Ο καιρός της Φλώρινας

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

ΛΟΦΟΙ ΦΛΩΡΙΝΑΣ (ΤΑΡΑΝΤΣΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Δάσκαλος)

Α) ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

1) Γεωγραφική θέση
Μια μικρή κοινότητα βορειανατολικά της Φλώρινας, (απέχει 18 χλ. Απ’ αυτήν στον οδικό άξονα Φλώρινας-Θεσσαλονίκης ), με πληθυσμό 470 περίπου κατοίκους και υψόμετρο 720 μέτρων περίπου. Η κοινότητα ορίζεται βόρεια από την κοινότητα Μελίτης, βορειοανατολικά από την κοινότητα Κέλλης, ανατολικά από την κοινότητα Βεύης, νότια από την κοινότητα Σ.Σ. Βεύης και δυτικά από την κοινότητα Νεοχωρακίου.
Το χωριό είναι κτισμένο ανάμεσα σε δύο λόφους και γι’ αυτόν τον λόγο προέκυψε και η ονομασία του «Λόφοι». Η συνολική έκταση που κατέχει η κοινότητα είναι 16.000 περίπου στρέμματα, εκ των οποίων τα 9.500 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμα.

2) Μορφολογία

Το χωριό περιβάλλεται από αρκετούς λόφους, η καλλιεργήσιμη έκταση όμως είναι ομαλή, χωρίς να προβληματίζει ιδιαίτερα τους καλλιεργητές. Στα όρια της κοινότητας υπάρχουν αρκετά βοσκοτόπια, που εξυπηρετούν τις ανάγκες των κτηνοτρόφων. Το μοναδικό δάσος του χωριού βρίσκεται Β.Α. και ονομάζεται «ΓΚΙΩΝΙΤΣΑ». Αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από βελανιδιές.,

3) Υδατογραφία
Μέσα στα όρια της κοινότητας δεν υπάρχει ποταμός. Εκτός από 4-5 πηγές, οι οποίες υπήρχαν και υπάρχουν ορισμένες και σήμερα, εξυπηρετώντας τις ανάγκες των κατοίκων του χωριού.
4) Κλίμα
Το κλίμα της περιοχής γενικότερα θα χαρακτηριζόταν ηπειρωτικό, με βαρύ χειμώνα και θερμοκρασίες μέχρι και -30 βαθμούς Κελσίου.
Ένα από τα χαρακτηριστικά του χειμώνα, εκτός από τις παγωνιές και το χιόνι, την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου, είναι η παγωνιά με ομίχλη, το λεγόμενο «ΣΙΝΙΑΚ», το οποίο μπορεί να κρατήσει αρκετές ημέρες. Τα καλοκαίρια είναι συνήθως θερμά, το βράδυ όμως η θερμοκρασία πέφτει και είναι δροσερά και ευχάριστα.
Υπάρχουν όμως και μεγάλες περίοδοι ανομβρίας και αυτό έχει άμεση επίδραση στις γεωργικές καλλιέργειες. Οι άνεμοι που συμβάλλουν και δημιουργούν τις παγωνιές του χειμώνα είναι Βόρειοι-βορειοανατολικοί.
Β) ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

1) Παλαιότεροι οικισμοί
Βορειοανατολικά του χωριού στην περιοχή «ΣΕΛΙΣΤΣΕ» (που σημαίνει χωριό) οι γεωργοί με το όργωμα βρίσκουν συχνά στα χωράφια διάσπαρτες κεραμικές πλάκες. Κτίσματα εμφανή τουλάχιστον δεν υπάρχουν. Η παράδοση μόνο αναφέρει πως υπήρχε κάποιος οικισμός, χωρίς να μπορούμε να δώσουμε συγκεκριμένα στοιχεία για την διάρθρωση αυτού του οικισμού.
Η άποψη για την ύπαρξη οικισμού ενισχύεται συνδυάζοντας ορισμένα στοιχεία όπως το τοπωνύμιο της περιοχής, το οποίο δεν δόθηκε τυχαία (ΣΕΛΙΣΤΣΕ=Χωριό). Κοντά στην εν λόγο περιοχή υπάρχει και η περιοχή του «ΑΣΑΡΙ» - ετυμολογικά στα Λατινικά άσαρος σημαίνει λυπηρόν-ησυχαστήριον - Η ετυμολογία αυτή μπορεί να στηριχθεί με τα ακόλουθα στοιχεία: Με την κατασκευή του γηπέδου στην περιοχή βρέθηκαν τάφοι με οστά και διάφορα πήλινα σκεύη.
Οι μαρτυρίες επίσης αναφέρουν πως υπήρχε εκκλησία και ένα πηγάδι το οποίο θεωρούνταν αγιασμός.
Σήμερα τα μόνα εμφανές στοιχεία, εκτός από τους τάφους είναι και ένας τοίχος 60 εκ. πλάτους, το οποίο όμως έχει καλυφθεί στο μεγαλύτερο μέρος του. Ίσως ήταν περίφραξη της εκκλησίας.
Δίπλα από την περιοχή του «ΑΣΑΡΙ» υπάρχει η περιοχή «ΣΙΜΙΤΡΙΑ». Εάν ετυμολογήσουμε και εδώ την λέξη, στα Λατινικά «ΣΙΜΙΤΕΡΟ», σημαίνει κοιμητήριο. Και πράγματι στην περιοχή υπάρχουν πέτρινοι τάφοι, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με χριστιανικούς τάφους ή τους παλιούς τάφους που βρίσκονται στα σημερινά νεκροταφεία.
Αργότερα έθαβαν εκεί τα αβάπτιστα μωρά που πέθαιναν. Σήμερα υπάρχουν τα ερείπια μιας εκκλησίας - δεν γνωρίζουμε το πότε χτίστηκε, ούτε πότε καταστράφηκε - και το παρεκκλήσι του Αγ. Δημητρίου.
Υπάρχει όμως και μία άλλη εκδοχή για την ονομασία της περιοχής : «ΣΦΕΤΙΔΙΜΙΤΡΙΑ» σημαίνει Αγ. Δημήτριος και είναι πιθανόν να προήλθε από αυτό και το «ΣΙΜΙΤΡΙΑ».
Είναι φυσικά μία άποψη που μπορεί να αντικρούσει την Λατινική ετυμολογία της λέξης. Κοντά στην περιοχή του «ΣΕΛΙΣΤΣΕ» υπάρχει η περιοχή «ΛΟΥΙΖΑΤΑ» που σημαίνει αμπελώνας. Το σημαντικό είναι πως καμία παράδοση δεν αναφέρει το πότε καλλιεργήθηκαν. Οι γεροντότεροι λένε πως ακόμα και οι προ παππούδες τους δεν γνώριζαν και δεν είχαν ακούσει κάτι σχετικό για τον χρόνο καλλιέργειας.
Ένα ακόμα στοιχείο σημαντικό είναι πως οι Τούρκοι δεν είχαν το δικαίωμα επιβολής φόρου, στον Τρύγο. Ήταν, θα λέγαμε, το μόνο περιουσιακό στοιχείο που ανήκε στους κατοίκους του χωριού και όχι στην δικαιοδοσία των Τούρκων.

2) Ονομασία
Η σύγχρονη ονομασία του χωριού Λόφοι είναι προφανές ότι προήλθε από τους δύο λόφους, όπου ανάμεσα είναι χτισμένο. Η παλιά του ονομασία «ΖΑΜΠΡΝΤΕΝΙ» είναι συνυφασμένη με την τοποθεσία του χωριού. Ετυμολογικά η λέξη «ΖΑΜΠΡΝΤΕΝΙ» σημαίνει: ΖΑΤ=πίσω, ΜΠΤΡ-Λόφοι: πίσω από τους λόφους.

3)Ιστορία
- Από πού προέρχονται οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού και γιατί επέλεξαν αυτή την περιοχή;
- Οι ρίζες των πρώτων κατοίκων του χωριού χάνονται κάπου στο βορρά, χωρίς όμως να μπορούμε να δώσουμε συγκεκριμένα στοιχεία του τόπου καταγωγής.
Η επιλογή τους για τον χώρο που διάλεξαν να εγκατασταθούν δεν θα πρέπει να ήταν τυχαία. Η γεωγραφική θέση ανάμεσα σε δύο λόφους σε συνδυασμό με το πυκνό δάσος, την πυκνή βλάστηση, τις πηγές που υπήρχαν, απαραίτητα στοιχεία για την βοσκή των κοπαδιών. Ήταν βέβαια και το τέλειο από φυσικής άποψης, κρησφύγετο προφύλαξης από διάφορες ληστρικές επιδρομές.
- Πες ορισμένα πράγματα για το χωριό γενικά, για τον τρόπο που ζούσαν παλιά οι οικογένειες και για τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν.
- Από αρχιτεκτονικής άποψης τα σπίτια του χωριού ήταν πολύ μεγάλα, τα ονομαζόμενα «ΤΣΕΤΦΑΡΤΙΝΕΣ» λιθόκτιστα, με μικρά παράθυρα-φεγγίτες. Ο λόγος που χτίζονταν τόσο μεγάλα ήταν ότι ο στάβλος και η αποθήκη ήταν στην μία άκρη του σπιτιού, ενώ στην άλλη άκρη υπήρχε το τζάκι και ο χώρος για την οικογένεια. Η διάρθρωση αυτή εξυπηρετούσε γιατί υπήρχε φόβος ληστρικών επιδρομών. Για να διαφυλάξουν λοιπόν τα προϊόντα και τα ζώα τους, ήταν αναγκαίο να βρίσκονται μέσα στο σπίτι και όχι σε διαφορετικά κτίσματα.
Ρυμοτομικό σχέδιο δεν υπήρχε. Το χωριό χωριζότανε στο κέντρο του με φυσικό τρόπο, σε δύο μαχαλάδες (τον πάνω και τον κάτω μαχαλά) από ένα ρυάκι (στο σημείο αυτό υπήρχε η πλατεία του χωριού) που είχε δημιουργηθεί από την πηγή που υπήρχε (και υπάρχει ακόμα και σήμερα) και εξασφάλιζε τις ανάγκες των κατοίκων για πόσιμο νερό. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσαν και τα τρία ή τέσσερα πηγάδια που είχαν ανοίξει. Στην διάρθρωση της οικογένειας, κυρίαρχος ήταν ο τύπος της πατριαρχικής οικογένειας.
Ο γεροντότερος ήταν αυτός που έπαιρνε όλες τις αποφάσεις για τα δρώμενα. Στο ίδια σπίτι στεγάζονταν και τα παιδιά, ακόμα και ύστερα από το γάμο τους, φτάνοντας σε σημείο να έχουμε τύπο οικογένειας-σόι. Ένα είδος κοινοκτημοσύνης στα περιουσιακά, όλοι εργάζονταν για τον ίδιο σκοπό σε διαφορετικά πόστα ο καθένας, με αρχηγό τον γεροντότερο. Την ώρα του φαγητού θα έπρεπε να βρίσκεται ο μεγαλύτερος της οικογένειας στο σπίτι, για να μπορούν και τα άλλα μέλη να γευματίσουν. Η γυναίκα φυσικά ασχολούνταν, εκτός από τα οικιακά και τα παιδιά, και με αγροτικές δουλειές.
Οι οικονομικές συναλλαγές γίνονταν με χρήματα ή προϊόντα στο μοναστήρι. Οι ανάγκες του χειμώνα εξασφαλίζονταν την εποχή του φθινοπώρου.
Η άνθιση της κτηνοτροφίας δημιουργούσε προβλήματα για το πότισμα των ζώων. Έτσι αναγκάζονταν να πηγαίνουν στο ποτάμι της Σιταριάς. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τις αντιδράσεις των κατοίκων της Σιταριάς.
Το ζήτημα λύθηκε στον ίδιο χώρο, στο ποτάμι, ύστερα από δίκη. Ο τούρκος δικαστής για να βγάλει δίκαιη απόφαση – αφού η κάθε πλευρά πρότεινε τα δικά της επιχειρήματα: οι μεν Σιταριώτες ότι το ποτάμι ήταν αποκλειστικά δικό τους και οι δε Λοφιώτες ότι στο μέρος που πότιζαν είχαν κι αυτοί δικαιώματα – ρώτησε τα μικρά παιδιά «πώς λέγεται αυτό το μέρος που ποτίζουν τα ζώα τους οι Λοφιώτες;» τα παιδιά απάντησαν «ΖΑΜΠΡΤΣΚΟ ΠΕΡΑΛΟ» δηλαδή «λοφιώτικη πλύστρα». Οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν εκεί και έπλεναν τα μάλλινα. Με αυτόν τον τρόπο το αίτημα των κατοίκων του χωριού ικανοποιήθηκε.
- Πες μου ορισμένα πράγματα για την περίοδο της τουρκοκρατίας.
- Το 1905 οι Τούρκοι έκαψαν την εκκλησία του Αγ. Νικολάου, η μοναδική τότε στο χωριό, όπως και ορισμένα σπίτια. Το 1912 μεγάλη στρατιωτική δύναμη των Τούρκων κυνήγησε τον Ελληνικό στρατό που είχε έρθει στην περιοχή του χωριού. Τότε πολλοί κάτοικοι του χωριού πήγαν στον Αγ. Αθανάσιο Έδεσσας, και άλλοι μαζί με τον Ελληνικό στρατό, στα Σέρβια Κοζάνης, όπου θα πρέπει να κάθισαν ένα μήνα περίπου. Όταν γύρισαν στο χωριό τα πάντα είχαν καεί. Από τα 45 σπίτια είχαν μείνει μόνο 12 και αυτά με μεγάλες ζημιές. Έτσι αρκετές οικογένειες αναγκάστηκαν και πήγαν σε γειτονικά χωριά όπως η Σιταριά, η Μελίτη, το Νεοχωράκι. Αυτό ήταν και το τελευταίο χτύπημα των κατοίκων του χωριού από τους Τούρκους. Το 1912-1913 το χωριό περιήλθε στην Ελληνική κυριότητα. Το 1914 ήλθαν οι Γάλλοι στην περιοχή και έμειναν ως το 1917. Για δικές τους ανάγκες ξύλευσαν την περιοχή, η οποία καλυπτόταν από δάσος και έφτιαξαν με την βοήθεια των κατοίκων τον δρόμο, ο οποίος υπάρχει ακόμα και σήμερα και ενώνει την Μελίτη, περνώντας μέσα από το χωριό, με την Βεύη, στον οδικό άξονα για Θεσσαλονίκη. Ο δρόμος ονομάστηκε Γαλλικός.
Η συμμετοχή των Λόφων στις διάφορες πολεμικές συγκρούσεις ήταν άμεση. Το 1919 στον Μικρασιατικό πόλεμο συμμετείχαν περίπου 15 άτομα, πολλοί εκ των οποίων σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.
Επίσης πολλοί συμμετείχαν και το 1940 στον πόλεμο εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών, στην Εθνική αντίσταση, τον Εμφύλιο. Το κόστος ήταν απώλειες σε νεκρούς αλλά και πολλούς πολιτικούς πρόσφυγες.
Αν και δεν υπήρχαν στρατιωτικά Τουρκικά τμήματα στο χωριό, αυτό δεν σήμαινε ότι δεν ενδιαφέρονταν για το τσιφλίκι των 16.000 στρ. Την επίβλεψη και την συγκέντρωση των φόρων την είχαν αναθέσει στον Μπέη και στους υποτακτικούς του. Δεν γνωρίζουμε το όνομα του και μάλλον δεν έμενε στο χωριό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι είχε σπίτι και αποθήκες στο κέντρο του χωριού, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το δημοτικό σχολείο.
Οι φόροι ήταν δυσβάσταχτοι. 50% για τους κατοίκους και 50% για τον Μπέη. Πολλές φορές όμως η παραγωγή ήταν λίγη. Ο Μπέης έπαιρνε όλη την παραγωγή χωρίς να αφήσει τίποτε στους κατοίκους. Το γεγονός αυτό ανάγκαζε τους κατοίκους να μεταναστεύσουν στην Βουλγαρία, στην Κων/πολη, στην Ρωσία. Αργότερα μετά το 1912 και στην Αμερική. Το 1912 όταν έφυγαν οι Τούρκοι από το χωριό το τσιφλίκι ανέλαβαν κάποιοι άλλοι οι οποίοι έμεναν στο σπίτι του Μπέη. Αυτοί αρνούνταν να πουλήσουν το τσιφλίκι. Αργότερα όμως το 1927 μπροστά στον κίνδυνο των απαλλοτριώσεων από το Ελληνικό δημόσιο αναγκάστηκαν να κάνουν συμφωνίες με τους κατοίκους ως προς τη τιμή, και τελικά στις 9 Ιουλίου του 1928 αγοράστηκε από τους κατοίκους και ο κλήρος που αντιστοιχούσε στην κάθε οικογένεια ήταν 90 χρυσά εικοσάφραγκα.

Ζ) ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ-ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ-ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
Εκκλησίες στο χωριό υπήρχαν πολλές, εκείνη όμως η οποία ήταν το καμάρι του χωριού βρισκόταν στην ανατολική πλευρά. Ήταν η εκκλησία του ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΣΦΕΤ ΝΙΚΟΛΑ χωρίς τρούλο και καμπαναριό, με γυναικωνίτη, λιθόκτιστη με ένα δύο σκαλοπάτια κάτω από το έδαφος. Η Θεία λειτουργία γινόταν στην Βουλγάρικη γλώσσα ως το 1912. συγκεκριμένα στοιχεία κατασκευής δεν υπάρχουν. Οι κάτοικοι της Βεύης έλεγαν στους κατοίκους του χωριού μπορεί να μην έχετε ωραίο χωριό αλλά η εκκλησία σας είναι η καλύτερη της περιοχής. Η εκκλησία κάηκε το 1905 από τους Τούρκους. Στην προσπάθειά τους να σβήσουν τη φωτιά ορισμένοι κάτοικοι του χωριού σκοτώθηκαν από τους Τούρκους. Σήμερα τα μόνα δείγματα που έχουν μείνει από την καταστροφή είναι δύο πλάκες, η μία με ανάγλυφο σταυρό και η άλλη με την προσωπογραφία κάποιου Αγίου.
Στον χώρο αυτόν σήμερα έχει κτιστεί ο παιδικός σταθμός και υπάρχει το παρεκκλήσι του Αγ. Νικολάου. Το χωριό έμεινε χωρίς εκκλησία μέχρι το 1917 οπότε και κτίστηκε η εκκλησία της Αγ. Παρασκευής από τους Σέρβους. στον χώρο που κτίστηκε η Αγ. Παρασκευή παλιά υπήρχε άλλη εκκλησία.
Η εκκλησία ανακαινίσθηκε το 1970 με την βοήθεια των κατοίκων. Σήμερα στην Αγ. Παρασκευή βρίσκεται το νεκροταφείο του χωριού. Υπάρχουν και κάποιοι παλιοί τάφοι στους οποίους διακρίνεται ένας ανάγλυφος πέτρινος σταυρός και γράμματα.
Ο σημερινός ναός των ΑΓ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ κτίσθηκε το 1955 και εγκαινιάστηκε το 1975. Εορτάζει 21 Μαΐου όπως και όλο το χωριό.


ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
Στην περιοχή «ΜΟΝΑΣΤΗΡΤΣΕ» βόρεια του χωριού αναφέρεται πως υπήρχε μοναστήρι. Σήμερα υπάρχουν μόνο τα θεμέλια του μοναστηριού.
Δίπλα στην περιοχή αυτή υπάρχει η πηγή «ΒΡΜΠΑ» η οποία θεωρούνταν πως ήταν ο αγιασμός του μοναστηριού.

ΑΓΙΑΣΜΑΤΑ
Στην περιοχή δυτικά του χωριού «ΣΦΕΤΑΝΑΣ – ΑΓ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ» γινόταν το λεγόμενο «ΚΟΥΡΜΠΑΝ – ΤΑΜΑ». Όλοι οι κάτοικοι του χωριού μαζεύονταν σε αυτήν την περιοχή στις 2 Μαΐου και έσφαζαν πάνω σε μία μεγάλη πέτρα ένα αρνί. Στην συνέχεια το έβραζαν μαζί με ρύζι και το μοίραζαν στους κατοίκους. Μετά το φαγητό ακολουθούσε χορός. Στο τέλος πήγαιναν και έπαιρναν νερό από το πηγάδι στην περιοχή του «ΑΣΑΡΙ» το οποίο θεωρούσαν αγιασμό.


Η) ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

1) Οι φωτιές που άναβαν στην πλατεία του χωριού στις 12 μ.μ. την 23η Δεκεμβρίου, τα λεγόμενα «ΚΟΛΕΝΤΑ». Και την 31η Δεκεμβρίου τη «ΣΟΥΡΒΑ». Για το σχηματισμό της φωτιάς κάθε οικογένεια έδινε τα δικά της τσάκνα. Στην συνέχεια παρέες γύριζαν από σπίτι σε σπίτι. Ο νοικοκύρης έριχνε στάχτη έξω στην αυλή πριν μπουν και τους έδιναν συνήθως χαρούπια. Το έθιμο αυτό αναβιώνει ακόμα και σήμερα.

2) Την πρωτοχρονιά οι νέοι του χωριού ντύνονταν με προβιές για να μην αναγνωρίζονται, τα λεγόμενα «ΜΠΑΜΠΑΡΙΑ». Στην μέση τους έβαζαν κουδούνια. Γύριζαν από σπίτι σε σπίτι συνοδεύοντας και προστατεύοντας τη νύφη και τον γαμπρό. Η νύφη ήταν κάποιος άντρας. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν ένας από την ομάδα ξάπλωνε στην αυλή και ο αρχηγός έλεγε στον νοικοκύρη ότι για να σηκωθεί έπρεπε να τους δώσει κάτι. Έτσι συγκέντρωναν λίπος, κρέας, γέννημα και τσίπουρο. Το έθιμο αυτό αναβιώνει μέχρι σήμερα.



3) Το σφάξιμο του γουρουνιού πριν τα Χριστούγεννα. Κάθε οικογένεια τάιζε το δικό της γουρούνι. Το κρέας το πάστωναν για να το διατηρήσουν ή το τηγάνιζαν και το έβαζαν σε πήλινα δοχεία σφραγίζοντας το δοχείο με λίπος, ο λεγόμενος «ΚΑΒΑΡΜΑΣ». Με το λίπος έκαναν και τις λεγόμενες «ΤΖΟΥΜΠΕΡΙΝΕΣ». Από το δέρμα έφτιαχναν παπούτσια, τα λεγόμενα «ΠΙΝΤΣΙ».

4) Σε περιόδους ανομβρίας κάλυπταν όλο το σώμα ενός παιδιού, το οποίο το ονόμαζαν «ΝΤΟΥΝΤΟΥΛΕ» με ένα φυτό το ονομαζόμενο «ΜΠΟΣ» το οποίο φύτρωνε σε δροσερά μέρη. Γύριζαν το παιδί από σπίτι σε σπίτι και οι νοικοκυρές έριχναν πάνω του νερό. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τον καιρό ώστε να βρέξει. Επίσης κρεμούσαν στα κλαδιά ενός δέντρου μια χελώνα για τον ίδιο σκοπό.

5) Σε θεομηνίες, όπως το χαλάζι, η καταστροφή των χωραφιών πετούσαν στην αυλή τον τρίποδα, τον οποίο χρησιμοποιούσαν για να στηρίζουν τα καζάνια στο τζάκι, καθώς και αλάτι. Στις καταιγίδες, οι οποίες συνοδεύονταν από αστραπές και βροντές, εύχονταν να μην πέσει κεραυνός εκεί όπου πετεινός λαλεί και ακούγεται τσεκούρι αλλά μακριά στα βουνά.

6) Τα «ΚΟΛΕΝΤΑ» τα οποία οι νοικοκυρές τα έφτιαχναν από ζυμάρι. Ήταν ένα κουλούρι ίσιο και ένα με τον αριθμό οκτώ. Αυτά συμβόλιζαν το ζευγάρι των ζώων και τα κρατούσαν ως τα Θεοφάνια. Τα Θεοφάνια τα περνούσαν από το λαιμό των ζώων, τα ράντιζαν με νερό και έπειτα τους τα έδιναν να τα φάνε. Την ημέρα των Θεοφανίων έκαναν ακόμα και ένα μπουκέτο «ΚΙΣΚΑ» από βρίζα και το στόλιζαν με σπόρους καλαμποκιού περνώντας τους από μία κλωστή. Ορισμένους σπόρους έτρωγαν τα μέλη της οικογένειας ενώ τους υπόλοιπους τους έβαζαν στα κέρατα των ζώων. Το μπουκέτο το φύλαγαν μέχρι την σπορά.

7) 1η Φεβρουαρίου η νοικοκυρά ζύμωνε ένα μικρό ψωμάκι «ΠΟΥΠΤΣΕ» τηγάνιζε κρέας και λουκάνικα από το γουρούνι και όλη η οικογένεια πήγαινε στο αμπέλι. Ο νοικοκύρης πήγαινε στη μέση του αμπελιού σε κάποια κληματαριά και έλεγε πως θα κόψει ένα κλήμα. Τότε όλη η οικογένεια φώναζε να μη το κόψει. Αυτός όμως το έκοβε. Αυτήν η διαδικασία γινόταν τρεις φορές σε τρεις διαφορετικές κληματαριές. Με τα τρία αυτά κλήματα και με το μπουκέτο της βρίζας έφτιαχνε ένα σταυρό με κόκκινη κλωστή και το στήριζε σε κάποια κληματαριά. Στη συνέχεια αυτές τις τρεις κληματαριές τις ράντιζε με κρασί. Μετά το τέλος αυτής της διαδικασίας η οικογένεια γευμάτιζε στο αμπέλι.

8) Το Πάσχα η βαφή των κόκκινων αυγών γινόταν με την φλούδα κρεμμυδιού. Του Αγ. Γεωργίου έβαφαν κίτρινα αυγά με ένα κίτρινο χόρτο το οποίο το ονόμαζαν «ΜΛΕΤΣΚΑ».

9) Την παραμονή της πρωτομαγιάς η νοικοκυρά με τα παιδιά της γύριζε γύρω από το σπίτι και την αυλή κάνοντας θόρυβο με κρόταλα και φωνάζοντας: «φύγετε φίδια και ερπετά έρχονται οι κλέφτες θα σας κόψουν και θα σας κάψουν».

10) Αρχές Μαΐου οι κάτοικοι του χωριού έβγαιναν στην ύπαιθρο ξαπλωμένοι μπρούμυτα με τα χέρια πίσω και βοσκούσαν ένα συγκεκριμένο χόρτο.

11) Την περίοδο της σποράς στο πρώτο χωράφι που θα έσπερναν η νοικοκυρά ζύμωνε ένα ψωμάκι και μία πίτα. Όλη η οικογένεια πήγαινε στο χωράφι. Εκεί έτρωγαν την πίτα ενώ το ψωμάκι τι έδιναν στο ζευγάρι των ζώων. Το υπόλοιπο μπουκέτο της βρίζας που είχαν κάνει τα Θεοφάνια το έβαζαν στη μέση του χωραφιού και έμενε εκεί. Την ημέρα αυτή δεν έβγαζαν ούτε δάνειζαν τίποτα από το σπίτι.

12) Στις κηδείες στα πόδια του νεκρού έβαζαν ένα ψωμί το οποίο μετά το έδιναν να το φάνε τα ζώα του σπιτιού. Μετά τον ενταφιασμό στο δωμάτιο που πέθανε το μέλος της οικογένειας σε κάποιο σημείο του δωματίου κοσκίνιζαν στάχτη και τοποθετούσαν δύο ποτήρια, το ένα με κρασί και το άλλο με νερό. Πίστευαν ότι το βράδυ θα γυρίσει το πνεύμα αφήνοντας σημάδια στην στάχτη και πίνοντας από το νερό ή το κρασί. Αυτό θα ήταν το σημάδι που θα έδειχνε ότι είχε αγαλλιάσει η ψυχή του και το πνεύμα του. Ένα μέρος από το σάβανο του νεκρού το έκοβαν και το φύλαγαν στο σπίτι.13) Γάμος
Για να ζητήσουν τη νύφη έπρεπε να πάνε στο σπίτι της ο γαμπρός, ο πατέρας του και ένας φίλος, ο οποίος θα έπαιζε το ρόλο του προξενητή.
Ο πατέρας του γαμπρού έταζε προίκα στον πατέρα της νύφης για να δεχτεί να δώσει την κόρη του. Αν συμφωνούσαν γίνονταν τα αρραβωνιάσματα και ορίζανε την ημερομηνία του γάμου. Οι διαδικασίες του γάμου ξεκινούσαν μια μέρα νωρίτερα. Η οικογένεια του γαμπρού πήγαινε στο σπίτι του κουμπάρου και του παρακούμπαρου για να τους καλέσει με μία κουλούρα «ΚΟΛΑΚ» και με κρασί. Σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας οι συγγενείς της νύφης και του γαμπρού τους πήγαιναν δώρα μία οκά σιτάρι και καλαμπόκι. Την Παρασκευή γυναίκες των δύο οικογενειών καθώς και άλλες από το σόι ξύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού και προσκαλούσαν επίσημα τους χωριανούς στο γάμο.
Το απόγευμα έστελναν ένα μικρό αγόρι να γεμίσει νερό με το «ΓΚΙΟΥΜΙ» από την κεντρική πλατεία του χωριού. Σε όλη τη διαδρομή το αγόρι δεν ΄έπρεπε να μιλήσει σε κανέναν ακόμα και αν τον ενοχλούσαν . το νερό αυτό το χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν το προζύμι, το οποίο ζύμωνε ένα μικρό κορίτσι, ανακατεύοντάς το με τη «ΖΕΓΛΑ» ένα μικρό λοστό τον οποίο χρησιμοποιούσαν στο ζευγάρι των ζώων κατά το όργωμα. Μέσα στο προζύμι έβαζαν το δαχτυλίδι της νύφης.
Το προζύμι το χρησιμοποιούσαν για να ζυμώνουν και να ψήνουν τρεις φουρνιές ψωμί και δύο κουλούρες την ημέρα του Σαββάτου.
Την Κυριακή το πρωί αφού ερχόταν η ορχήστρα, χόρευαν στην αυλή τρεις χορούς και έπειτα καλούσαν τρεις φορές τον κουμπάρο και τον παρακούμπαρο. Ενώ στην αρχή αυτοί αρνιόντουσαν την πρόσκληση, την τρίτη φορά δέχονταν. Σε όλη τη διαδρομή από το σπίτι του κουμπάρου ως το σπίτι του γαμπρού έστρωναν χαλιά για να περάσει ο κουμπάρος. Ο κουμπάρος μαζί με τον παρακούμπαρο ξύριζαν τον γαμπρό στην αυλή του σπιτιού.
Μετά το τέλος αυτής της διαδικασίας πήγαιναν όλοι μαζί να πάρουν τη νύφη. Εκεί η μητέρα της νύφης έδινε μάλλινες ποδιές στους συγγενείς του γαμπρού. Το γαμπρό τον έβαζαν στο σπίτι χωρίς να δει τη νύφη και του έδιναν να φάει κοτόπουλο και λουκούμι. Ο παρακούμπαρος χόρευε στην αυλή τη μία κουλούρα ενώ τη δεύτερη την έσπαζαν ο πατέρας του γαμπρού και της νύφης τη στιγμή που θα έβαινε η νύφη από το σπίτι. Βγαίνοντας η νύφη από το σπίτι, στην πόρτα, έπρεπε να σπάσει ένα ποτήρι γεμάτο με κρασί κλωτσώντας το με το πόδι και να ρίξει πίσω της ψωμί. Η στέψη γινόταν στο σπίτι του γαμπρού μέχρι το 1950 περίπου. Όταν κτίστηκε η σημερινή εκκλησία των Αγ. Κων/νου και Ελένης η στέψη γινόταν εκεί. Σε όλη τη διαδρομή από το σπίτι της νύφης ως την εκκλησία μπροστά πήγαινε ο κουμπάρος και ακολουθούσε η νύφη. Τρεις φορές σταματούσαν το ζευγάρι κοπέλες και τους έδιναν νερό. Μετά το μυστήριο η πεθερά της νύφης έριχνε στην εκκλησία το κόσκινο που κοσκίνιζαν το αλεύρι και ανάλογα με τη θέση που θα έπαιρνε το ζευγάρι θα αποκτούσε το πρώτο του παιδί αγόρι ή κορίτσι.
Στην εξώπορτα στο σπίτι του γαμπρού ο πεθερός περνούσε πάνω από το κεφάλι της νύφης ένα ψωμί τρεις φορές και προσπαθούσε να την σηκώσει πιάνοντάς την από τη μέση. Το σόι της νύφης φώναζε: «σας δώσαμε γερή νύφη συμπέθερε δεν μπορείς να τη σηκώσεις». Όταν έμπαινε στο σπίτι η νύφη η πεθερά της καθάριζε μαλλί προβάτου, το σόι του γαμπρού έλεγε στη νύφη: «η πεθερά σου είναι νοικοκυρά». Η νύφη προσκυνούσε τρεις φορές και η πεθερά της έδινε τα δώρα. Το γλέντι που ακολουθούσε κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ. το έθιμο του σεντουκιού υπήρχε για να αποδειχτεί αν η νύφη είναι παρθένα ή όχι.
Την Τετάρτη η οικογένεια του γαμπρού καλούσε τους συμπεθέρους να γευματίσουν μαζί. Την επόμενη Κυριακή η οικογένεια της νύφης καλούσε για γεύμα το ζευγάρι και την οικογένεια του γαμπρού.

14) Γέννηση
Μετά τη γέννηση κάλυπταν το σώμα του μωρού με στάχτη, την οποία απομάκρυναν και έλουζαν το παιδί μόλις την τρίτη μέρα. Ο πρώτος θηλασμός έπρεπε να γίνει από την παραμάνα. Η λεχώνα δεν έβγαινε έξω από το σπίτι για 40 μέρες. Μαυρισμένη στο πρόσωπο, φορούσε στο λαιμό της περασμένα από μάλλινη κόκκινη κλωστή σκόρδο και μια δεκάρα τρύπια. Στο δωμάτιο που έμενε δεν έμπαινε κανείς, παρά μόνο η πεθερά της. Τα παράθυρα του δωματίου τα κάλυπταν, ώστε να μην μπαίνει το φως της ημέρας. Σε περιπτώσεις που το ζευγάρι έκαμνε παιδιά και τους πέθαιναν, το πρώτο παιδί που θα έμενε ζωντανό, η μάνα και η πεθερά άφηναν το παιδί ξημερώματα σε κάποιο σταυροδρόμι και κρυβόντουσαν ώστε να μην τις δει κανείς. Ο πρώτος που θα έβρισκε το παιδί θα γινόταν νονός του παιδιού.

15) Θρύλοι
Στα νεκροταφεία της αγ. Παρασκευής υπάρχει ένας τάφος, ονομαζόμενος ΤΣΟΥΡΤΣΕΦ-ΓΚΡΟΠ. Το πρώτο συνθετικό της λέξης θα έπρεπε να είναι το όνομα του νεκρού, ενώ το δεύτερο σημαίνει τάφος. Σύμφωνα με την παράδοση, ο άνθρωπος αυτός δεν καταγόταν από το χωριό, αλλά από τις γύρω περιοχές. Συγκεκριμένα στοιχεία καταγωγής του δεν αναφέρονται. Κάποια στοιχεία αναφέρουν ότι κατέβηκε από την Βουλγαρία η κάπου βόρεια. Θα πρέπει να έζησε για κάποιο διάστημα στο χωριό και πέθανε εκεί. Στον τάφο του πηγαίνουν ακόμα και σήμερα όσοι έχουν προβλήματα υγείας (έκζεμα, αλλεργίες, σπυριά) και τρίβουν τα σημεία με χώμα από τον τάφο. Στον τάφο του υπάρχει ένα πήλινο δοχείο γεμάτο ευτελή κέρματα, τα οποία έβαζαν ως ελάχιστη ευχαριστία – ανταπόδοση για την θεραπεία τους.

Απόσπασμα από την εργασία του δασκάλου Σάκη Ταρανζόπουλου με τίτλο "Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ ΛΟΦΟΙ ΦΛΩΡΙΝΑ"

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

O καπετάν Λάκης Νταηλάκης

ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
Λάκης Νταηλάκης
O Βορειοηπειρώτης¹ Οπλαρχηγός
(Από το περιοδικό Μακεδονική Ζωή, έκδ. Απρίλιος 1981)

O Λάκης Νταηλάκης που ήταν ένας απ' τους οπλαρχηγούς της Βόρειας Ηπείρου, προερχόταν από παλαιά αρματολική οικογένεια, της οποίας ο προπάππος του είχε γλυτώσει το χωριό τους απ' τις αρπαχτικές διαθέσεις ενός τρομερού σατραπίσκου, του Σαλή μπέη, απ' το Μπόζιγκραντ.
Γεννήθηκε στο Βερνίκι της Βόρειας Ηπείρου, που είναι ένα απ' τα 14 χωριά, που παραχωρήθηκαν το 1924 στην Αλβανία, ύστερα από απόφαση Επιτροπής από Γάλλους, Άγγλους και Ιταλούς, που είχαν στηριχτεί σε ένα πρωτόκολλο της Φλωρεντίας του 1913.
Το πραγματικό επώνυμο του Λάκη Νταηλάκη ήταν Ντέλιος, ενώ το Νταηλάκης ήταν το ψευδώνυμό του. Ζωηρός στο χαρακτήρα κι εχθρός της αδικίας ο Ντέλιος, βρέθηκε στην ανάγκη σε νεαρή ηλικία, να σκοτώσει τον Τουρκαλβανό Ντεμίρ αγά, στις 21 Μαΐου 1900, γιατί είχε γίνει αληθινή μάστιγα στο Ελληνικό στοιχείο τον χωριού του.
Κι επειδή δεν ήταν εύκολο να φύγει ύστερα απ' τη διάπραξη του φόνου εκείνου, αναγκάστηκε να παρουσιαστεί στις Τουρκικές Αρχές της Κορυτσάς, εκθέτοντας και τους λόγους, που τον ώθησαν να διαπράξει το φονικό. Για την πράξη του όμως εκείνη παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε 15χρονη φυλάκιση. Έλληνες, ευκατάστατοι τότε της Κορυτσάς που παρακολούθησαν τη διεξαγωγή της δίκης, τόσο πολύ συγκινήθηκαν που αφού συγκέντρωσαν χρήματα από ομογενείς τους, έκαμαν αναθεώρηση της δίκης, με αποτέλεσμα να αθωωθεί ο Ντέλιος και να αφεθεί ελεύθερος.
Όταν όμως εκείνος θέλησε να επιστρέψει στο χωριό του, Τουρκαλβανοί που παρακολούθησαν την δίκη κι είδαν πως αθωώθηκε, θέλησαν να στήσουν καρτέρι κι αφού τον πιάσουν, να εκδικηθούν το φόνο του ομοεθνούς τους!
Ωστόσο όμως ο Ντέλιος γλύτωσε, γιατί ένας Έλληνας αμαξηλάτης που ανάλαβε να τον μεταφέρει στο χωριό του, τράβηξε τα παραπετάσματα του αμαξιού τον, για να μη φαίνεται. Κι όσοι από περιέργεια ρωτούσαν τον αμαξηλάτη ποιους μεταφέρει, εκείνος απαντούσε πως μεταφέρει το χαρέμι (φαμίλια) ενός Τούρκου μπέη.
Έτσι, χωρίς να πάθει κακό στη διαδρομή από Κορυτσά μέχρι το χωριό του, ο Ντέλιος έφτασε στο σπίτι τον. Επειδή όμως κινδύνευε η ζωή του απ' τους Τουρκαλβανούς του χωριού του, αναγκάστηκε να φύγει και να ενταχθεί στο ένοπλο Σώμα του καπετάν Κώττα, απ' τη Ρούλια της Φλώρινας και να γίνει πρωτοπαλίκαρό του, παίρνοντας το ψευδώνυμο Νταηλάκης. Οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού του, που είχαν τρομοκρατηθεί από τρεις συμμορίες, δεν έβγαιναν όχι μόνο από τα σπίτια τους, αλλά και απ' το χωριό τους ακόμα, αναθέτοντας έτσι τις εργασίες στις γυναίκες τους.
Θυμωμένος ο Νταηλάκης για το φέρσιμο των ανδρών του χωριού του και θέλοντας από το ένα μέρος να απαλλάξει τις γυναίκες απ' τα ανδρικά καθήκοντα και από τ' άλλο να κάμει τους άνδρες του, να διώξουν το φόβο που τους είχε πιάσει, υποχρέωσε 50 απ' αυτούς να αλωνίσουν μια μέρα αγκάθια με γυμνά πόδια. Αυτό, ανάγκασε τους Έλληνες άνδρες του χωριού, να αναλάβουν τα καθήκοντα των σπιτιών τους, πράμα που ικανοποίησε και τις γυναίκες τους.
Θα παραθέσουμε διάφορα χαρακτηριστικά γεγονότα απ' τη δράση του καπετάν Νταηλάκη κατά Τούρκων και Βουλγάρων, για να καταφανεί η παλληκαριά του! Έτσι αρχικά έβαλε με το νου του, να σκοτώσει το Βούλγαρο Βοεβόδα, Τσακαλάρωφ, γιατί όπως άκουε, έκαμνε μεγάλα κακά στους Ορθόδοξους Έλληνες.
Επειδή όμως η προσπάθεια του Νταηλάκη δεν πέτυχε για την εξόντωση του Τσακαλάρωφ, στράφηκε στις αρχές του 1905 σ' άλλους δύο αρχικομιτατζήδες, τους Κουρσάκωφ και Κλιάτσεφ, που βρίσκονταν στο χωριό Μποχοχώρι.
Φτάνοντας λοιπόν εκεί, αφού έπιασε τους δύο Βουλγάρους σκοπούς τους, κάλεσε τους αρχηγούς τους, να αναμετρηθούν. Κι όταν εκείνοι είδαν πως βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, κάλεσαν το μεγάλο Αλβανιστή, Χουσείν μπέη, θερμό φίλο των Βουλγάρων, να τους βοηθήσει.
O Χουσείν αφού συγκέντρωσε δύναμη από 100 χωρικούς οπλισμένους τους πήρε μαζί του και αφού τέθηκε επί κεφαλής τους, ακολούθησε τον τακτικό στρατό, για να χτυπήσει τον Νταηλάκη.
H Επιτροπή όμως αγώνα της Βίγλιστας, που με ανθρώπους της παρακολουθούσε τις κινήσεις τόσο του τακτικού Τουρκικού στρατού, όσο και του Χουσείν μπέη, έστειλε το Σπύρο Νάστο, έμπιστό της, να ενημερώσει το Νταηλάκη. O Νταηλάκης μόλις ενημερώθηκε, έπιασε 30 ξυλοκόπους Αλβανούς, που δούλευαν στο δάσος που βρισκόταν κι αυτός, τους οποίους και περιόρισε. Κατόπιν έστειλε ένα απ' αυτούς, να πάει στο Χουσείν και να του πει πως αν τυχόν τολμήσει, να τον χτυπήσει με τους ένοπλους χωρικούς που συγκέντρωσε, θα βρεθεί στην ανάγκη να σφάξει όλους τους ομόφυλούς του, που βρίσκονταν στα χέρια του. H ειδοποίηση που ήταν γραφτή, να τι έλεγε: "-Σεις είσθε πολίτες και δεν έχετε δικαίωμα να έρθετε με Τουρκικό στρατό, να μας καταδιώξετε. Επειδή όμως τρέφετε μίσος κατά του Ελληνισμού και ενδιαφέρεσθε για τους Βουλγάρους, έρχεσθε εναντίον μας, να βοηθήσετε αυτούς".
Τέτοια ήταν η απήχηση απ' το περιεχόμενο τον γράμματος του Νταηλάκη, που όχι μόνο οι χωρικοί Αρβανίτες έφυγαν, αλλά κι ο τακτικός στρατός. Κι αφού ο Νταηλάκης έγινε αρχηγός ομάδας ανταρτών, βρέθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1905 στο χωριό του Μοράβα, Χότσιστα, ύστερα από πρόσκληση ενός καλού πατριώτη, απ' τη Ζήτσιστα, του Γιάννη Πετρόπουλου. O Πετρόπουλος τον κάλεσε, να τον συμβουλεύσει, να είναι προσεκτικός, γιατί όπως άκουσε, ο Αλβανιστής Χουσείν μπέης, είχε τάξει πολλά χρήματα σε κείνον που θα πρόδιδε το κρησφύγετό του!
Πράγματι, όταν ο Νταηλάκης βρέθηκε με 5 άνδρες στη Χότσιστα, κυκλώθηκε από μια διλοχία Τουρκικού στρατού, με σκοπό να ερευνηθούν όλα τα σπίτια των Ελλήνων του χωριού. Δύσκολη έγινε τότε η Θέση του Νταηλάκη, γιατί υπήρχε φόβος να πιαστεί, αφού θα βρισκόταν σε σπίτι Έλληνα κατοίκου.
Και σαν είδε έξω από το σπίτι που βρισκόταν, ένα Τούρκο, τον πλησίασε και τον παρακάλεσε να τον δεχτεί στο σπίτι του γιατί όπως είπε, η παραμονή του σ' αυτό ήταν σίγουρη, αφού δεν επρόκειτο οι Τούρκοι να κάμουν έρευνα σ' αυτό, εφ' όσον ανήκε σε Τούρκο.
O Τούρκος, που έφερνε το όνομα Οσμάν, τον δέχτηκε μαζί με τους άνδρες του κι έτσι αποφεύχθηκε η σύγκρουση, γιατί αν γινόταν, θα είχε δυσάρεστα αποτελέσματα όχι μόνο για τους χωρικούς αλλά και για το Νταηλάκη με τους άνδρες του.
Την επόμενη μέρα ο Νταηλάκης με τη βοήθεια του Οσμάν έφυγε με τους άντρες του, ανεβαίνοντας σε γειτονικό βουνό. Επειδή όμως υπήρχε εκεί χιόνι, έφυγε για τη Ζήτσιστα, παραμένοντας στο σπίτι του Πετρόπουλου ένα τριήμερο. Όταν όμως επέστρεψε και πάλι στη Χότσιστα, συγκρούστηκε στο δρόμο με τη Βουλγαρική συμμορία του Γιοβάνωφ, απ' την Αχρίδα, χωρίς δυσάρεστα αποτελέσματα.
Στο Βογατσικό που βρέθηκε αργότερα ο Νταηλάκης, συναντήθηκε με το Βασίλη Αγοραστό, Γραμματέα του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου, με τον οποίο και μίλησε για τον αγώνα.
Παράλληλα όμως βρήκε εκεί και δύο μέλη της επιτροπής του αγώνα του Άργους Ορεστικού, τους Γιάννη Παπαγεωργίου και Γιάννη Βιτσόπουλο, που είχαν φέρει γραπτή διαταγή στο Νταηλάκη, να εξοντώσει ένα φανατικό Βούλγαρο, τον Κοσμά, με άλλους δύο, που ήταν επικίνδυνα όργανα του Βουλγαρικού Κομιτάτου.
Τρία μερόνυχτα καιροφυλάκτησε στα δυτικά της λίμνης Καστοριάς ο Νταηλάκης μέσα σε βάρκα κοντά στο Δισπηλιό, για να τους πιάσει. Δεν πέρασαν όμως απ' εκεί, παρά μόνο Τουρκικά αποσπάσματα, που τ' αντιλήφθηκε μέσα απ' τα πυκνά καλάμια, που τον φύλαγαν.
Μα αν ο Νταηλάκης δεν πέτυχε την εξόντωση των τριών εκείνων οργάνων του Βουλγαρικού Κομιτάτου, την εξόντωσή τους πραγματοποίησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1906 ο καπετάν Σούλιος. Κάποτε ο Νταηλάκης είχε στήσει με τους άντρες του νυχτερινή ενέδρα σε μια Βουλγαρική συμμορία. Ζωηρά γαυγίσματα σκυλιών ματαίωσαν το πέρασμά τους απ' εκεί κι αναγκάστηκαν, να επιστρέψουν στη βάση τους.
O Νταηλάκης αν και έξυπνος ωστόσο όμως κάποτε γελάστηκε και να πως! Βουλγαρική συμμορία που βρέθηκε στο χωριό του, ανάγκασε τρεις συγχωριανούς του, να τον συναντήσουν λέγοντάς του πως τάχα είναι αγανακτισμένοι απ' τους Βουλγάρους και θα πρέπει να πάει να τους κυνηγήσει.
Εκείνος πίστεψε και ξεκίνησε. Αποσπάσματα όμως Τουρκικού στρατού, που είχαν ξεκινήσει απ' τη Βίγλιστα, Κρυσταλλοπηγή και Σφήκα, κύκλωσαν το χωριό. Ευτύχημα για τον Νταηλάκη ήταν το δάσος, που υπήρχε εκεί κοντά, μέσα στο οποίο και γλύτωσε.
Το Δεκέμβρη του 1907 ο Νταηλάκης αιχμαλωτίστηκε απ' τον Τουρκικό στρατό και οδηγήθηκε στις φυλακές του Μοναστηρίου. Με την ανακήρυξη όμως του Τούρκικου Συντάγματος (Ιούλιος 1908) αμνηστεύθηκε και εγκαταστάθηκε στη Βίγλιστα.
Στη Βίγλιστα είχε ιδρυθεί την εποχή εκείνη μία νεοτουρκική λέσχη με την ονομασία "Τζεμιέτ", που εκτός από τους άλλους σκοπούς της, είχε προγραμματίσει και τη δολοφονία του Λάκη Νταηλάκη.
Έτσι, στις 16 Φεβρουαρίου 1909 ο διοικητής της Αστυνομίας Βίγλιστας Λουτφέ μπέης, κάλεσε το Νταηλάκη στο Γραφείο του, λέγοντάς τον πως δύο φορές τη βδομάδα θα πρέπει να δίνει στην Αστυνομία το παρόν.
O Νταηλάκης που θεώρησε παράνομη τη διαταγή του διοικητού της Αστυνομίας, διαμαρτυρήθηκε στον Καϊμακάμη (Έπαρχο), γιατί όπως είπε, για το αδίκημα που καταδικάστηκε, αμνηστεύθηκε.
H επιτροπή αγώνα όμως του Άργους Ορεστικού που έμαθε, τι ζητούσε η Τούρκικη Αστυνομία απ' το Νταηλάκη στη Βίγλιστα, τον ζήτησε στην πόλη τους για καλύτερη ασφάλεια.
Αλλά όπως στη Βίγλιστα, έτσι και στο Άργος Ορεστικό η Τούρκικη Αστυνομία ζήτησε να δίνει το παρόν και σ' αυτή. Μεγάλη μάλιστα φιλοφρόνηση έδειξε σ' αυτόν ο Τούρκος Αστυνόμος του Άργους Ορεστικού, ο οποίος κάμνοντας πως τάχα ενδιαφέρεται για την ασφάλειά του, ρώτησε να μάθει που θα διανυκτερεύσει στο Άργος Ορεστικό, που πήγε για να μείνει.
Τις φιλοφρονήσεις όμως του Τούρκου Αστυνόμου υποψιάστηκε ο Νταηλάκης και δήλωσε πως θα διανυκτερεύσει στο ξενοδοχείο του Φλόκα.
Κι ο Τούρκος Αστυνόμος που ήθελε να εξοντώσει το Νταηλάκη, έστειλε με πολιτική περιβολή το βράδυ της ημέρας εκείνης στο ξενοδοχείο 4 Τούρκους χωροφύλακες, που μιλούσαν και τη Βουλγαρική γλώσσα, και όταν παρουσιάστηκαν σαν πελάτες στο ξενοδοχείο, άρχισαν να περνούν απ' τα δωμάτια, τάχα πως διάλεγαν σε ποιο απ' αυτά να μείνουν, ενώ σκοπός τους ήταν, να βρουν σ' ένα απ' αυτά το Νταηλάκη.
Δεν πέτυχαν όμως στο σκοπό τους, γιατί ο Νταηλάκης νωρίς έφυγε απ' το Άργος και σαν έφτασε στα Ελληνοτουρκικά σύνορα, έγραψε στο μουντίρη (υποέπαρχο) του Άργους Ορεστικού τα παρακάτω: "-Κηρύξατε το Σύνταγμα κι ενώ απ' το ’να μέρος μας δώσατε αμνηστία, απ' τ' άλλο ιδρύσατε το "Τζεμιέτ" για να μας σκοτώνετε. Το πρόγραμμά σας είναι Τούρκικο, βάρβαρο. Το πολύ - πολύ θα σκοτώσετε καμιά πεντάδα από μας όμως όλοι οι άλλοι εμείς θα βγούμε στα βουνά ".
Κι αφού ο Νταηλάκης τόσους αγώνες έκαμε κατά Τούρκων και Βουλγάρων στο Μακεδονικό αγώνα της Δυτικής Μακεδονίας, απ' τον οποίο και επέζησε η μοίρα του φαίνεται φθόνησε τη δόξα του. Έτσι, στις 5 Οκτωβρίου 1941 σκοτώθηκε ανάμεσα στα χωριά Κορομηλιά και Λεύκη της Καστοριάς από Βουλγάρους, που ήταν όργανα του Κάλτσεφ, Βουλγάρου συνδέσμου του Γερμανικού Φρουραρχείου.
Το Βορειοηπειρώτη αυτόν Μακεδονομάχο τίμησε η Καστοριά, στήνοντας την προτομή του στη Θέση "ΜΥΛΟΙ" που βρίσκεται στην είσοδό της απ' τα N.Δ. Παράλληλα όμως τίμησε τη μνήμη του κι ο Κρητικός, Παύλος Γύπαρης, αφιερώνοντας σ' αυτόν τους παρακάτω στίχους:
Λάκης Νταηλάκης έδρασε, δε λύγισε κεφάλι
γιατί δεν τον μαστίγωνε ποτέ τον φόβου η ζάλη.
Με Θάρρος και παλληκαριά ετήρησε τον όρκο
κατ πλήρωσαν οι Βούλγαροι το αίμα τον με τόκο.
Ένας αδελφός του Λάκη, ο Γιάννης στην εποχή της εχθρικής Κατοχής (1941-1944) φυλακίστηκε 8 μήνες απ' τους Ιταλούς. Στις 21 Μαρτίου 1943 σκοτώθηκε απ' τους ΕΛΑΣίτες. Και δεν έφτασε μόνο αυτό το κακό για την οικογένεια του Γιάννη Νταηλάκη. Τη μέρα που ο πατέρας παράδινε την ψυχή του στο Θεό, την ίδια ακριβώς μέρα οι Ιταλοί ντουφέκιζαν και το γιό του Μανώλη, μαθητή του Γυμνασίου, ενώ ένα άλλο γιό του, το Δημήτρη σκότωσαν οι Ελλασίτες στις 15 Αυγούστου 1945, για να ξεκληριστεί έτσι όλη σχεδόν η οικογένεια του αδελφού του Λάκη Νταηλάκη, Γιάννη.

1. Διευκρινίζεται ότι γεννήθηκε στο Βερνίκι Βιγλίστης της επαρχίας Κορυτσάς περιοχή της Μακεδονίας. Συνεπώς είναι Μακεδών και όχι Βορειοηπειρώτης.



Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο "Ο καπετάν Λάκης" του Συλλόγου "Φίλοι Μουσείου Μακεδονικού Αγώνος Νομού Καστοριάς" εκδ. 2000

...
O Λάκης συνέχισε την πατριωτική του δράση και μετά τη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα (1908), οργώνοντας τη Δυτ. Μακεδονία και την περιοχή της Κορυτσάς με το Σώμα του, μετά από οδηγίες των Επαναστατικών Κέντρων των Αθηνών, της Κορυτσάς και τον Μοναστηρίου, από το 1909 ως το 1912.
Το 1940 κι ενώ βρισκόταν στην προχωρημένη ηλικία των 60 χρόνων, πρόσφερε και πάλι τις υπηρεσίες του υπηρετώντας στο Στρατηγείο της ΙΧ Μεραρχίας.
Το 1924, όταν το χωριό Βερνίκι παραχωρήθηκε με τα δεκατέσσερα χωριά στην Αλβανία, ο Λάκης με τον αδελφό του Γιάννη, Ο οποίος για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ήταν υπαρχηγός τον, εγκαταστάθηκαν στην Κορομηλιά Καστοριάς. H υπηρεσία εποικισμού τους παραχώρησε το σχετικό αγροτικό Κλήρο.
Όταν οι Γερματοϊταλοί υποδούλωσαν την Ελλάδα, πολλοί συμβούλεψαν τα δύο αδέλφια να φύγουν στην Αθήνα, επειδή εμφανίστηκε στην περιοχή η βουλγαρική οργάνωση "ΟΧΡΑΝΑ", η οποία είχε ως πρώτο στόχο την εξόντωση των Μακεδονομάχων. Τα δύο αδέλφια όμως θεώρησαν ντροπή να εγκαταλείψουν την επαρχία σε εποχή κρίσιμη, όπου οι Βούλγαροι εκτραχηλισμένοι, πολλαπλασίαζαν χωρίς αρχή και τέλος τις προκλήσεις και τις αυθάδειές τους, κι είχαν σκοπό τους να ιδρύσουν και πάλι εθνικές ομάδες. Δυστυχώς τα σχέδιά τους έμειναν απραγματοποίητα, γιατί δολοφονήθηκαν από τους εχθρούς της Πατρίδας, όπως περιγράφεται παρακάτω:
Στις 5 Οκτωβρίου του 1941, ο Λάκης Νταηλάκης δολοφονήθηκε μεταξύ Κορομηλιάς και Λεύκης Καστοριάς, από βουλγαρική ομάδα, την οποία είχε οργανώσει το Κομιτάτο της Σόφιας κι ο ξακουστός για τη δράση του στο ΕΑΜ - ΣΝΟΦ Τερπόφσκι ή Ζησιάδης από το Δενδροχώρι (ηγετικό στέλεχος των Βουλγάρων και K.K.E., στενός συνεργάτης του υπολοχαγού του Βουλγαρικού Στρατού Κάλτσεφ¹ ). O αδελφός του Γιάννης είχε φυλακιστεί στην Αθήνα 8 μήνες από τους Ιταλούς, στους οποίους τον είχε καταδώσει η "ΟΧΡΑΝΑ".
Την 21η Μαρτίου του 1943, ο Γιάννης Νταηλάκης, αμέσως μόλις αφέθηκε από τις φυλακές, σφάζεται με τον αγριότερο τρόπο στη Λάγκα Καστοριάς από τμήμα του ΕΛΑΣ - ΣΝΟΦ με αρχηγό πάλι τον περιβόητο Τερπόφσκι, αρχηγό της ΣΝΟΦ και θερμό στέλεχος τον ΕΛΑΣ.
Αυτόπτες μάρτυρες διηγούνται πως, την ώρα που τον χτυπούσαν με πέτρες, ξύλα και μαχαίρια, Ο Γιάννης Νταηλάκης, φώναξε στους δήμιους:
“-Βαράτε σκυλιά. H Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. θα τα πληρώσετε μια μέρα ".
Την ίδια μέρα, στην Καστοριά, οι Ιταλοί, μετά από σύσταση των Βουλγαροκομιτατζήδων (ΟΧΡΑΝΑ), τουφεκίζουν το γιο του Εμμανουήλ Νταηλάκη, μαθητή τον γυμνασίου. (Καταφαίνεται πλήρως η συνεργασία ΣΝΟΦ και Βουλγαροκομιτατζήδων).
Στις 15 Αυγούστου 1943 συλλαμβάνεται από τμήματα τον ΕΛΑΣ - ΣΝΟΦ, ο δεύτερος και τελευταίος γιος τον Γιάννη Νταηλάκη Δημήτριος. Δοκιμάζει την ίδια φριχτή τύχη με τον πατέρα του και δείχνει στωικό ηρωισμό, ίδιο μ' εκείνον του πατέρα του.
Η χήρα του Ιωάννη Νταηλάκη πεθαίνει λίγο αργότερα από κακώσεις και κακουχίες. Η οικογένεια ολάκερη μαρτύρησε.
Αυτό είναι το φρικτό τέλος της ηρωικής οικογένειας Λάκη και Γιάννη Νταηλάκη.

Ο καπετάν Λάκης Νταηλάκης (καθιστός, τρίτος από δεξιά)
 με το σώμα του.

Από τη μεγάλη αυτή και ηρωική οικογένεια σώθηκαν η χήρα του Νικολάου (Λάκη) Νταηλάκη, η οποία κατόρθωσε να ξεφύγει και να κρυφτεί στην Καστοριά και τα τρία παιδιά του καπετάν Λάκη, ο Ευστράτιος, η Θωμαή και η Αντωνία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο γιος του, Ευστράτιος, το 1943 κι ενώ ήταν μαθητής γυμνασίου, πιάστηκε από τους Βουλγαροκομιτατζήδες, μαζί με τον ξάδελφό του Εμμανουήλ Νταηλάκη, αλλά κατόρθωσε να δραπετεύσει και στη συνέχεια, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, κατάφερε να φτάσει στην Ήπειρο, όπου κατατάχθηκε στις Εθνικές Ομάδες του Ναπ. Ζέρβα και υπηρέτησε μέχρι το τέλος με τον απονεμηθέντα βαθμό τον εφ. Ανθυπολοχαγού.
Στις 27-8-1960, προς τιμήν του Μακεδονομάχου Οπλαρχηγού Α' τάξεως Λάκη Νταηλάκη στήθηκε προτομή του στην είσοδο της πόλης της Καστοριάς.

1. Γνωστός από τη δίκη Ραβάλη - Κάλτσεφ, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Ήταν ιδρυτής της ΟΧΡΑΝΑ (= προσωπική τον αστυνομία) και των Ομάδων (Γκρούπες) Βουλγαροκομιτατζήδων συνεργατών των Ιταλογερμανών, με κύρια αποστολή την εξόντωση των Μακεδονομάχων.


ΛΑΚΗΣ ΝΤΑΗΛΑΚΗΣ
(Από το βιβλίο “Δάφνες της Μακεδονίας”, εκδ. 1969, Νανάς Π. Κοντού).

 Ήρωα αρχηγέ μπήκες στον αγώνα εικοσάχρονο παιδί
 φυλακίστηκες για τον θάνατο τον τύραννου Ντεμίρ - Αγά.
Αγωνιζόσουνα για τα μεγάλα σύμβολα της φυλής
με πίστη και αυτοθυσία στο θλιμμένο
Βερνίκι και στη Βίγλιστα.

Τα βογγητά των σκλαβωμένων σου έγιναν σκαλί
 δύναμης, θεμέλιωσαν Ναό αόρατο στην ψυχή σου
που σ' οδήγησε να δεις φανερά τη δολοφονική
μάσκα των Βουλγάρων, Αλβανών και Ρουμάνων.

Κληρονόμησες την ανδρεία τον πάππου σου αρματολού,
 ο καυτός αγέρας του μίσους των εχθρών σ' έφερε ήρωα
πολεμιστή στο πλευρό του Κώτα κι αργότερα στο σώμα σου,
παλεύοντας στο καμίνι της σκλαβιάς η ψυχή σου
στην Καστοριά, Ζαγορίτσιανη και στο ηρωικό Αργος Ορεστικό...

 
Γλύτωσες τις ενέδρες των Βοεβόδων Κλάσιεφ και Τσακαλάρωφ
όχι όμως του ληστή Ρουμάνου Κατσάμακα που σε φυλάκισε.
Ελευθερώθηκες το 1908 με το Νεοτουρκικό Σύνταγμα.
Βάδιζες στη θρυλική πορεία, έμελε το ηρωικό σου σώμα
ν' αγκαλιάσει το ελεύθερο χώμα της Μακεδονίας με αγάπη...
 

1941 οι Βούλγαροι σε δολοφόνησαν,
πέθανες ευτυχισμένος αφού το στεφάνι του αγώνα σου
στεφάνωσε τη Νίκη της Ελλάδας.
Γενναίε Μακεδονομάχε η οικογένειά σου
σωστή εκατόμβη στον αγώνα!

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

Η Βοσκοπούλα. Δημοτικό τραγούδι

Η Βοσκοπούλα

Μια βοσκοπούλα αγάπησα,
μια ζηλεμένη κόρη
μα την αγάπησα πολύ
κι ήμουν αλάλητο πουλί
κι ήμουν αλάλητο πουλί,
δέκα χρονών αγόρι.

Μια μέρα που καθόμασταν
στα χόρτα τ' ανθισμένα
Μαριώ της λέω σ' αγαπώ,
μα ντρέπομαι να σου το πω
μα ντρέπομαι να σου το πω,
τρελαίνομαι για σένα.

Από τη μέση μ' άρπαξε,
με φίλησε στο στόμα
και μου 'πε μ' αναστεναγμό,
για της αγάπης τον καημό
για της αγάπης τον καημό,
είσαι μικρός ακόμα.
.......

Μεγάλωσα και τη ζητώ,
μα ήταν αλλού η καρδιά της
μα εγώ ποτέ μου δεν ξεχνώ,
το γλυκοφίλημά της
μα εγώ ποτέ μου δεν ξεχνώ
το γλυκοφίλημά της.

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

ΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ σε στιγμές περηφάνιας και ΛΕΒΕΝΤΙΑΣ

Ολοκληρώθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία το Παμμακεδονικό Αντάμωμα Συλλόγων στη Σιταριά Φλώρινας, την Παρασκευή και το Σάββατο 8 και 9 Ιουλίου, που διοργανώθηκε από τους Νέους Ορίζοντες. 400 χορευτές γέμισαν με την ζωντάνια τους και την ομορφιά τους , τους δρόμους και την πλατεία του χωριού, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις στους πάμπολλους επισκέπτες από όλη την περιοχή.
Οι νέοι της Μακεδονίας ξέρουν ότι Μακεδονία=Ελλάδα και είμαστε πολύ περήφανοι για αυτό!


Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Παμμακεδονικό Αντάμωμα Συλλόγων στη Σιταριά Φλώρινας

Ολοκληρώθηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία το Παμμακεδονικό Αντάμωμα Συλλόγων που έγινε στη Σιταριά Φλώρινας, την Παρασκευή και το Σάββατο 8 και 9 Ιουλίου και διοργανώθηκε από τους Νέους Ορίζοντες.  400 χορευτές γέμισαν με την ζωντάνια τους και την ομορφιά τους, τους  δρόμους και την πλατεία του χωριού, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις στους πάμπολλους επισκέπτες από όλη την περιοχή. Μετά το πέρας του ανταμώματος η βραδιά συνεχίστηκε με παραδοσιακό γλέντι  με την ορχήστρα “ΤΟΠΙΚΟΣ ΗΧΟΣ”. Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στους Νέους Ορίζοντας για την όμορφη εκδήλωση που διοργάνωσαν και που ευελπιστούμε να γίνει δεσμός στην περιοχή.

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟ ΑΡΑΠΑΚΗΣ, ΑΡΧΗΓΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε το 1883, στην περιοχή Ανωπόλη Χανίων - Κρήτης. Οπλίτης στο σώμα του Καούδη, στην περιοχή Φλώρινας και Καστοριάς και στο σώ­μα του Παύλου Μελά μαζί με άλλους Κρητικούς. Το 1904 η παρουσία του ι­σχυρότατου σώματος του Μελά είχε προκαλέσει κλίμα τρόμου στις τάξεις των βουλγαρικών ομάδων. Το Φεβρουάριο του 1905 αναχώρησε για την Αθήνα, για να επιστρέψει λίγο αργότερα. Παρά τις δυσμενείς καιρικές συν­θήκες του 1905 και τις σημαντικές ελλείψεις που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες αντάρτες συνέχιζαν με ακαταπόνητο ζήλο την δράση τους, η οποία κορυ­φώθηκε στα τέλη του Μαρτίου με την φοβερή επιχείρηση της Ζαγορίτσανης (Βασιλειάδα Καστοριάς), όπου αιφνιδίασαν τους Βουλγάρους προκαλώντας τεράστιες απώλειες. Ένας από τους πρωταγωνιστές της επιχείρησης και ο Ιωάννης Καραβίτης, ο οποίος στη συνέχεια προωθήθηκε ως αυτόνομος ο­πλαρχηγός στην περιοχή Μοριχόβου, όπου κατάφερε σημαντικά πλήγματα σε ανοιχτές αναμετρήσεις με βουλγαρικές συμμορίες. Τον Ιούλιο του 1905 μαζί με το σώμα Μακρή εκτέλεσαν 17 εξαρχικούς στο χωριό Κλαδοράχη, γε­γονός που προκάλεσε προστριβές με το Προξενείο Μοναστηρίου και καθο­δήγησε τελικά στην προσωρινή απομάκρυνσή του από την Μακεδονία. Επανήλθε στη Μακεδονία και στο Μορίχοβο τον Ιούλιο του 1906 και μαζί με άλ­λους γενναίους και παράτολμους Κρητικούς ενσάρκωσαν την εμπροσθοφυ­λακή της Ελληνικής Αντίστασης στο Βόρειο Μακεδονικό χώρο. Από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι μετακινούνταν ακατάπαυστα, για να αποφεύ­γουν τα χτυπήματα του εχθρού και να τον αιφνιδιάζουν. Λίγες μέρες μάλι­στα μετά την επιστροφή του στη Μακεδονία επιτέθηκε με το σώμα του Νι­κολούδη εναντίον της Κέλλης. Πέρασε το χειμώνα του 1906 -1907 στη Μα­κεδονία, συνεργαζόμενος με τον Βάρδα, για να επιστρέφει στην Αθήνα το Μάρτιο του 1907. Τον Νοέμβριο επανεμφανίστηκε στην περιοχή Περιστερί­ου και αργότερα (Μάρτιος 1908) στο Μορίχοβο, όπου πέτυχαν μαζί με άλ­λες ομάδες της περιοχής ν' αποδυναμώσουν και να εξουδετερώσουν τους βουλγαρικούς πυρήνες σε διάφορα χωριά του βόρειου τμήματος του. Στο Μορίχοβο παρέμεινε ως γενικός διοικητής μέχρι το Νεοτουρκικό Κίνημα του 1908. Λίγες μέρες νωρίτερα (8-7) κατανίκησε ενωμένες βουλγαρικές συμμο­ρίες στην μάχη της Πιπερίτσας. Το Νοέμβριο του 1908 αναχώρησε με το Βο­λάνη με το ατμόπλοιο "Θεσσαλία", με προορισμό την Μακεδονία. Το καλο­καίρι του 1909 αναφέρουν, τουρκικές εκθέσεις, εισβάλλει με αντάρτες στη Μακεδονία και στις αρχές του Οκτωβρίου του 1912 έδρασε και πάλι στο χώρο της Δυτικής Μακεδονίας με άλλους Κρητικούς οπλαρχηγούς, (Γεώρ­γιος Δικώνυμος Μακρής, Ευθύμιος Καούδης, Ηλίας Δεληγιαννάκης). Πολέμη­σε και για την ανεξαρτησία της Β. Ηπείρου το 1914. Πέθανε στην Αθήνα την 29-10-1949 και κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Έξι μήνες πριν το θάνατό του εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων μάθημα ανορθόδοξου πολέμου, με τίτλο: "Τακτική Καραβίτη".


Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Κυριακή 26 Ιουνίου 2011

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ Α ΤΑΞΕΩΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε στο Μοναστήρι. Μικρός ακόμα ακούγοντας τα λόγια των μεγαλυτέρων με το αδάμαστο ελληνικό φρόνημα αποφάσισε να προσφέρει τη ζωή του στον αγώνα. Κι έτσι βρέθηκε ο πρώτος εκδικητής του Μοναστηρίου. Τα βιβλία που μιλούν γι° αυτόν αναφέρουν καθημερινά επεισόδια αυταπάρνησης και ηρωισμού, τις περισσότερες φορές μέσα στις φωλιές των Βουλγάρων και μέσα σε στρατοκρατούμενες περιοχές, πρόσφεραν πολλά σ' εκείνο το μεγάλο και ωραίο αγώνα. Η τόλμη του, που έφτανε στα όρια της παραφροσύνης, η περιφρόνηση προς τους φονιάδες, η όρθια και φανερή στάση διέγραφαν αδρά την προσωπικότητα του Μακεδονομάχου. Το 1904 ανήκε στο σώμα του Κώττα και το 1905 εντάχθηκε στο σώμα του Καραβίτη και τον Ιούλιο του ιδίου χρόνου σημείωσαν μεγάλη νίκη στη Κλαδοράχη της Φλώρινας, καταφέρνοντας να διαλύσουν το σώμα του βοεβόδα Ναούμ. Αργότερα πέρασε στο σώμα του Ρουπακά. Ελαβε μέρος σε σύγκρουση με συμμορία Τουρκαλβανών κοντά στη Δόιρδα της Βορείου Ηπείρου και στη μάχη της Φτελιάς Καστοριάς, όπου εξοντώθηκε ο κομιτατζής Κορσατώφ. Στα 1907 χωρίστηκε από το σώμα του Ρουπακά για να συνεχίσει τον αγώνα με το δικό του σώμα στην περιοχή Μοναστηρίου. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ιδίου χρόνου μαζί με τον Παύλο Γύπαρη οργάνωσαν συντονισμένη επίθεση στο Σμάρδεσι (Κρυσταλοπηγή) και πέτυχαν να κυκλώσουν τους κομιτατζήδες. Παρόλη την αμείλικτη τουρκική καταδίωξη, που άρχισε τα τέλη του 1906 αλλά και την οικονομική εξάντληση του χριστιανικού στοιχείου του Μακεδονικού χώρου, οι ελληνικοί αιφνιδιασμοί συνεχίστηκαν και επεκτάθηκαν. Στο Μορίχοβο οι οπλαρχηγοί Καραβίτης, Νικολούδης, Ζώης, Βολάνης κ.α. μαζί με τον Καπετάν Στέφο συγκροτούσαν τα ισχυρότερα ερείσματα της ένοπλης ελληνικής αντίστασης. Στον πόλεμο του 1912 πολέμησε ως επικεφαλής προσκόπων - όπως αποκλήθηκαν οι Μακεδονομάχο! για να πολεμήσουν στα μετώπισθεν του εχθρού - κι απελευθέρωσε εν ονόματι της Ελλάδας τα χωριά Αναρράχη, Εμπόριο της Πτολεμαΐδας, υψώνοντας παντού την Ελληνική σημαία. Μετά την απελευθέρωση, εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα. Το Φεβρουάριο του 1914 ξεκίνησε απ' τη Φλώρινα με 40 άντρες για τη Βόρεια 'Ηπειρο. Τον είχε καλέσει για βοήθεια η "Προσωρινή Επιτροπή". Εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Γιαννοχώρι και κατόρθωσε να ξεσπιτώσει όλα τα χωριά του ανατολικού Γράμμου. Στο μεσοπόλεμο έδρασε και πάλι ως αρχηγός ένοπλης ομάδας εναντίον των κομιτατζήδικων ομάδων που εισέβαλαν στη Δυτική Μακεδονία. Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο διακρίθηκαν μαζί με το γιο του Επαμεινώνδα στη μάχη Φαρδυκάμπου Σιατίστης. Στην κατοχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. O Καπετάν Στέφος, βλέποντας την επιρροή των κομιτατζήδων πήρε το γιό του Επαμεινώνδα Γρηγορίου, ένα αγγελόμορφο παλικάρι, τεταρτοετή της Σχολής Ευελπίδων και φοιτητή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 4-5 ενωματάρχες και τον αεροπόρο Καντύλη και τράβηξε για τη γνώριμη του Βλάστη. Εκεί συνάντησε άντρες του ΕΜΑΣ και τους παρέδωσε με όλη του την καρδιά, όπως είπε, το γιό του Επαμεινώνδα. Κατατάχτηκαν όλοι που τον ακολουθούσαν. O ίδιος δεν μπορούσε πια, γιατί τα χρόνια είχαν περάσει. Στις 24 Μαϊου 1943 τον κάλεσαν οι "νέοι αντάρτες" για σύσκεψη στο Σισάνι Βόιου και τον δέχτηκαν με πολλές τιμές κα περιποιήσεις. Την άλλη μέρα τον σκότωσαν με πέτρες και ξύλα. Στους κατάπληκτους χωρικούς, που άρχισαν να διαμαρτύρονται, είπαν ότι κατάδωσε τον Μόδη στους Γερμανούς. Την ίδια μέρα κατέσφαξαν και τον γιό του. Η ζωή του Στέφανου είχε δεθεί άρρηκτα με τη μακεδονική ιστορία του αιώνα μας. Υπήρξε πολυτάραχη και μαρτυρική, ηρωϊκή και τραγική. Έτσι όπως γράφτηκε από αιώνες η μοίρα της Μακεδονίας μας.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΖΩΗΣ. ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ Β' ΤΑΞΕΩΣ – ΙΔΙΩΤΗΣ


Γεννήθηκε στο Μοναστήρι το 1869. Σύστησε σώμα από ντόπιους αντάρτες με δικαιοδοσία στην περιοχή Μοριχόβου και Κέλλης Φλώρινας το Σεπτέμβριο του 1904. Ήταν ο πρώτος καπετάνιος, που φάνηκε και σχημάτισε μία μικρή ένοπλη ομάδα προστασίας στην περιοχή και είχε εμπνεύσει απαράμιλλο θάρρος στους κατοίκους της περιοχής, που αν και μιλούσαν το γνωστό σλαβόμορφο ιδίωμα δεν υπήρχαν καλύτεροι Έλληνες από αυτούς. Την άνοιξη του 1905 ήρθαν ο Χρ. Τσολοκόπουλος (Καπετάν Ρέμπελος) και ο Καπετάν Φωτάκης και ένωσαν τις δυνάμεις τους. Ήταν στο Μορίχοβο, και ως το 1904 ο Κώττας στα Κορέστια. Στα 1907 ήταν οπλαρχηγός του σώματος του Μήτσου Γκούρα. Στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο καταδίωξε τον Τούρκο λήσταρχο Αρίφ και μπήκε στη Σιάτιστα προπομπός του Ελληνικού στρατού. Το 1912 ο Αντώνιος Ζώης με το σώμα του έστησε την Ελληνική σημαία στο Μορίχοβο και το απελευθέρωσε εν ονόματι της Ελλάδας. Μαζί του και ο Τσίτσιος και ο Μπραγιάννης. Αναγκάστηκαν και οι Σέρβοι να παραδεχτούν την ελληνική κυριαρχία. Τα άτυχα όμως χωριά του Μοριχόβου ανταλλάχτηκαν το 1913 με άλλα του κάμπου της Φλώρινας, που είχαν καταλάβει οι Σέρβοι. Ήταν ο καλός παιδονόμος των μαθητών στην δεκαετία του. O Αντώνιος Ζώης αυτοκτόνησε σε ηλικία 72 ετών, όταν είδε τα γερμανικά άρματα να γεμίζουν τον τόπο, στο χωριό Φλάμπουρο Φλώρινας, τον Απρίλιο του 1941.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Σύντομο χρονικό της ιστορικής πορείας της τοπικής παιδείας με κεντρικό άξονα το Δημοτικό Σχολείο Αρμενοχωρίου Φλώρινας.

Μέχρι το 1912 η λειτουργία του σχολείου βρισκόταν στη σκιά. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν κανονικά σχολεία. Οι δάσκαλοι είχαν περιορισμένη γενική εκπαίδευση, τους έλειπε και η στοιχειώδης παιδαγωγική κατάρτιση. Τα κορίτσια δεν φοιτούσαν στο σχολείο. Από τα αγόρια φοιτούσαν μόνο εκείνα των οποίων οι γονείς έδειχναν κάποιο ενδιαφέρον για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Τα παιδιά τα χρειάζονταν οι γονείς συνήθως για τις γεωργικές εργασίες. Κανονικά μόνο στη διάρκεια του χειμώνα έμεναν μερικά παιδιά ελεύθερα για το σχολείο. Για το λόγο αυτό το σχολείο λειτουργούσε λίγους μήνες μόνο τον χειμώνα, συνήθως από το Νοέμβριο μέχρι τα τέλη Μαρτίου. Μετά την απελευθέρωση, από το 1912 και έπειτα, αρχίζει να παρατηρείται αισθητή βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας του σχολείου. Ο δάσκαλος τώρα πληρώνεται από το Κράτος, το οποίο έχει αναλάβει και την ευθύνη για την οργάνωση και λειτουργία των σχολείων και την εκπαίδευση των δασκάλων. Με την πάροδο του χρόνου γίνεται υποχρεωτική η φοίτηση για όλα τα παιδιά ηλικίας 6 έως 14 χρόνων. Έτσι άρχιζε σιγά - σιγά να γίνεται δεκτή η άποψη ότι οι σχολικές γνώσεις μπορούσαν να βοηθούν τους μαθητές να ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις της ζωής. Το ενδιαφέρον όμως της πλειονότητας των γονέων για την εκπαίδευση των παιδιών τους παρέμενε για πολλά χρόνια περιορισμένο. Κατά τη γνώμη τους τα παιδιά Θα έπρεπε να βοηθούν σε όλες τις εργασίες του σπιτιού. Γι' αυτό και πολλοί Θεωρούσαν τη φοίτηση στο σχολείο ως απώλεια χρόνου εργασίας. Για πολλές δεκαετίες μετά την απελευθέρωση η έννοια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης συνέχιζε να αποτελεί πρόβλημα, το οποίο ήταν εμπόδιο σοβαρό για την κανονική λειτουργία των σχολείων.
Η ιστορία του Δημοτικού Σχολείου Αρμενοχωρίου αρχίζει αρκετά χρόνια πριν από την απελευθέρωση της Μακεδονίας και συγκεκριμένα από το 1880. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιέχονται σε χειρόγραφο κείμενο που συντάχθηκε το 1945 από τους δασκάλους του σχολείου Παναγιώτη Ρόσιο, Ιωάννη Κίττο, Όλγα Παπαδοπούλου και Αγγέλα Κριμίζογλου με τον τίτλο Ιστορία του Αρμενοχωρίου (4 -12 -1945). Στο κείμενο αυτό αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα ότι « η λειτουργία των ελληνικών σχολείων ανάγεται εις πολλά έτη προ της απελευθερώσεως της Μακεδονίας. Εις τα Σχολεία ταύτα εδιδάσκοντο μόνον η Γραφή και η ανάγνωσις των Ελληνικών Γραμμάτων... Διδάσκαλοι διδάξαντες προ του 1912 εις τα σχολεία ταύτα.» ήσαν οι παρακάτω:

1. Πανόφτσης Στογιάννης, από την Ιτιά..........................1880 -1885

2. Παπαϊωάννης Πρόϊτσης, από το Αρμενοχώρι,...........1885 -1890

3. Ηλίας Γρουϊος, από το Αρμενοχώρι............................1890 -1892

4. Αθανάσιος Γιαννόπουλος, από το Μεσονήσι...........1892 -1893

5. Παπαδημήτριος Σταμπουλής, από τη Σκοπιά...........1893 -1895

6. Ιωάννης Ανδρέου, από τα Άλωνα...............................1896 -1900

7. Πέτρος Χρίστου, από την Αγία Παρασκευή................1900 -1902

8. Ιωάννης Θεοδοσίου από τη Φλώρινα.........................1902 -1904

9. Δύο διδάσκαλοι από τους Πύργους Πτολεμαΐδας ...1904 -1910

10. Πέτρος Βασιλείου από το Μοναστήρι.......................1910 -1912

Ως διδακτήριο για το ελληνικό σχολείο χρησιμοποιήθηκε κτίρια, το οποίο είχε κτιστεί με έξοδα της Εκκλησίας του χωριού. Το σημερινό Δημοτικό Σχολείο ιδρύθηκε το 1913. Το κανονικό διδακτήριο, όπως αναφέρεται σε επίσημο έγγραφο του Εποικισμού Φλωρίνης, «εκτίσθη υπό της Κοινότητος άνευ ουδεμιάς κρατικής αρωγής το 1924», με εισφορές και προσωπική εργασία των κατοίκων και εξυπηρέτησε τις ανάγκες του σχολείου για τριάντα και πλέον χρόνια. Στις αρχές, όταν ο αριθμός των μαθητών δεν ήταν πολύ μεγάλος, οι διαθέσιμοι χώροι του κτιρίου εξυπηρετούσαν κανονικά τις λειτουργικές ανάγκες του σχολείου. Αργότερα, όταν ο αριθμός των μαθητών αυξήθηκε και οι χώροι δεν επαρκούσαν χτίστηκε (1957 - 1961), με εισφορές των κατοίκων και με την ενίσχυση εκ μέρους του Κράτους σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από την Κοινότητα, το σημερινό διδακτήριο. Την ίδια εποχή χτίστηκε, στον ίδιο αύλειο χώρο και το κτίριο του Νηπιαγωγείου, στο οποίο στεγάζεται σήμερα το διθέσιο Νηπιαγωγείο Αρμενοχωρίου.
Στην πορεία του χρόνου, σε καιρούς ειρηνικούς και μέσα στη δίνη των πολεμικών γεγονότων που έπληξαν κατά καιρούς τη χώρα μας, η λειτουργία ταυ σχολείου συνεχιζόταν χωρίς μεγάλες διακοπές. Σε όλο αυτό το διάστημα το σχολείο λειτούργησε ως παράγων μόρφωσης και πολιτισμού και συνετέλεσε πολύ Θετικά στην πρόοδο και την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου των κατοίκων. Χάρη στη λειτουργία του σχολείου περιορίστηκε στο ελάχιστο ο αριθμός των αναλφαβήτων κατοίκων του χωριού. Το ποσοστό των αναλφαβήτων, ενώ το 1922 ήταν πάνω από 60%, σήμερα έπαυσε να αποτελεί πλέον πρόβλημα σοβαρό. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι εδώ και αρκετά χρόνια όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, αφού ολοκληρώσουν τη φοίτησή τους στο Δημοτικό Σχολείο, εγγράφονται στο Γυμνάσιο και μετά συνεχίζουν, οι περισσότεροι στο Λύκειο με σκοπό την εισαγωγή τους σε Ανώτατες Σχολές.. ενώ άλλοι κατευθύνονται προς την Επαγγελματική Εκπαίδευση. Επιβεβαίωση απτή της συμβολής του σχολείου στην μορφωτική ανάπτυξη των κατοίκων γενικά του χωριού αποτελεί ο μεγάλος σχετικά αριθμός των πτυχιούχων διαφόρων πανεπιστημιακών Σχολών.
Το σχολείο σήμερα λειτουργεί ως 6/Θέσιο με 80 μαθητές. Παράλληλα με τη λειτουργία του ημερήσιου Δημοτικού Σχολείου και με σκοπό την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου των μαθητών λειτουργεί κανονικά και με επιτυχία το Ολοήμερο Δημοτικό Σχολείο. Το σημερινό διδακτήριο του σχολείου, με έξι μεγάλες αίθουσες και δύο χώρους για γραφεία, καλύπτει τις ανάγκες ενός εξαθέσιου Δημοτικού Σχολείου. Εξαιτίας των βλαβών που είχαν προκληθεί από την πολύχρονη χρήση, άρχισαν τον περασμένο Οκτώβριο και συνεχίζονται συστηματικές επισκευαστικές εργασίες, οι οποίες υπολογίζεται ότι θα έχουν αποπερατωθεί πριν από την έναρξη των διακοπών για τα Χριστούγεννα. Ύστερα από δίμηνη ταλαιπωρία εξαιτίας της υποχρεωτικής μεταστέγασης σε άλλους χώρους, μετά τις διακοπές, μαθητές και δάσκαλοι θα έχουν πόλιν την ευκαιρία και τη χαρά να συνεχίσουν τα μαθήματα στους χώρους του ανακαινισμένου διδακτηρίου.
Κλείνοντας την αναφορά μας αυτή αποδίδομε τιμή και ευγνωμοσύνη προς τους δασκάλους, τις δασκάλες και τις νηπιαγωγούς που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στην αγωγή και εκπαίδευση των νηπίων και των μαθητών του χωριού μας και προς όλους τους συγχωριανούς μας, που με την ηθική υποστήριξη και την υλική τους βοήθεια συνέβαλαν αποτελεσματικά στην ομαλή λειτουργία του σχολείου.

Το κείμενο προέρχεται από το Ημερολόγιο 2010 του Πολιτιστικού Συλλόγου Αρμενοχωρίου.

Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΟΥΛΙΟΣ- ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε στην Κορυτσά - συνοικία τσιφλίκι - όπου ζούνε συγγενείς του. Πέθανε στο χωριό Μαρίνα - Φλώρινας, σε καλύβα από πείνα και τον έθαψε ο Αλέξης Μπόροβας, όπως διηγείται ο εγγονός του τελευταίου. Από παιδί διακρίνονταν για τη σωματική του διάπλαση, τη ρώμη και την ευστροφία του πνεύματος. Τελείωσε το σχολείο στη γενέτειρά του και οι δάσκαλοί του τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν για το χαρακτήρα και τη φιλομάθειά του. Αγωνίστηκε σθεναρά για τη διατήρηση του Ελληνισμού στην υπόδουλη Βόρειο Ήπειρο. Ανήσυχη φύση με λαμπερά μάτια νωρίς ζώσθηκε τ' άρματα του μεγάλου αγώνα της απελευθέρωσης της Βορείου Ηπείρου και δημιούργησε ένα από τα καλύτερα ανταρτικά σώματα. O Καπετάν Σούλιος ήταν στρατιωτικός αρχηγός τον βορειοηπειρωτικού αγώνα, ηγούμενος του Ιερού Λόχου και των Ελλήνων της Κορυτσάς. Το αρματολίκι του ήταν στην περιοχή Βιγλιστας - Κορυτσάς - Μοσχόπολης. Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα πολλές φορές ήλθε σε επαφή με τα αντάρτικα σώματα της Δυτικής Μακεδονίας και συμπαραστέκονταν σε κάθε μαχητική τους ενέργεια και δράση για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Σε μία από αυτές τις ενισχύσεις αποδεκάτισε ολόκληρη βουλγαρική συμμορία κοντά στο Σκλήθρο - Φλώρινας. Κατά το 1912 σήκωσε μαζί με τ' άλλα σώματα τη σημαία της επαναστάσεως την ώρα που πλησίαζαν τα ελληνικά στρατεύματα και πανηγύρισε μαζί με τα παλικάρια του τις δαφνοστεφανωμένες νίκες του Ελληνικού Στρατού. Με την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων συνέχισε να διατηρεί το Σώμα του με τα άξια παλικάρια του και την άνοιξη του 1914 συμμετείχε ενεργά στη μεγάλη μάχη απελευθέρωσης της Κορυτσάς, στην οποία επαναστάτησε ο λαός έχοντας ακμαίο το ελληνικό φρόνημα. O Καπετάν Σούλιος μέσα στη νύχτα επέφερε σύγχυση στη τουρκική Διοίκηση, οπότε δόθηκε η ευκαιρία στον Τσόντο Βάρδα μετέπειτα Διοικητή Ελληνικής Αυτόνομης Βορείου Ηπείρου να υφώσει μαζί με τον Καπετάν Ιούλιο την Ελληνική σημαία στο Διοικητήριο της πολυβασανισμένης Κορυτσάς. Η επανάσταση των Βορειοηπειρωτών στην Κορυτσά, κατεστάλη, γιατί η Ελληνική Διοίκηση δεν έστειλε καθόλου πυρομαχικά από τη Φλώρινα και Καστοριά και είχε 114 νεκρούς και φυσικά περισσότερους τραυματίες. O Βορειοηπειρωτικός αγώνας άρχισε στις 20 Μαρτίου του 1914 μετά την υπογραφή του πρωτόκολλου της Φλωρεντίας (17 Δεκεμβρίου 1913) και την παράδοση της Κορυτσάς (17 Φεβρουαρίου 1914) στους Αλβανούς. Η ένοπλη εξέγερση του ελληνικοί) πληθυσμού της πόλης όπου πρωταγωνίστησε ο Καπετάν Σούλιος οδήγησε σε αντίποινα, τρομοκρατία και φυλακίσεις από τους Αλβανούς και ο Βορειοηπειρωτικός Αγώνας τελείωσε το 1916 με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πολλοί Βορειοηπειρώτες επαναστάτες εγκαταστάθηκαν στη Φλώρινα μετά τη χορήγηση της Κορυτσάς στην Αλβανία, όπως οι οικογένειες Μπορόβα, Τούση, Μάνου κλπ.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΕΤΡΟΣ. ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΣ Β ΤΑΞΕΩΣ - ΙΔΙΩΤΗΣ

Γεννήθηκε το 1887 στη Βελούσινα Μοναστηρίου . Φοίτησε στην Αστική Σχολή Μοναστηρίου και εργάστηκε ως δάσκαλος στην περιοχή του Περιστερίου, το χειμώνα του 1904 - 1905. Την άνοιξη του 1905 εντάσσεται στο σώμα του Ιωάννη Καραβίτη και το Μάϊο του 1905 αναλαμβάνει την περιοχή Φλώρινας και Καστοριάς μαζί με το Γεώργιο Πρώιμο, ύστερα από εντολή του καπετάν Βάρδα. Μετά εντάσσεται στο σώμα του Γεώργιου Δικώνυμου Μακρή ως το φθινόπωρο του 1906, οπότε αναγνωρίστηκε οπλαρχηγός. Με την ομάδα του στάθηκε δίπλα στο Βάρδα, ο οποίος από το Νοέμβριο του 1906 συνέχισε να θεωρείται η κυρίαρχη παρουσία στις γεωγραφικές περιφέρειες Φλώρινας - Μοναστηρίου - Περιστερίου - Κορεστίων. Τον Απρίλιο του 1907 ο Ρακοβίτης Βάρδας μαζί με μία ομάδα ικανότατων οπλαρχηγών (Καραβίτης, Τσόντος, κ.α.), ανάμεσα τους και ο Πέτρος Χρήστου αιφνιδίασε δύο φορές τους εξαρχικούς στα χωριά Μαρεσάνη και Κάλενικ (Καλινίκη). Πολλοί νέοι έσπευσαν να καταταχθούν στις ομάδες των οπλαρχηγών. Το Μάϊο του 1908, ύστερα από συμπλοκή με τουρκικό απόσπασμα στα νοτιοδυτικά του Μοναστηρίου ξεφεύγει στο χωριό Μπούκουβα, όπου όμως προδίδεται και συλλαμβάνεται. Απαγχονίστηκε στις 21-6-1908 από τους Τούρκους στο Μοναστήρι, ως αντίποινα για τη δολοφονία του Ζεϊνέλ Μπέη μουντίρη (υποέπαρχος) Νυμφαίου.

Εργασία του 2ου Δημοτικού Σχολείου της Φλώρινας με θέμα τα αγάλματα της Πόλης, 5/6/1996