Ο καιρός της Φλώρινας

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Άνω Κλειναί (Κλέστινα)



Δύο και μισό περίπου χιλιόμετρα πέρα από την Κλαδοράχη και λίγο αριστερά, οχτώ δηλαδή χλμ. Β. από τη Φλώρινα, βρίσκεται το χωριό Άνω Κλειναί, που έχει πληθυσμό 735 πάνω κάτω κατοίκους και απέχει από τα Σερβικά σύνορα 6 μόνο χλμ.
Το χωριό αυτό είναι χτισμένο μέσα σε μια στενωπή κοιλάδα και χωρίζεται στη μέση από ένα ποταμάκι που το καλοκαίρι είναι ήσυχο και καθαρό, το δε χειμώνα φοβερό κι ορμητικό, γιατί κατεβάζει όλα τα νερά του Μπουφίου, που είναι χτισμένο σε μια πλαγιά του Βαρνούντα αρκετά χλμ. μακριά από αυτό.
Πότε χτίστηκε το χωριό αυτό και από ποιους δεν είναι γνωστό. Γνωστό μόνο είναι ότι κατοικούσαν από τα παλιά χρόνια Έλληνες χριστιανοί, που είχαν Έλληνα δάσκαλο και Έλληνα παπά και ότι πολλές φορές ήρθαν σε σύγκρουση με Αλβανούς και Τούρκους που προσπαθούσαν να τους αρπάξουν την περιουσία και να τους χαλάσουν την πίστη.
Η εκκλησία του παλιού χωριού βρισκότανε στη μέση του χωριού και λεγότανε Άγιος Νικόλαος, κατ’ άλλους δε Αγία Παρασκευή.
Την εκκλησία αυτή κατέστρεψαν οι Τουρκαλβανοί κι έχτισαν εκεί ένα μουσουλμανικό σχολείο που σωζότανε μέχρι το 1924. Επίσης λίγο πιο έξω από το χωριό και στο ΒΔ σημείο αυτού βρισκότανε ένα μοναστήρι που ήταν αφιερωμένο στον Προφήτη Ηλία. Από το μοναστήρι αυτό σήμερα σώζονται μόνο ερείπια. Στα ερείπια της μονής αυτής κατά το 1929 ο Απόστολος Ανδρικάκης βρήκε ενώ έκανε χωράφι, δυο πιθάρια κενά, χωρητικότητας 90-100 οκάδες.
Επίσης ΝΔ του χωριού βρισκόταν κι άλλο μοναστήρι το οποίο κατέστρεψαν οι Τουρκαλβανοί, αλλά οι Έλληνες χριστιανοί κατόρθωσαν να περισυλλέξουν πολλές άγιες εικόνες και να τις μεταφέρουν στην Κλαδοράχη, όπου και σώζονται μέχρι σήμερα και φέρουν ελληνικές επιγραφές.
Υπάρχει ακόμα στην κορυφή του όρους Μέτσκα που σημαίνει αρκούδα, γιατί παρουσιάζονται εκεί κάπου-κάπου αρκούδες, φρούριο που λεγόταν, όπως ο κ. Κεραμόπουλος πιστεύει, Καλές.
Κι από αυτό μόνο ερείπια υπάρχουν σήμερα. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού ασχολούνται με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη δενδροκαλλιέργεια. Το γύρω έδαφος του χωριού είναι κατάλληλο για τις εργασίες που αναφέραμε, αλλά η όλη έκταση του χωριού δεν είναι αρκετή. Πολλοί από τους σημερινούς κατοίκους του χωριού αυτού είναι πρόσφυγες από το  χωριό Καβακλί Ανατολικής Θράκης κι εγκαταστάθηκαν σε αυτό το 1923.
Το σημερινό σχολείο είναι τριτάξιο και στεγάζεται σε καινούργιο διδακτήριο τύπου διταξίου που χτίστηκε το 1929.
Η εκκλησία του χωριού είναι νέα και βρίσκεται ΒΑ από το χωριό και λίγο έξω από αυτό. Είναι αφιερωμένη στην Αγία Τριάδα και τα εγκαίνιά της έγιναν το 1927, από τον τότε Μητροπολίτη Φλωρίνης Χρυσόστομο.
Δάσκαλοι στο χωριό είναι οι Αλέξανδρος Μαζάρης πολύ εργατικός, δραστήριος και φιλοπρόοδος και ο Ανδρικάκης Δημήτριος επίσης εργατικός και φιλότιμος, ο ένας από την Κλαδοράχη, ο άλλος από το ίδιο χωριό, αλλά πρόσφυγας από το Καβακλί Ανατολικής Θράκης.
Το χωριό έχει και γιατρό. Αυτός ονομάζεται Αθανασιάδης και είναι λαμπρός επιστήμων και υπέροχος άνθρωπος. Πολλά προσφέρει αυτός στα γύρω χωριά, αλλά τιμά και την πατρίδα μας στην ακραία αυτή γωνιά που υπηρετεί.
Ο ιερέας του χωριού λέγεται Παπαβασίλης Κηπουρόπουλος και κατάγεται από τις Σαράντα Εκκλησιές Ανατολικής Θράκης.
Τα προϊόντα του χωριού είναι σιτάρι 40.000 οκάδες, βρίζα 20.000 οκάδες, καλαμπόκι 50.000 οκάδες, μήλα 10.000 οκάδες, κηπουρικά άφθονα. Ζώα τρέφουν 400 περίπου μεγάλα βοοειδή και 1.400 αιγοπρόβατα.
Η ζωή των χωρικών είναι απλή και φυσική, αλλά όχι όσο πρέπει πολιτισμένη. Διακρίνονται ακόμα αυτοί για την τραχύτητά τους και το ευέξαπτο ύφος τους.
Η γλώσσα των κατοίκων του χωριού αυτού έχει κάτι το ιδιαίτερο, γιατί μοιάζει πολύ με την ομιλούμενη στην Ήπειρο και έχει πολλές τουρκικές λέξεις. Να μερικές λέξεις τις οποίες αυτοί μεταχειρίζονται και πώς τις προφέρουν.
  1. Του σπίτ (το σπίτι) 2. Του τσκάλ (το τσουκάλι) 3. Η λαϊνα (η στάμνα) 4. Η γναίκα (η γυναίκα) 5. Τ΄ αμάξ (το αμάξι) 6. Τι θέλς (τι θέλεις) κ.α.
Και τα έθιμα του χωριού αυτού ξεχωρίζουν κάπως.
Το Σάββατο του Λαζάρου τα κορίτσια γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν το ‘Λάζαρο’ όπως και στην παλιά Ελλάδα και λένε αυτό το τραγούδι.
Σι τούν τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαρουφκιασμένα
ιδώσουν τον, καλόν υιό κινούργια θυγατέρα
κι θυγατέραν προυξηνιά του γιον αρρηβουνιάσουν
κι κει στ΄ αρρηβουνιάσματα ρουτούσαν κι ζητούσαν
να βρουν ψηλή να βρουν λιχνή να βρουν μαυροματούσα
πώχει(ν) του μάτι σαν ηλιά του φρύδι σα γαϊτάνι
πώχει κι του ματόφυλλου σαν της ηλιάς του φύλλου
φίλοιμ’ καλούς σας ηύραμε του φέτου κι του χρόνου
μι τη λαμπρή την Πασχαλιά μι τουν καλό του λόου.
Τα Χριστούγεννα την ημέρα γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούν. Όπου μπαίνουν τους περιμένει ο νοικοκύρης με τραπέζι στρωμένο. Κάθονται και σε δυο ομάδες τραγουδούν και τρων συγχρόνως. Το περίεργο του Χριστουγεννιάτικου τούτου τραγουδιού είναι ότι αναφέρει και για τη σταύρωση του Χριστού. Εδώ μερικοί στίχοι από αυτό.
Σαράντα μέρες έχουμε Χριστόν που καρτεράμε
κι από τις σαράντα κι ύστερα θε να τουν τραγουδάμε…
…Χριστόινα Χριστόινα τώρα Χριστός γιννιόται
τώρα οι Αγγέλοι χαίρουντουν κι οι Αποστόλοι ψέλνουν
κι του Χριστόν εσταύρωσαν σι στοιχιουμένου δένδρο κ.λ.π.
Κι ο γάμος στο χωριό αυτό έχει κάτι το ιδιαίτερο. Ο γαμπρός με τον κουμπάρο και με μερικούς συγγενείς του, συνοδευόμενοι από οργανοπαίχτες κι από ένα άδειο κάρο που θα πάρει την προίκα, χωρίς να είναι μαζί οι γονείς του, ξεκινά και πάει στο σπίτι της νύφης. Σε ιδιαίτερο δωμάτιο τους στρώνουν τραπέζι και τρώνε. Σε άλλο δωμάτιο βρίσκεται η νύφη με το κεφάλι στα γόνατα της μητέρας της και κλαίει. Το ίδιο και η μητέρα. Με κατεβασμένο το μαντήλι και σκυμμένη στην κόρη της κλαίει με λυγμούς. Σε λίγο έρχονται κορίτσια και ετοιμάζουν τη νύφη. Την οδηγούν κατόπιν στο δωμάτιο όπου βρίσκεται ο γαμπρός, οι ξένοι και ο πατέρας της.
Εκεί αποχαιρετάει τον πατέρα της και τους συγγενείς της φιλώντας τους το χέρι. Όλοι της προσφέρουν χρήματα βάζοντας αυτά με τρόπο στο χέρι της όταν φιλά το δικό τους χέρι.
Τελευταία η νύφη έρχεται στο δωμάτιο της μητέρας της και την αποχαιρετά. Η μητέρα την ραντίζει με ένα βασιλικό από ένα πιάτο πήλινο με νερό, όπου έχουν διαλύσει ζάχαρη, για να είναι γλυκιά η ζωή της που σε λίγο θα αρχίσει. Κατόπιν έρχεται ο γαμπρός και προτείνει το δεξιό παπούτσι να του το φορέσει.
Του το φοράει. Φοράει και το άλλο και ξεκινούν για την εκκλησία όπου θα γίνει η στέψη. Στη στέψη δεν παρευρίσκονται οι γονείς της νύφης, αλλά μόνο του γαμπρού και πλήθος πολύ. Μετά την επιστροφή αρχίζει το γλέντι. Όταν ένας αρραβωνιασθεί μια νέα, έχει το δικαίωμα μόνο κατ’ αραιά διαστήματα να επισκέπτεται το σπίτι του πεθερού του και ιδίως τα Σαββατόβραδα. Εκεί αφού τρώει καλά τον βάζουν να κοιμηθεί μαζί με τη νύφη σε ιδιαίτερο δωμάτιο. Γι’ αυτό όλες σχεδόν οι νύφες όταν παντρεύονται δεν είναι παρθένες. Παρ’  όλο ότι ο αρραβώνας διαρκεί ολόκληρη τριετία κι ο γαμπρός ζει κατά περιόδους ζωή παντρεμένου, δεν παρατηρούνται διαζύγια.
Το χωριό Άνω Κλειναί λεγότανε στα παλιά χρόνια Κλέστινα, το όνομα αυτό προήλθε από τη λέξη κλέος-τινί γιατί, όπως διηγούνται οι παλιοί, η ΄Ανω και η Κάτω Κλέστινα αποτελούσαν στα παλιά χρόνια μεγάλη και ισχυρή πολιτεία. Κάποτε σε μια εχθρική επίθεση οι κάτοικοι, χάρις σε έναν άγνωστο ήρωα πέτυχαν μια λαμπρή νίκη, δηλαδή, στη γλώσσα μας την αρχαία, ένα Κλέος. Από το κλέος λοιπόν του άγνωστου ήρωα πήρε το όνομα Κλέος-τινί-Κλέστινα.

Τα  παραπάνω στοιχεία είναι από ένα πολύ παλιό βιβλίο το οποίο μου έδωσε ο φίλος Μάρκος Γιάντσης κάτοικος Μελβούρνης Αυστραλίας με καταγωγή από το χωριό Κρατερό και Αγία Παρασκευή και τον οποίο πρέπει να ευχαριστήσω, δυστυχώς δε φαίνεται ποιος είναι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου με το οποίο  αναφέρεται στην ιστορία πολλών χωριών της Φλώρινας.  
Επιμέλεια Νάσος Στ. Παπαδάκης

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Γυναίκες από τη Σκοπιά Φλώρινας στους Εορτασμούς της 4ης Αυγούστου 1937

Οι παρακάτω φωτογραφίες προέρχονται από τις  Ψηφιοποιημένες Συλλογές Ε.Λ.Ι.Α. Γυναίκες και άντρες από τη Σκοπιά Φλώρινας και τα Άλωνα  κατά την συμμετοχή του στους  Εορτασμούς της 4ης Αυγούστου 1937  από το  φωτογραφικό φακό της Nelly's  (Σεραϊδάρη Έλλη).







H φωτογραφία  αυτή έγινε χαρτονόμισμα



http://eliaserver.elia.org.gr/elia/site/content.php
http://eliaserver.elia.org.gr/elia/site/content.php
http://eliaserver.elia.org.gr/elia/site/content.php 

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Πορεία στη Μνήμη. ΕΛΛΗΝΟ -ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1912-13

Κορυφαία στιγμή στη σύγχρονη ιστορία της  Φλώρινας αποτελεί η απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό, στις 7 Νοεμβρίου 1912.
Η Φλώρινα γιορτάζει και η Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας θέλοντας να τιμήσει αυτή τη ξεχωριστή επέτειο προχώρησε στη παραγωγή του ντοκιμαντέρ "Πορεία στη Μνήμη" που στόχο έχει να γνωρίσουμε άγνωστες πτυχές της ιστορίας μας, να εμβαθύνουμε ακόμα περισσότερο στο κλίμα που επικρατούσε στα χρόνια πριν την απελευθέρωση.
μα πάνω απ' όλα, το ντοκιμαντέρ αποτελεί φόρο τιμής σε όσους αγωνίστηκαν και πρόσφεραν στον  τόπο, αλλά και μια κληρονομιά για τις επόμενες γενιές.
Δημήτριος Ηλιάδης
Αντιπεριφερειάρχης Φλώρινας.


"Η κατάληψη της Φλώρινας από τους Τούρκους " του Δημήτρη Μεκάση



Δημήτριος Μεκάσης
Περίπου σαράντα χρόνια, πριν την τουρκική εισβολή στην περιοχή της Φλώρινας, τα μέρη αυτά τα είχε καταλάβει ο Στέφανος Δουσάν, ηγεμόνας των Σέρβων. Οι Σέρβοι ήταν ομόθρησκο έθνος και η κατοχή τους δεν ήταν σκληρή για τους κατοίκους της περιοχής μας. Οι Φλωρινιώτες δεν έγιναν Σέρβοι.  Ο Ιωάννης  Καντακουζηνός μάλιστα, εκείνη την περίοδο,  έγραφε για τον Χλερηνό και τους κατοίκους του, που ήταν ρωμαίοι πολίτες, δηλαδή Ρωμιοί, υπήκοοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Οι Οσμανλήδες Τούρκοι όμως πλησίαζαν και καταλάμβαναν τα μέρη της Μακεδονίας. Ο Χατζή Εβρένος Μπέης, όπως αναφέρει ο Μπωζούρ, ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης, ήταν ένα πανίσχυρος Μπέης που έγινε θρύλος για τους μουσουλμάνους της Μακεδονίας. Ο Χατζή Εβρένος νίκησε τους Έλληνες στην περιοχή των Γιαννιτσών και έσφαξε  με το σπαθί του πάνω από τρεις χιλιάδες Έλληνες, κατά τον θρύλο. Και επειδή κατέλαβε την χώρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Σουλτάνος του έδωσε μια τεράστια έκταση στην περιοχή των Γιαννιτσών.  Ο γιος του Αλή Μπέης κατέλαβε πολλά μέρη, αλλά δυσαρέστησε τον Σουλτάνο με την συμπεριφορά του και αποκεφαλίστηκε. Τον έθαψαν μέσα σε ένα τζαμί στα Γιαννιτσά. Ο Αλή Μπέης είχε ένα γιο, τον Γαζή Γιακούμπ Μπέη Εβρένο, που σε νεαρή ηλικία, πολιόρκησε τα κάστρα του Χλερηνού και τα κατέλαβε. Δεν γνωρίζουμε αν τα κάστρα έπεσαν με συμφωνία ή με έφοδο. Οι θρύλοι  των μουσουλμάνων της Φλώρινας αναφέρουν και δόλο και συμφωνία.
Ο Γιακούμπ Μπέης κατέλαβε την περιοχή της Φλώρινας, σύμφωνα με τον συγγραφέα Μεχμέτ Τεφίκ. Ακριβή χρονολογία δεν γνωρίζουμε. Πιθανότατα το 1383, καθώς για το Μοναστήρι γνωρίζουμε ότι έγιναν σκληρές μάχες και τέλος κατελήφθη κατόπιν συμφωνίας, από τον Τιμούρ Τας  Μπέη, το έτος εγίρας 784,  και σύμφωνα με το χριστιανικό ημερολόγιο, το έτος  1382 – 1383 μ.Χ. Ο ίδιος Πασάς, ο Τιμούρ Τας Μπέης κατέλαβε τον Περλεπέ (Πρίλεπ) την ίδια χρονιά. Και οι τρεις πόλεις βρίσκονται στην ίδια πεδιάδα.  Ο Σουλτάνος Μουράτ ο Α’,  επισκέφτηκε το Μοναστήρι  το 1384. Επομένως η Φλώρινα είχε καταληφθεί πριν το 1384.  Οι Τούρκοι κατέλαβαν τα μέρη μας πολύ νωρίς, καθώς η Θεσσαλονίκη κατελήφθη οριστικά από τους Τούρκους, το 1430,  και η Κωνσταντινούπολη, το 1453.
Όταν ο Γιακούμπ Μέης υποδούλωσε  την περιοχή της Φλώρινας, διέταξε να γκρεμίσουν όλα τα κάστρα. Το κάστρο του Χλερηνού  ήταν το αρχαίο κάστρο, όπου σήμερα βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος, και το βυζαντινό κάστρο, που χτίστηκε την εποχή του Ιουστινιανού και βρισκόταν πιο πάνω προς την κορυφή του λόφου, τα θεμέλια του οποίου υπάρχουν και σήμερα. Με τις πέτρες του κάστρου έχτισαν νέα σπίτια στην Φλώρινα.  Ο Γιακούμπ Μπέης έκανε την Φλώρινα, η οποία βρισκόταν στην σημερινή της θέση,  διοικητικό κέντρο, της περιοχής του κάμπου της Φλώρινας. Ο Γιακούμπ Μπέης κατοίκησε στο χωριό Τροπαιούχος μαζί με τις οικογένειες της φρουράς του. Έδιωξε του χριστιανούς κατοίκους του χωριού, που ονομαζόταν Μάλα, και το χωριό με τον τουρκικό πληθυσμό το ονόμασε Γαζή Μαχαλεσί, αλλά και  Μαχαλά. Έχτισε μάλιστα και ένα τζαμί στην θέση της εκκλησίας και έναν τεκέ. Οι χριστιανοί κάτοικοι του χωριού πήραν τα βουνά και ίδρυσαν το χωριό Τούριε, το σημερινό χωριό Κορυφή. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1923, οι κάτοικοι της Κορυφής ζήτησαν τις περιουσίες τους, τα σπίτια και τα χωράφια, στον Τροπαιούχο, αλλά το ελληνικό κράτος δεν τους τα έδωσε, καθώς αυτά ανήκαν στα ανταλλάξιμα.
Μετά το 1383, ο νεαρός Μπέης Γιακούμπ, της πανίσχυρης οικογένειας των Εβρενών, ήταν ο αφέντης όλης της περιοχή μας. Άνθρωποι, ζώα, σπίτια, χωράφια και βουνά ανήκαν σε αυτόν. Και η ζωή ακόμη των χριστιανών ήταν εξαρτημένη από τις αποφάσεις του. Για την περιοχή της Φλώρινας είχε αρχίσει μια σκληρή περίοδος, και η μόνη λύση για να απαλλαγούν από την βαρβαρότητα των Οθωμανών ήταν ο εξισλαμισμός. Πολλοί Φλωρινιώτες εξισλαμίστηκαν και άλλαξε η ζωή τους. Οι περισσότεροι όμως έμειναν πιστοί στον χριστιανισμό και υπέστησαν τα πάνδεινα. Οι εξισλαμισμένοι, κατά διαταγή του Σουλτάνου, ήταν υποχρεωμένοι να παντρεύονται με Τούρκους έποικους. Στην Φλώρινα οι πρώτοι Τούρκοι ήταν από το Ικόνιο, οι γνωστοί Κονιάρηδες και Καραμανλήδες, από την Καππαδοκία.  Οι εξισλαμισμένοι χριστιανοί Φλωρινιώτες συμπεθέριασαν με τους ανατολίτες, πήραν σπίτια και χωράφια  και δημιουργήθηκε μια νέα τάξη μουσουλμάνων, πολύ φανατικών, που ήθελαν να εξισλαμίσουν όλη την περιοχή και ιδιαίτερα την πόλη της Φλώρινας. Οι χριστιανικοί ναοί έγιναν τζαμιά και για πάρα πολλά χρόνια δεν υπήρχε χριστιανικός ναός μέσα στην πόλη.
Από τις επιστολές του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου Δουσάν, της περιόδου 1335 – 1345, γνωρίζουμε ότι στην αγορά της Φλώρινας υπήρχε ναός του αγίου Νικολάου. Όταν όμως οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Φλώρινα ο ναός του αγίου Νικολάου της αγοράς μετατράπηκε σε τζαμί από τον ίδιο τον Γιακούμπ Μπέη. Το τζαμί στην οδό Παπακωνσταντίνου Νερέτης, πίσω από την Τράπεζα της Ελλάδος, τμήμα του οποίου σώζεται και σήμερα είναι το τζαμί του Γιακούμπ Μπέη, που στα χρόνια της τουρκοκρατία ονομαζόταν Γιακούμπ Μπέη Τζαμί, αλλά και τζαμί της αγοράς. Το πρώτο κτίσμα, του ναού του αγίου Νικολάου που έγινε τζαμί, κατεδαφίστηκε το 1750 περίπου και χτίστηκε νέο τζαμί, τμήμα του οποίου υπάρχει και σήμερα.
Ο Γιακούμπ Μπέης πέθανε σε μεγάλη ηλικία και τον έθαψαν στο χωριό Τροπαιούχος. Ο τάφος του ήταν τόπος προσκυνήματος για τους μουσουλμάνους της Φλώρινας, καθώς αυτός κατέλαβε την περιοχή μας και τους χάρισε περιουσίες που είχαν αρπάξει από τους χριστιανούς. Η διαθήκη του φυλαγόταν στην Φλώρινα. Η διαθήκη άνοιξε αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του, συγκεκριμένα στις  30 Ιουλίου 1470. Άφησε χρήματα, μαγαζιά και νερόμυλους για να χρηματοδοτούνται, το τζαμί του και ο ξενώνας για φτωχούς μουσουλμάνους, που βρισκόταν στην οδό Κρέσνας, δίπλα στο τζαμί, όπου σήμερα η οικοδομή του Θάνου Κάπτση (Σούπερ Μάρκετ Γρηγοριάδης). Ο Γιακούμπ Μπέης ήταν Γαζής, δηλαδή πολεμιστής του Ισλάμ, έναν τίτλο που είχαν οι Σουλτάνοι και οι ισχυροί Μπέηδες.
Η ιστορία της τουρκοκρατίας στην Φλώρινα άρχισε με έναν νεαρό Μπέη, τον Γιακούμπ Μπέη, που κατέλαβε την Φλώρινα, και τελείωσε με έναν νεαρό Έλληνα αξιωματικό, τον υπίλαρχο Ιωάννη Άρτη, που απελευθέρωσε την Φλώρινα στις 7 Νοεμβρίου 1912, μετά από περίπου 528 χρόνια δουλείας. 
Δημήτρης Μεκάσης


Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

"Οι Φωτιές της Φλώρινας" του Δημήτρη Μεκάση



Δημήτρης Μεκάσης
Βαρέθηκα να ακούω διάφορες εκδοχές για τις Φωτιές της Φλώρινας, από ειδικούς και μη, και ο καθένας με τον τρόπο του να συνδέει το έθιμο ανάλογα με τα πιστεύω του. Εμείς, παιδιά τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, λέγαμε «οι Φωτιές». Αντίθετα οι δάσκαλοί μας επέμεναν κάθε φορά με την εκδοχή, ότι οι φωτιές συμβόλιζαν τις φωτιές που άναψαν οι βοσκοί την νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός. Ποιος τους άκουγε όμως. Δική τους εκδοχή και άσχετοι με το έθιμο.
Και αργότερα, το 1967, έγινε ο πρώτος διωγμός του εθίμου από τον Μητροπολίτη Αυγουστίνο Καντιώτη. Τότε έκπληκτοι ακούσαμε από τον άμβωνα ότι οι Φωτιές της Φλώρινας είναι ειδωλολατρικό έθιμο. Άλλο και τούτο. Από την μια οι δάσκαλοι, που το παρουσίαζαν ως χριστιανικό και από την άλλη ο Μητροπολίτης που το θεωρούσε παγανιστικό. Και εμείς ούτε τους δασκάλους πιστέψαμε, ούτε τον Μητροπολίτη, καθώς για μας οι Φωτιές ήταν ένα ομαδικό παιχνίδι περιπέτειας, δράσης, ανδρείας, ηρωισμού και ανταγωνισμού μεταξύ των γειτονιών. Ένα παιχνίδι μερικών εβδομάδων, που κατέληγε στο άναμμα των φωτιών την νύχτα της 23ης προς 24ης Δεκεμβρίου, με την συμμετοχή όλων των κατοίκων της πόλης.
Από πολύ μικρός συμμετείχα στην ομάδα της γειτονιάς, και στα δέκα μου χρόνια ήμουν ικανότατος για τις πεζοπορίες στο βουνό και τις νυχτερινές επιδρομές στην πόλη. Τότε που κάθε γειτονιά είχε την δική της ομάδα παιδιών και την δική της φωτιά στο κέντρο της γειτονιάς. Τότε που υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός, αλλά και συγκρούσεις. Ήταν ένα μοναδικό παιχνίδι, και ήταν μόνο για αγόρια. Τα κορίτσια δεν συμμετείχαν σε αυτή την περιπέτεια, καθώς τότε όλα τα κορίτσια ήταν περιορισμένα στο σπίτι.
Από τις αρχές του Νοεμβρίου, που ο καιρός ήταν καλός και οι λόφοι δεν είχαν χιόνια, οι ομάδες των παιδιών των γειτονιών, πήγαιναν να κόψουν κέδρα. Η συνθηματική φράση «πάμε για σπρένκες» σήμαινε πάμε στο βουνό να κόψουμε κέδρα. Τσεκουράκια, πριόνια, τριχιές και ξεκινούσαμε από το ανηφορικό μονοπάτι. Περνούσαμε από το ΦΟΟΦ, που τότε ήταν ένας βράχος με θέα, πίναμε νερό από την βρύση, όπου σήμερα είναι η Αγία Κυριακή και συνεχίζαμε το μονοπάτι προς το Ιτς – Μπουνάρ. Περνούσαμε την κορυφή και φτάναμε στα βοσκοτόπια της Σκοπιάς, που ήταν γεμάτα σπρένκες. Η διαδρομή από τα μονοπάτια του βουνού κρατούσε μια ώρα.
Στην πλαγιά έβοσκαν τα πρόβατα της Σκοπιάς, και μόλις τα σκυλιά αντιλαμβανόταν την παρουσία μας, ορμούσαν όλα μαζί. Ποιος λογάριαζε τα σκυλιά όμως, αυτά υποχωρούσαν με τις πρώτες πέτρες που τους ρίχναμε. Λίγη ξεκούραση ήταν απαραίτητη μετά τόσο περπάτημα. Καθόμασταν λοιπόν μέσα στα πολυβολεία, που τότε ήταν σε καλή κατάσταση, καθώς ο πόλεμος είχε τελειώσει λίγα χρόνια πριν, και μοιραζόμασταν τα βρασμένα κάστανα που είχαμε στις τσέπες μας. Μετά αρχίζαμε την δουλεία.
Χωνόμασταν κάτω από τις σπρένκες, περνούσαμε μια τριχιά και τραβούσαμε τις δυο άκρες, έτσι που τα κλαδιά δεν εμπόδιζαν αυτόν που έκοβε τον κορμό. Τις κομμένες σπρένκες τις πηγαίναμε στην κορυφή και όταν τελειώναμε άρχιζε η πεζοπορία της επιστροφής, που δεν ήταν και τόσο εύκολη, επειδή κάθε παιδί έσερνε και μια σπρένκα. Και ήμασταν όλοι μικροί, από δέκα μέχρι δεκατεσσάρων χρονών. Πολλές φορές μας έπιανε το σκοτάδι και τότε ανάβαμε τους φακούς που είχαμε μαζί μας.
Ήταν εκείνοι οι τετράγωνοι φακοί με τις πλακέ μπαταρίες, που χωρούσαν στις τσέπες μας. Χωρίς φωνές κατεβαίναμε το μονοπάτι του Ίτς-Μπουνάρ και με οδηγό τον πρώτο που πότε άναβε και πότε έσβηνε τον φακό του, καθώς το μονοπάτι φαινόταν από την πόλη και δεν θέλαμε να γίνουμε αντιληπτοί από τα παιδιά άλλων γειτονιών, επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να φέρουν μεγάλα παιδιά και να μας πάρουν τις σπρένκες. Μόλις φτάναμε στον βράχο, όπου είναι σήμερα το ΦΟΟΦ, σταματούσαμε να πάρουμε μια ανάσα.
Ακριβώς κάτω, στους πρόποδες του βουνού ήταν το σπίτι της Άγγιας, όπου στην αυλή της βάζαμε τις σπρένκες. Το κατέβασμα γινόταν στην ευθεία και όχι από το μονοπάτι. Κατρακυλούσαμε και εμείς και οι σπρένκες και γεμάτοι χαρά, μόλις φτάναμε στην αυλή τις δέναμε και κρεμούσαμε ένα κουδούνι, για λόγους ασφαλείας. Η αποστολή είχε τελειώσει.
Στο βουνό πηγαίναμε κάθε Σάββατο το μεσημέρι, πριν πιάσουν τα χιόνια. Τις άλλες ημέρες, αφού διαβάζαμε τα μαθήματα της επόμενης ημέρας και μόλις έπιανε το σκοτάδι, σαν σκιές μαζευόμασταν σε κάποια γωνιά έτοιμοι για δράση. Τότε στις εφτά το βράδυ δεν κυκλοφορούσε κανείς στους δρόμους. Μόνο ο κεντρικός δρόμος είχε κίνηση, από αυτούς που έβγαιναν για να κάνουν την βόλτα τους. Οι άλλοι δρόμοι ήταν έρημοι. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν, και οι λάμπες στους στύλους φώτιζαν ελάχιστα. Ιδανικό περιβάλλον για επιδρομές και κλέψιμο ξύλων.
Ξεκινούσαμε λοιπόν μέσα στο σκοτάδι και χτενίζαμε όλους τους δρόμους για να βρούμε ξύλα. Μπαίναμε κρυφά στις αυλές και παίρναμε λίγα καυσόξυλα. Και αν κανένας νοικοκύρης μας έπαιρνε χαμπάρι έβαζε τις φωνές και τίποτε περισσότερο. Όλοι δεχόταν το έθιμο. Το κλέψιμο ξύλων επιτρεπόταν πριν τις Φωτιές. Πολλοί το θεωρούσαν και γούρι. Αρπάζαμε ό,τι ξύλινο βρίσκαμε μπροστά μας, ό,τι μπορούσε να καεί στη φωτιά. Τα κλεμμένα ξύλα τα συγκεντρώναμε σε ένα άλλο σπίτι, στο σπίτι της Αλίκης κοντά στη γέφυρα.
Μια φορά βρήκαμε παλιά καδρόνια, ότι καλύτερο για την φωτιά μας, και σαλτάραμε έναν τοίχο τέσσερα μέτρα ύψος. Με κόπο καταφέραμε να πάρομε μερικά. Δυο, δυο παιδιά με ένα καδρόνι στους ώμους τρέχαμε στο σκοτάδι μέσα σε ξένες γειτονιές. Μόλις φτάσαμε στο Γιάζι μας επιτέθηκαν τα παιδιά αυτής της γειτονιάς για να μας πάρουν τα καδρόνια. Ακολούθησε συμπλοκή. Τα καδρόνια όμως τα σώσαμε και τα μεταφέραμε στη γειτονιά μας.
Αυτά γινόταν κάθε βράδυ σε όλη την Φλώρινα. Και όταν πλησίαζαν οι μέρες για τις Φωτιές, οι αυλές και της Άγγιας και της Αλίκης ήταν γεμάτες από σπρένκες και ξύλα. Υπήρχε κίνδυνος να εισβάλλουν παιδιά άλλης γειτονιάς και να μας κλέψουν τις σπρένκες και τα ξύλα. Τις νύχτες εκείνες όλο και κάποιοι φύλαγαν. Τις σπρένκες και τα ξύλα τα φύλαγαν οι νοικοκύρηδες των σπιτιών, που μας παραχωρούσαν τις αυλές τους, αλλά και οι νέοι άνδρες της γειτονιάς. Έτσι, οι κόποι μας δεν πήγαιναν χαμένοι.
Στις 23 Δεκεμβρίου έκλειναν τα σχολεία για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Μετά την σχολική γιορτή, που δεν μας άγγιζε, καθώς στο νου μας είχαμε τις Φωτιές, ετοιμαζόμασταν για την τελική φάση. Το μεσημέρι, όλοι με φτυάρια και κασμάδες μαζευόμασταν στο πάρκο, όπου σήμερα το κτήριο του «Αριστοτέλη», και αρχίζαμε το σκάψιμο της τρύπας, όπου θα ανάβαμε την φωτιά. Η τρύπα της φωτιάς γινόταν κλιμακωτά, δηλαδή σκάβαμε σκαλοπάτια κυκλικά. Μετά τοποθετούσαμε τα ξύλα και φτιάχναμε μια πυραμίδα τριών μέτρων περίπου. Φέρναμε και τις σπρένκες και όλα ήταν έτοιμα πριν σκοτεινιάσει. Μετά χωριζόμασταν σε ομάδες δυο και τριών παιδιών και σκορπούσαμε στην γειτονιά για να πούμε τα κάλαντα. Χτυπούσαμε τις πόρτες και τραγουδούσαμε:
«Ξύλα πολλά για κάλαντα / ξύλα για την φωτιά μας / που θα ανάψομε εδώ / εδώ στην γειτονιά μας». Και αν η πόρτα δεν άνοιγε έγκαιρα χτυπούσαμε επίμονα την πόρτα φωνάζοντας ρυθμικά «Ξύλα για κάλαντα / ξύλα για κάλαντα». Από τα φτωχά σπίτια παίρναμε καυσόξυλα και από τα πλούσια δραχμές. Με τα χρήματα που συγκεντρώναμε αγοράζαμε ένα τενεκέ πετρέλαιο από το βενζινάδικο του Μήτσου Γαϊτάνη, που βρισκόταν στην Δημοτική Αγορά. Όλα ήταν έτοιμα για την φωτιά.
Και σαν πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, όλοι ήταν στους δρόμους, εκτός τα κορίτσια, που οι γονείς δεν τους επέτρεπαν να βγουν στις Φωτιές. Εμείς τα αγόρια της γειτονιάς πρωτοστατούσαμε και μόλις γινόταν η ώρα δώδεκα ακριβώς ανάβαμε την φωτιά. Όλοι οι γείτονες γύρω από την φωτιά περίμεναν να πάρει καλά η φωτιά για να απολαύσουν το θέαμα. Και μόλις οι πρώτες φλόγες άρχιζαν να βγαίνουν από τα στοιβαγμένα ξύλα, ο αρχηγός της ομάδας των παιδιών έπαιρνε την πρώτη σπρένκα, την σήκωνε ψηλά και έτρεχε προς την φωτιά. Την έριχνε και κάποιος άλλος την κρατούσε σταθερά πάνω στη φωτιά με ένα μακρύ ξύλο. Το κέδρο έβγαζε σπίθες, σαν πυροτέχνημα και μαζί τον χαρακτηριστικό του ήχο. Όλοι όσοι παρακολουθούσαν το θέαμα ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν.
Μετά έδιναν ευχές για τα Χριστούγεννα. Όλα τα παιδιά που συμμετείχαν έριχναν μια σπρένκα στη φωτιά και το θεωρούσαν τιμή. Κανείς δεν έριχνε σπρένκα αν δεν ζητούσε την άδεια από τα παιδιά. Οι γείτονες απολάμβαναν την φωτιά και οι γυναίκες τραγουδούσαν κανένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Κεράσματα δεν υπήρχαν. Ο καθένας έφερνε από το σπίτι του συνήθως βρασμένα κάστανα και οι γεροντότεροι κανένα γκιουμάκι με τσίπουρο για να βράσουν ποντς.
Όλοι απολάμβαναν το θέαμα της φωτιάς, και όταν τελείωναν οι σπρένκες, εμείς τα παιδιά φεύγαμε όλοι μαζί για να επισκεφτούμε τις φωτιές των άλλων γειτονιών. Όλη τη νύχτα τριγυρνούσαμε στην πόλη από φωτιά σε φωτιά και τα ξημερώματα γυρίζαμε στη δική μας που έκαιγε ακόμη. Εκεί καθόμασταν και περιμέναμε να ξημερώσει, να φανούν οι μάνες μας με το κατσί (φτυαράκι) στο χέρι για να πάρουν αναμμένα κάρβουνα για να ανάψουν την σόμπα. Ήταν γούρι λέγανε για όλη την χρονιά. Τότε πηγαίναμε και εμείς για ύπνο.
Οι Φωτιές είχαν τελειώσει.
Δημήτρης Μεκάσης