, έγινε και η απογραφή του χωριού και βρέθηκαν 580 κάτοικοι, από αυτούς 325 ήταν Έλληνες χριστιανοί και 255 Τούρκοι.
Σχολείο ελληνικό λειτουργούσε από πολύ παλιά στο χωριό, λειτουργούσε όμως και τουρκικό μέχρι το 1912.Η εκκλησία του χωριού «Γέννησις της Θεοτόκου» χτίσθηκε το 1820, στην είσοδο της εκκλησίας είναι γραμμένο το εξής:
«Όσοι ράθυμοι και βέβηλοι τη καρδία μηδόλως εισελθείν εν τω Θείω και ιερώ τούτω κατοικητηρίω, ο γαρ πάλαι φύλαξ του παραδείσου, νυν της νέας ταύτης Εδέμ, προσετάχθην και τώδε τω τεταμένω ξίφει τας ψυχάς πάντων ανηλεώς αφαιρώ».
Στο υπόστεγο υπήρχαν και πλάκες μαρμάρινες με σώματα Θεών. Μια από αυτές διατηρήθηκε μέχρι το 1912, είχε μήκος ένα μέτρο και πλάτος 0,80 του μέτρου και πάνω ήταν σκαλισμένη πενταμελής οικογένεια. Κάτω από την οικογένεια υπήρχαν κεφαλαία ελληνικά γράμματα, που λέγαν «Δώρον Δωροθέω κ.λ.π.». Δυστυχώς τα περισσότερα ήσαν κατεστραμμένα. Η πλάκα αυτή μετά το 1912 πάρθηκε από κάποιον και μεταφέρθηκε στη Φλώρινα, αλλά κανείς δε γνωρίζει πού.
Εκτός όμως από αυτά Β. της εκκλησίας του χωριού και σε απόσταση 100μ. περίπου βρέθηκε στο χωράφι του Δήμου Θεμέλκου πήλινο δοχείο χωρητικότητας μισής οκάς γεμάτο με διάφορα ελληνικά νομίσματα της εποχής του Μ. Αλέξανδρου.
Από αυτά σώζονται μέχρι σήμερα μερικά. Επίσης βρέθηκαν γύρω από το χωριό πιθάρια(κιούπια) χωρητικότητας 150-200 οκάδες καθώς και επιτύμβιες πλάκες με ελληνικά γράμματα οι οποίες μαρτυρούν ότι ο τόπος αυτός ήταν ελληνικός από αρχαιοτάτων χρόνων.
Και στα γράμματα οι Κάτω Κλεινές δεν υστερούσαν. Λειτουργούσε σχολείο, όπως αναφέραμε, από τα παλιά χρόνια συντηρούμενο από τους κατοίκους.
Το 1884 χτίστηκε και διώροφο διδακτήριο. Αργότερα, επειδή αυτό δεν μπορούσε να χωρέσει όλα τα παιδιά του σχολείου, πουλήθηκε για 150 λίρες και αγοράστηκε άλλο.
Από το 1860 έως το 1884 υπηρέτησε στο σχολείο ένας δάσκαλος από την Κόνιτσα. Αργότερα υπηρέτησαν ο Ανδρέας Παυλίδης από το ίδιο το χωριό, ο Κων/νος Σταμπουλής, ο Γιαννάκης ή Νάκης από το Μεγάροβο, ο Πέτρος Βίκας επίσης από το Μεγάροβο, ο Ρακοβαλής Χρήστος του Λαζάρου ντόπιος, ο Νικόλαος Δανάμπασης από το Μοναστήρι, ο Οικονομίδης Χρήστος κ.α.
Όλοι αυτοί διορίζονταν και πληρώνονταν από το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου.
Το 1912 το χωριό είχε καταληφθεί από τους Σέρβους, αλλά κατά τη χάραξη των ελληνοσερβικών συνόρων λευτερώθηκε και περιήλθε στην Ελλάδα. Πολλές υπηρεσίες πρόσφερε στην εκπαίδευση και γενικά στο χωριό ο δάσκαλος Ρακοβαλής Χρήστος. Το σημερινό σχολείο είναι πεντατάξιο και υπηρετούν σε αυτό οι : Παπασιδέρης Γεώργιος, Ηλιάδου Μερόπη, Μπάρμπα Μαρία, Σιδέρης Αθανάσιος και οι νηπιαγωγοί Χάσου Θεοδώρα, και Γαρδάνη Περσεφόνη.
Ο πληθυσμός του χωριού σήμερα ανέρχεται σε 1.170 κατοίκους. Όλοι οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη δενδροκαλλιέργεια. Χάρις σ’ αυτήν ολόκληρο το χωριό πλέει μέσα στο πράσινο και μαγεύει τους επισκέπτες.
Είναι το πρώτο χωριό στη δενδροφυτεία και παράγει τα καλύτερα και περισσότερα μήλα.
Στο χωριό έχει την έδρα του και αστυνομικός σταθμάρχης.
Το χωριό παράγει κάθε χρόνο 200-250.000 οκάδες σιτάρι, 40.000 οκάδες κριθάρι, 120.000 οκάδες σίκαλη, 18.000 οκάδες αραβόσιτο, 100.000 οκάδες πατάτες, 200.000 οκάδες μήλα και 5.000 οκάδες άλλα φρούτα. Τα καλλιεργούμενα δένδρα ανέρχονται σε 2.500 περίπου.
Τα παραπάνω στοιχεία είναι από ένα πολύ παλιό βιβλίο το οποίο μου έδωσε ο φίλος Μάρκος Γιάντσης κάτοικος Μελβούρνης Αυστραλίας με καταγωγή από το χωριό Κρατερό και Αγία Παρασκευή και τον οποίο πρέπει να ευχαριστήσω, δυστυχώς δε φαίνεται ποιος είναι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου με το οποίο αναφέρεται στην ιστορία πολλών χωριών της Φλώρινας.

Επιμέλεια Νάσος Στ. Παπαδάκης

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Άνω Κλειναί (Κλέστινα)



Δύο και μισό περίπου χιλιόμετρα πέρα από την Κλαδοράχη και λίγο αριστερά, οχτώ δηλαδή χλμ. Β. από τη Φλώρινα, βρίσκεται το χωριό Άνω Κλειναί, που έχει πληθυσμό 735 πάνω κάτω κατοίκους και απέχει από τα Σερβικά σύνορα 6 μόνο χλμ.
Το χωριό αυτό είναι χτισμένο μέσα σε μια στενωπή κοιλάδα και χωρίζεται στη μέση από ένα ποταμάκι που το καλοκαίρι είναι ήσυχο και καθαρό, το δε χειμώνα φοβερό κι ορμητικό, γιατί κατεβάζει όλα τα νερά του Μπουφίου, που είναι χτισμένο σε μια πλαγιά του Βαρνούντα αρκετά χλμ. μακριά από αυτό.
Πότε χτίστηκε το χωριό αυτό και από ποιους δεν είναι γνωστό. Γνωστό μόνο είναι ότι κατοικούσαν από τα παλιά χρόνια Έλληνες χριστιανοί, που είχαν Έλληνα δάσκαλο και Έλληνα παπά και ότι πολλές φορές ήρθαν σε σύγκρουση με Αλβανούς και Τούρκους που προσπαθούσαν να τους αρπάξουν την περιουσία και να τους χαλάσουν την πίστη.
Η εκκλησία του παλιού χωριού βρισκότανε στη μέση του χωριού και λεγότανε Άγιος Νικόλαος, κατ’ άλλους δε Αγία Παρασκευή.
Την εκκλησία αυτή κατέστρεψαν οι Τουρκαλβανοί κι έχτισαν εκεί ένα μουσουλμανικό σχολείο που σωζότανε μέχρι το 1924. Επίσης λίγο πιο έξω από το χωριό και στο ΒΔ σημείο αυτού βρισκότανε ένα μοναστήρι που ήταν αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία. Από το μοναστήρι αυτό σήμερα σώζονται μόνο ερείπια. Στα ερείπια της μονής αυτής κατά το 1929 ο Απόστολος Ανδρικάκης βρήκε ενώ έκανε χωράφι, δυο πιθάρια κενά, χωρητικότητας 90-100 οκάδες.
Επίσης ΝΔ του χωριού βρισκόταν κι άλλο μοναστήρι το οποίο κατέστρεψαν οι Τουρκαλβανοί, αλλά οι Έλληνες χριστιανοί κατόρθωσαν να περισυλλέξουν πολλές άγιες εικόνες και να τις μεταφέρουν στην Κλαδοράχη, όπου και σώζονται μέχρι σήμερα και φέρουν ελληνικές επιγραφές.
Υπάρχει ακόμα στην κορυφή του όρους Μέτσκα που σημαίνει αρκούδα, γιατί παρουσιάζονται εκεί κάπου-κάπου αρκούδες, φρούριο που λεγόταν, όπως ο κ. Κεραμόπουλος πιστεύει, Καλές.
Κι από αυτό μόνο ερείπια υπάρχουν σήμερα. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη δενδροκαλλιέργεια. Το γύρω έδαφος του χωριού είναι κατάλληλο για τις εργασίες που αναφέραμε, αλλά η όλη έκταση του χωριού δεν είναι αρκετή. Πολλοί από τους σημερινούς κατοίκους του χωριού αυτού είναι πρόσφυγες από το  χωριό Καβακλί Ανατολικής Θράκης κι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το 1923.
Το σημερινό σχολείο είναι τριτάξιο και στεγάζεται σε καινούργιο διδακτήριο τύπου διταξίου που χτίστηκε το 1929.
Η εκκλησία του χωριού είναι νέα και βρίσκεται ΒΑ από το χωριό και λίγο έξω από αυτό. Είναι αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα και τα εγκαίνιά της έγιναν το 1927, από τον τότε Μητροπολίτη Φλωρίνης Χρυσόστομο.
Δάσκαλοι στο χωριό είναι οι Αλέξανδρος Μαζάρης πολύ εργατικός, δραστήριος και φιλοπρόοδος και ο Ανδρικάκης Δημήτριος επίσης εργατικός και φιλότιμος, ο ένας από την Κλαδοράχη, ο άλλος από το ίδιο χωριό, αλλά πρόσφυγας από το Καβακλί Ανατολικής Θράκης.
Το χωριό έχει και γιατρό. Αυτός ονομάζεται Αθανασιάδης και είναι λαμπρός επιστήμων και υπέροχος άνθρωπος. Πολλά προσφέρει αυτός στα γύρω χωριά, αλλά τιμά και την πατρίδα μας στην ακραία αυτή γωνιά που υπηρετεί.
Ο ιερέας του χωριού λέγεται Παπαβασίλης Κηπουρόπουλος και κατάγεται από τις Σαράντα Εκκλησιές Ανατολικής Θράκης.
Τα προϊόντα του χωριού είναι σιτάρι 40.000 οκάδες, βρίζα 20.000 οκάδες, καλαμπόκι 50.000 οκάδες, μήλα 10.000 οκάδες, κηπουρικά άφθονα. Ζώα τρέφουν 400 περίπου μεγάλα βοοειδή και 1.400 αιγοπρόβατα.
Η ζωή των χωρικών είναι απλή και φυσική, αλλά όχι όσο πρέπει πολιτισμένη. Διακρίνονται ακόμα αυτοί για την τραχύτητά τους και το ευέξαπτο ύφος τους.
Η γλώσσα των κατοίκων του χωριού αυτού έχει κάτι το ιδιαίτερο, γιατί μοιάζει πολύ με την ομιλούμενη στην Ήπειρο και έχει πολλές τουρκικές λέξεις. Να μερικές λέξεις τις οποίες αυτοί μεταχειρίζονται και πώς τις προφέρουν.
  1. Του σπίτ (το σπίτι) 2. Του τσκάλ (το τσουκάλι) 3. Η λαϊνα (η στάμνα) 4. Η γναίκα (η γυναίκα) 5. Τ΄ αμάξ (το αμάξι) 6. Τι θέλς (τι θέλεις) κ.α.
Και τα έθιμα του χωριού αυτού ξεχωρίζουν κάπως.
Το Σάββατο του Λαζάρου τα κορίτσια γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το ‘Λάζαρο’ όπως και στην παλιά Ελλάδα και λένε αυτό το τραγούδι.
Σι τούν τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαρουφκιασμένα
ιδώσουν τον, καλόν υιό κινούργια θυγατέρα
κι θυγατέραν προυξηνιά του γιον αρρηβουνιάσουν
κι κει στ΄ αρρηβουνιάσματα ρουτούσαν κι ζητούσαν
να βρουν ψηλή να βρουν λιχνή να βρουν μαυροματούσα
πώχει(ν) του μάτι σαν ηλιά του φρύδι σα γαϊτάνι
πώχει κι του ματόφυλλου σαν της ηλιάς του φύλλου
φίλοιμ’ καλούς σας ηύραμε του φέτου κι του χρόνου
μι τη λαμπρή την Πασχαλιά μι τουν καλό του λόου.
Τα Χριστούγεννα την ημέρα γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν. Όπου μπαίνουν τους περιμένει ο νοικοκύρης με τραπέζι στρωμένο. Κάθονται και σε δυο ομάδες τραγουδούν και τρων συγχρόνως. Το περίεργο του Χριστουγεννιάτικου τούτου τραγουδιού είναι ότι αναφέρει και για τη σταύρωση του Χριστού. Εδώ μερικοί στίχοι από αυτό.
Σαράντα μέρες έχουμε Χριστόν που καρτεράμε
κι από τις σαράντα κι ύστερα θε να τουν τραγουδάμε…
…Χριστόινα Χριστόινα τώρα Χριστός γιννιόται
τώρα οι Αγγέλοι χαίρουντουν κι οι Αποστόλοι ψέλνουν
κι του Χριστόν εσταύρωσαν σι στοιχιουμένου δένδρο κ.λ.π.
Κι ο γάμος στο χωριό αυτό έχει κάτι το ιδιαίτερο. Ο γαμπρός με τον κουμπάρο και με μερικούς συγγενείς του, συνοδευόμενοι από οργανοπαίχτες κι από ένα άδειο κάρο που θα πάρει την προίκα, χωρίς να είναι μαζί οι γονείς του, ξεκινά και πάει στο σπίτι της νύφης. Σε ιδιαίτερο δωμάτιο τους στρώνουν τραπέζι και τρώνε. Σε άλλο δωμάτιο βρίσκεται η νύφη με το κεφάλι στα γόνατα της μητέρας της και κλαίει. Το ίδιο και η μητέρα. Με κατεβασμένο το μαντήλι και σκυμμένη στην κόρη της κλαίει με λυγμούς. Σε λίγο έρχονται κορίτσια και ετοιμάζουν τη νύφη. Την οδηγούν κατόπιν στο δωμάτιο όπου βρίσκεται ο γαμπρός, οι ξένοι και ο πατέρας της.
Εκεί αποχαιρετάει τον πατέρα της και τους συγγενείς της φιλώντας τους το χέρι. Όλοι της προσφέρουν χρήματα βάζοντας αυτά με τρόπο στο χέρι της όταν φιλά το δικό τους χέρι.
Τελευταία η νύφη έρχεται στο δωμάτιο της μητέρας της και την αποχαιρετά. Η μητέρα την ραντίζει με ένα βασιλικό από ένα πιάτο πήλινο με νερό, όπου έχουν διαλύσει ζάχαρη, για να είναι γλυκιά η ζωή της που σε λίγο θα αρχίσει. Κατόπιν έρχεται ο γαμπρός και προτείνει το δεξιό παπούτσι να του το φορέσει.
Του το φοράει. Φοράει και το άλλο και ξεκινούν για την εκκλησία όπου θα γίνει η στέψη. Στη στέψη δεν παρευρίσκονται οι γονείς της νύφης, αλλά μόνο του γαμπρού και πλήθος πολύ. Μετά την επιστροφή αρχίζει το γλέντι. Όταν ένας αρραβωνιασθεί μια νέα, έχει το δικαίωμα μόνο κατ’ αραιά διαστήματα να επισκέπτεται το σπίτι του πεθερού του και ιδίως τα Σαββατόβραδα. Εκεί αφού τρώει καλά τον βάζουν να κοιμηθεί μαζί με τη νύφη σε ιδιαίτερο δωμάτιο. Γι’ αυτό όλες σχεδόν οι νύφες όταν παντρεύονται δεν είναι παρθένες. Παρ’  όλο ότι ο αρραβώνας διαρκεί ολόκληρη τριετία κι ο γαμπρός ζει κατά περιόδους ζωή παντρεμένου, δεν παρατηρούνται διαζύγια.
Το χωριό Άνω Κλειναί λεγότανε στα παλιά χρόνια Κλέστινα, το όνομα αυτό προήλθε από τη λέξη κλέος-τινί γιατί, όπως διηγούνται οι παλιοί, η ΄Ανω και η Κάτω Κλέστινα αποτελούσαν στα παλιά χρόνια μεγάλη και ισχυρή πολιτεία. Κάποτε σε μια εχθρική επίθεση οι κάτοικοι, χάρις σε έναν άγνωστο ήρωα πέτυχαν μια λαμπρή νίκη, δηλαδή, στη γλώσσα μας την αρχαία, ένα Κλέος. Από το κλέος λοιπόν του άγνωστου ήρωα πήρε το όνομα Κλέος-τινί-Κλέστινα.

Τα  παραπάνω στοιχεία είναι από ένα πολύ παλιό βιβλίο το οποίο μου έδωσε ο φίλος Μάρκος Γιάντσης κάτοικος Μελβούρνης Αυστραλίας με καταγωγή από το χωριό Κρατερό και Αγία Παρασκευή και τον οποίο πρέπει να ευχαριστήσω, δυστυχώς δε φαίνεται ποιος είναι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου με το οποίο  αναφέρεται στην ιστορία πολλών χωριών της Φλώρινας.  
Επιμέλεια Νάσος Στ. Παπαδάκης