Ο καιρός της Φλώρινας

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2023

Συνέντευξη του Θεοφύλακτου Σεχίδη για τα γεγονότα του εμφυλίου

  Με αφορμή της επετείου απελευθέρωσης της Φλώρινας από τους Τούρκους στις 7/11/1912, σκέφτηκα να δημοσιεύω μια συνέντευξη που έδωσε ο πατέρας μου Θεοφύλακτος Σεχίδης σε φοιτητή του Παιδαγωγικού Τμήματος της Φλώρινας, που αφορά μια άλλη ιστορική περίοδο, αυτή του εμφύλιου πολέμου 1947-1949. (Ιωάννης Σεχίδης)

Η δεύτερη συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2017 και συγκεκριμένα την 31 του μηνός. Περατώθηκε στο γραφείο του παραρτήματος Φλώρινας, της Πανελλήνιας Οργάνωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (Π.Ο.Α.Ε.Α.) καθώς ο συνεντευξιαζόμενος είναι πρόεδρος του σωματίου αυτού και περνά αρκετές ώρες στο γραφείο αυτό. Η διαδικασία ήταν αρκετά δύσκολη και χρονοβόρα καθώς ο ερωτώμενος, αν και έχαιρε άκρας νοητικής διαύγειας, αρκετές φορές ξέφευγε από το προβλεπόμενο θέμα και η διήγηση του αφορούσε άλλου είδους θέματα, ενδιαφέροντα μεν. Αν και έγιναν από μέρους μου κάποιες κατευθυντήριες ερωτήσεις, ο συνεντευξιαζόμενος προτίμησε να διηγηθεί τα γεγονότα του Εμφυλίου που ήθελε (μην ξεχνάμε πως οι πληγές των ανθρώπων αυτών, που έζησαν στον εμφύλιο δεν έκλεισαν ποτέ). Ωστόσο , η διήγηση των γεγονότων αυτών είναι πλούσια και διαφωτιστική ως προς την ενημέρωση, για τις ημέρες εκείνες. (Σχόλια του φοιτητή)
 
 
Θεοφύλακτος Σεχίδης

 Θεοφύλακτος Σεχίδης, ετών 86 (όταν παραχωρήθηκε η συνέντευξη), κάτοικος Φλώρινας
<<Ο εμφύλιος είναι ένα γεγονός που αποτελεί ντροπή για κάθε Έλληνα. Ήταν η καταστροφή μας και δυστυχώς τα αποτελέσματα του Εμφυλίου τα ζούμε ακόμη και σήμερα διότι δυστυχώς συνέχεια αναπολούμε όλα αυτά τα δυσάρεστα που έχουμε υποστεί. Ήμουν νέο παιδί, 18 ετών, όταν τέλειωσε ο εμφύλιος το 1949.
Σκοτώθηκαν σε αυτόν τον πόλεμο και αριστεροί και δεξιοί και ανεξάρτητοι - που δεν ανήκαν πουθενά-.
Το βράδυ της μάχης της Φλώρινας καθόμουν στην κουζίνα του σπιτιού μου και έβλεπα το βουνό το 1033, όπου έγινε η σκληρή μάχη. Έπεφταν οι οβίδες και σκέφτηκα: Θεοφύλακτε, είσαι 18 χρονών, τώρα θα έρθουν οι αντάρτες, τι θα κάνεις; Είχα και έναν θείο ( τον Ιωάννη Σεχίδη ) αδελφο του πατέρα μου, που ήταν καπετάνιος του ΕΛΑΣ, αλλά στο 2ο αντάρτικο δεν συμμετείχε. Ήταν από τους λίγους που αντέδρασε. Ίσως να ήταν ο μόνος καπετάνιος, ο Καπετάν Βοριάς -έτσι τον λέγανε-, ο οποίος αντέδρασε διότι τον καλούσαν να αναλάβει τη διοίκηση στο Βίτσι και αρνήθηκε - νέο παλικάρι ήταν τότε 33 ετών,( άδικα θα σκοτωθεί τόσος κόσμος, έλεγε, εγώ στο βουνό δεν ανεβαίνω. Διότι εάν
ανέβω στο Βίτσι τι θα κάνω; Ποιους θα σκοτώνω; τα αδέρφια μου, τα ξαδέρφια μου, δεν αναβαίνω.) Εξαιτίας λοιπόν αυτού του θείου μου, φοβόμουν την πιθανή κακομεταχείριση μου από τους αντάρτες.
Σκέφτηκα λοιπόν: Άμα έρθουν οι αντάρτες και πάρουν την Φλώρινα θα σε πάρουν και θα σε βάλουν στην πρώτη γραμμή και θα σκοτωθείς. Τότε έφυγα από το σπίτι μου και πήρα ένα άσπρο σεντόνι το οποίο έκοψα σε λωρίδες. Παίρνω νερομπογιές και κάνω το σήμα του ερυθρού σταυρού και το βάζω στο μπράτσο μου. Έξω με βλέπει ένας στρατιώτης, ο οποίος ήταν έτοιμος για οδομαχία και με μαλώνει να πάω στο σπίτι μου. Το δάσος από το σπίτι μου ήταν 15 μέτρα.
-Πού πας νεαρέ; Εδώ γίνεται μάχη!
-(Εγώ είπα ψέματα) Είμαι από τον Ερυθρό σταυρό και θα πάω να προσφέρω τις υπηρεσίες μου.
-Α, εντάξει, πήγαινε, αλλά τοίχο - τοίχο για να μην σε πάρει κανένα βόλι!
Φεύγω λοιπόν από το σπίτι μου, πηγαίνω σε συγγενικά σπίτια και δίνω σε γνωστούς μου να φορέσουν στο μπράτσο υφάσματα με το έμβλημα του ερυθρού σταυρού και τους λέω να πάμε να βοηθήσουμε, όπου υπάρχει ανάγκη. Πάω πάνω από το γήπεδο, στα σημερινά γραφεία των ΚΤΕΛ Φλώρινας. Εκεί υπήρχε ένα κτήριο όπου ήταν η διεύθυνση γεωργίας και είχαν βάλει έναν κόκκινο σταυρό για να φαίνεται ότι είναι νοσοκομείο. Πάμε εκεί με τους γνωστούς μου και παρουσιαζόμαστε με τα σήματα μας. Μας βλέπουν μικρούς και μας ρωτάνε:
-Tι γυρεύετε εδώ;
-Ήρθαμε να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας.
-Μετά χαράς να μας βοηθήσετε!
[...] Περίμενα μια ώρα και δεν έκανα τίποτα... Πηγαίνω στον υπεύθυνο και του λέω: -Κύριε υπίατρε τι θα κάνω , έτσι θα κάθομαι;
-Περίμενε, αγόρι μου, μου απαντάει.
Μετά από μισή ώρα έρχεται το πρώτο Ντόιτς, στρατιωτικό όχημα, και κατεβαίνουν δύο παλικάρια, σαν να το βλέπω μπροστά μου , ο οδηγός και ο συνοδηγός, στρατιώτες και οι δυο, κατεβαίνουν κάτω και μου λένε:
-Άνοιξε τον μουσαμά.
Ανοίγω τον μουσαμά του πίσω μέρους του αυτοκινήτου και τι να δω; Υπήρχαν μέσα του σκοτωμένοι του εθνικού στρατού, ο ένας πάνω στον άλλο, και πολλοί που πέθαναν από μέρες και άργησαν να τους μαζέψουν (αυτοί είχαν πεθάνει στους πρόποδες του υψώματος 1033, ή πέθαναν στην Βίγλα). Τους είχαν φέρει για αναγνώριση.
Τραβήχτηκα πίσω μόλις είδα τα πτώματα στον μουσαμά. Αίματα, παντού αίματα... Τρομοκρατήθηκα... Φέραμε κουβάδες από τα διπλανά γραφεία και μου είπαν να πλύνω τα πτώματα για να τους βγάλουνε φωτογραφίες και για να τους θάψουνε. Έτσι εγώ έπλενα τα πτώματα και έρχονταν μετά ο φωτογράφος. Στη συνέχεια για να γίνει η αναγνώριση, μου είπαν να ψάχνω στις τσέπες τους για να βρω τι είχαν μαζί τους, πορτοφόλια και λοιπά για να τους αναγνωρίσουμε. Αχ Έλληνες, Έλληνες τι πάθαμε!
Φαντάσου την εικόνα... Μπορείς; Δεν μπορείς αγόρι μου!
Δεν προλαβαίναμε να καθαρίσουμε τα αρχικά πτώματα, μας έφερναν και άλλους για αναγνώριση. Έρχονταν και άλλο Ντόιτς με πεθαμένους, τους παρατάγανε και έφευγαν για να φέρουν και άλλους νεκρούς. Εν τω μεταξύ είχαν γεμίσει έως την αυλή νεκροί. Άλλο δεν χωρούσε . Επίσης οι θάλαμοι μύριζαν διότι τα σώματα μέχρι την αναγνώριση άρχισαν να αποσυντίθενται. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα.
Έβγαζα τα προσωπικά τους αντικείμενα από τα ρούχα τους όπως κλειδιά, πορτοφόλια, λεφτά και τους... ετοίμαζα. Έπαιρνα τα αντικείμενα τους και τα έστελνα στους οικείους τους, οι οποίοι περίμεναν τους ήρωες να γυρίσουν... Ποιους ήρωες; Τα κορόιδα, τα νιάτα που έδωσαν το σώμα τους και την ψυχή τους για την πατρίδα... για τα συμφέροντα των άλλων. Οι Μακεδόνες, οι ντόπιοι να είναι στην 1η γραμμή, στο 1ο και στο 2ο σύνταγμα και να σκοτώνονται. Και από την άλλη οι εθνικόφρονες εδώ, στη Φλώρινα, πουλούσαν εθνικοφροσύνη και τους έλεγαν Βουλγάρους και Σέρβους, και τους κορόιδευαν τους γνήσιους, τους ντόπιους, τους Μακεδόνες.
Πολλοί νεκροί δεν είχαν ταυτότητες, ή στοιχεία. Ερχόταν όλοι με στολές ίδιες, επειδή οι Άγγλοι είχαν προηγουμένως ρίξει από τα αεροπλάνα τους πολεμοφόδια και
ρουχισμό και τα παίρναν και του εθνικού στρατού και του δημοκρατικού και έτσι δεν μπορούσες να καταλάβεις τίνος στρατιώτη ήταν το πτώμα (του εθνικού στρατού ή αν ήταν αντάρτης). Για όσους δεν γνωρίζαμε πληροφορίες, τους θάβαμε έτσι .
Ανέβαινα στα δένδρα, -αχ ήμουν πατριώτης- έκοβα κλωνάρια πράσινα και στόλιζα τους νεκρούς μέσα στις κάσες -γινόμουν ένα με τους νεκρούς-, τους έδιδα τον τελευταίο ασπασμό. Το πιστεύεις;
Ένα χρόνο κρέας δεν έβαλα στο στόμα μου, όλα τα κρέατα με μύριζαν ανθρώπινη σάρκα!
Πάνω στους στρατιώτες του δημοκρατικού στρατού δεν βρίσκαμε στοιχεία. Έρχονταν γυμνοί σε εμάς... σε κακό χάλι και δεν μπορούσαμε να τους κάνουμε αναγνώριση. Ε, αυτούς τους έθαβαν στο στρατιωτικό νεκροταφείο αλλά τους βάζαν σε μια γωνία με την δικαιολογία των αγνώστων στοιχείων και όχι μαζί με τους υπόλοιπους στρατιώτες. Βρε παιδί μου στα βουνά πέθαιναν οι περισσότεροι και τους έτρωγαν τα σκυλιά... Αμ πώς; πατριώτες σου λέει...[...] Αλλά τους περισσότερους που έφερναν σε εμάς ήταν του εθνικού στρατού. Τους στρατιώτες του δημοκρατικού στρατού, τους έπαιρνε μπουλντόζα του κράτους και τους αράδιαζε στον ομαδικό τάφο - λάκκο.
Εγώ έκανα, λοιπόν, την αναγνώριση , ως εθελοντής στον ερυθρό σταυρό. Ήμουν, όπως καταλαβαίνεις, ο άνθρωπος ο οποίος έδιδε το τελευταίο στερνό φιλί στους αγωνιστές και στους δεξιούς και στους αριστερούς και έστελνα στις μάνες τους τα προσωπικά τους αντικείμενα ενώ εκείνες περιμέναν τα παιδιά τους. Τι περιμένουν οι μάνες και τι εντέλει θα πάρουν, συλλογιζόμουν κάθε φορά.
Αχ να μην έρθουν ξανά εκείνα τα χρόνια. Δεν υπήρχε εκείνο το αίσχος που ζήσαμε τότε! Δύο αγάλματα έπρεπε να στήσουν στη Φλώρινα: ένα άγαλμα στρατιώτη του εθνικού και ένα του δημοκρατικού στρατού. Να αγκαλιάζονται, να απλώνουν τα χέρια ( διότι εκείνα τι ήταν; παιδαρέλια που τα πήραν από τα παιδομαζώματα και τα έβαζαν να πολεμούν με φρονήματα στην πρώτη γραμμή και έφευγαν από τη ζωή για το τίποτα...για συμφέροντα ανθρώπων ξένων...όπως γίνεται δυστυχώς και σήμερα) και να λένε νοητά << Μην ξανακάνετε τα λάθη μας>>.
[...]Ήταν όμως πολλά και τα εγκλήματα των εθνικόφρονων. Ορισμένοι πετούσαν στα σπίτια προκηρύξεις, επίτηδες, πήγαιναν την επομένη να ελέγξουν και συνελάμβαναν
τα άτομα με ψευδείς κατηγορίες και τους έστελναν στην φυλακή. Επίσης ο ντόπιος Μακεδονικός - ο Ελληνικότατος εδώ λαός- δεν ήξερε να μιλήσει ελληνικά αλλά μιλούσε τα εντόπια, σλαβομακεδονικά. Από πού να τα ξέρουν, τα ελληνικά; Πήγαν σχολείο; Απελευθερωθήκαμε το 1912, πριν το 12 μακελειό γινόταν στη Φλώρινα. Αυτούς λοιπόν τους ανθρώπους τους κατηγορούσαν οι εθνικόφρονες ως δήθεν αριστερούς και τους κακοποιούσαν και τους ανάγκαζαν εμμέσως πλην σαφώς να παν με το μέρος των ανταρτών καθώς σε αυτούς ένιωθαν περισσότερη ασφάλεια.
Επίσης, πολλοί χαφιέδες, μετά τον εμφύλιο, λέγοντας ψέματα και ψευδορκώντας για όσους δεν συμπαθούσαν -ότι δήθεν ήταν αριστεροί-, τους αναγκάσαν να φύγουν στις Ευρωπαϊκές χώρες, για να γλιτώσουν τις φυλακές και τις κακώσεις εις βάρος τους από τους εθνικόφρονες. Υπήρχαν βέβαια και ελάχιστοι Βουλγαρίζοντες, οι οποίοι ήταν βαλτοί και έπαιρναν χρήματα για να δημιουργούν καταστάσεις και να θίγουν απλούς ανθρώπους. Αυτοί δικαίως διώχτηκαν. Επίσης κάποιοι εθνικόφρονες, χρησιμοποιώντας το ψευδές επιχείρημα ότι οι εντόπιοι ήταν αριστεροί επειδή δεν μιλούσαν ελληνικά, αλλά την εντόπια Σλαβομακεδονική διάλεκτο, τους οδηγούσαν σε εκούσια ( ακουσίως) φυγή σε βαλκανικές χώρες γιατί δεν άντεχαν άλλο, αυτή την ταπείνωση και την υποτίμηση.
[...]Μην πας μακριά. Θα σου πω για εμένα... Στη στρατολογία είχα πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων ότι δήθεν εμπνέομαι από ‘’αριστεράς ιδέας’’ (διότι είχα θείο τον στρατηγό Βοριά. Τον οποίο σκότωσαν μέσα στο πολυβολείο, τον σκότωσε ο διμοιρίτης του πολυβολείου, ένας αντάρτης δηλαδή) και εξαιτίας αυτό του πιστοποιητικού ήμουν αποκλεισμένος από την ανάληψη καίριων δημοσίων θέσεων στην καριέρα μου. Κατάλαβες; Μόνο επειδή ήμουν συγγενής με τον Βοριά, ο οποίος στο κάτω – κάτω όπως σου είπα δεν συμμετείχε στο 2ο αντάρτικο και για αυτόν τον λόγο τον ‘’έφαγαν ‘’, μου στέρησαν πολλά από τα όνειρά μου. Όχι μόνο εμένα. Πολύ κόσμο έκαψαν αδίκως με αυτό το αναθεματισμένο, το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, που εν τέλει ήταν ψευδές!>>
 
Η συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε   μετά από άδεια του γιου του, Ιωάννη Σεχίδη

ΑΧ ΑΥΤΟΣ, ΑΧ ΑΥΤΟΣ Ο ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΣΟΥ...

 Α. -- Ο αργαλειός, παλιότερα, ήταν το πιο χρήσιμο εργαλείο για την ελληνική οικογένεια και συνολικά για την κοινωνία, αλλά εδώ και αρκετά χρόνια έχει περιέλθει στην αφάνεια.

Οι άνθρωποι, παρασυρμένοι από τους εντυπωσιακούς σημερινούς ρυθμούς, ελάχιστα γνωρίζουν για τον ρόλο αυτού του φαινομένου, που μοιάζει σαν περασμένο ειδυλλιακό στοιχείο μιας ρομαντικής και αθώας εποχής...
Κι όμως!!!
Κάποτε, πριν περιέλθει η ύφανση στα χέρια της επαγγελματικής βιοτεχνίας, ο αργαλειός ήταν η μικρή βιοτεχνία κάθε νοικοκυριού.
Γιατί, με τα αγαθά της ύφανσης, ντύναμε σπίτια και ανθρώπους, μα προπάντων προικίζαμε τα νέα ζευγάρια στο ξεκίνημα της καινούργιας τους ζωής. Κι αυτός, ήταν ιερός σκοπός, ήταν το όνειρο και το σπουδαιότερο ιδανικό για κάθε οικογένεια.
Ένα κεφάλαιο μιας τοπικής κοινωνίας, που συμπύκνωνε ήθη και έθιμα, λαϊκό, μα και ευρύτερο πολιτισμό, τέχνη, λαογραφία και το κυριότερο, δημιουργούσε μια γιορτινή περίοδο - πώς αλλιώς να την ονομάσω; - που σφράγιζε με ευεργετικές επιπτώσεις τις ανθρώπινες σχέσεις.
Τα δύο φύλα, που παλιότερα είχαν δυσκολίες στην μεταξύ τους επικοινωνία, διευκολύνονταν κι αυτά σε ποθητές προσεγγίσεις, γιατί η ... ύφανση είχε και συλλογικά χαρακτηριστικά.
Τα δε αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας για μια διαρκή καλλιτεχνική δημιουργία, ήταν ένας άτυπος διαγωνισμός ... προσόντων για τις νεαρές κοπέλες.
Κι όταν τα καλλιτεχνικά προσόντα συνοδεύονταν κι από φυσικό κάλλος και ήθος, τότε οι μετοχές της κοπέλας, μα κυρίως η φήμη, ανέβαινε στα ουράνια.
Μην θεωρηθεί, από δύσπιστους αναγνώστες, ότι παρασύρθηκα και αεροβατώ...
Έχω μνήμες από όλη αυτή την περίοδο, που θα τις παραθέσω, ειδικότερα, στο Β. μέρος.
Και δεν είμαι ο μόνος που ανατρέχει σε νοσταλγικές αναμνήσεις και θυμάται με ευχαρίστηση την περίοδο που η ύφανση ήταν ελκυστική κοινωνική διαδικασία και απασχόληση...
Γνωστός μου γιατρός, πολυπράγμων και με σοβαρό φορτίο γνώσεων και πνευματικών ενδιαφερόντων, πρόσφατα μου περιέγραφε τις παιδικές του αναζητήσεις, σε λαϊκές γειτονιές της Κομοτηνής, όπου απολάμβανε την υφαντική τέχνη, ως ... διερχόμενος ερευνητής.
Η υφαντική περίοδος άρχιζε το Φθινόπωρο, όταν
τελείωναν οι αγροτικές δουλειές και συνεχίζονταν όλο τον χειμώνα.
Η αφετηρία συνέπιπτε με το τέλος του τρύγου,...που κι αυτός παρουσίαζε λαογραφικό ενδιαφέρον.
Αν ο τρόπος της σημερινής μας ζωής δεν ήταν "Fas Trak", τότε θα είχαμε χώρο και χρόνο, μα κυρίως διάθεση, για να εκθέσουμε πληρέστερα αυτήν τη μαγική περίοδο!!!
" Μα σήμερα, ... άλλοι είναι οι καιροί, οι αντιλήψεις και οι απαιτήσεις."
Β. -- Η γενέτειρά μου, το Αρμενοχώρι Φλώρινας, στον ανατολικό "ίσκιο" της πόλης, σε απόσταση τεσσάρων μόλις χιλιομέτρων, φάνταζε παλιά σαν κέντρο υφαντικής τέχνης.
Η εθνική οδός Θεσσαλονίκης - Φλώρινας συναντούσε πρώτα την εμβληματική γαλλική γέφυρα και στη συνέχεια διέσχιζε το χωριό κι έναν κάμπο, ελάχιστο και χλωμό και ύστερα έμπαινε στην πόλη.
Τώρα, διάφορες οικοδομές , μαγαζιά, εργαστήρια, όμορφες κατοικίες και μια νέα επιβλητική γέφυρα στην προέκταση της οδού Εγνατία, σ' έναν σύγχρονο συγκοινωνιακό κόμβο που οδηγεί στη Βόρεια Μακεδονία, έχουν στερήσει την αυτονομία του χωριού μας - ίσως και την ταυτότητά του - ενώ η ... εθνική οδός, παλιό μας καμάρι, έγινε δρόμος καθημερινός.
Φαίνεται πως οι γέφυρες είναι η ... μοίρα μας , αφού και τώρα μας ... στιγματίζουν.
Κάτω από την πρώτη γέφυρα και στο πιο κατάλληλο σημείο του ποταμού οι γυναίκες, κυρίως νεαρής ηλικίας, ξυπόλυτες, λεύκαιναν το μαλλί για το υφάδι της ύφανσης, καθώς και τα άλλα κατάλευκα δημιουργήματα, για να δώσουν λάμψη στα προικιά των ανύπαντρων κοριτσιών και να προετοιμάσουν τα σπίτια τους για τον χειμώνα.
Στη συνέχεια, στις αυλές των σπιτιών, ... πέριξ της εθνικής οδού, κατάλευκα ρούχα που λάγνα ρουφούσαν τη φθινοπωρινή λιακάδα, μαρτυρούσαν τα αγαθά των κόπων.
Γιατί η δουλειά των γυναικών δεν ήταν μόνον γραφική, με γέλια, χαρές και τραγούδια, αλλά σκληρή και κοπιώδης.
Μέσα σ' αυτό το περίγραμμα, απαραίτητο για να κατανοήσουμε τον χώρο και την ατμόσφαιρα εργασίας, μια άλλη ομάδα γυναικών, κατά κανόνα ηλικιωμένων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις εκείνης της ...εποχής, επιτελεί, απερίσπαστη κι αφοσιωμένη, το σοβαρότερο μέρος της υφαντικής τέχνης.
Οι γυναίκες αυτές, τουλάχιστον, τρεις και ... περισσότερες, κυρίως συγγενείς και γειτόνισσες, έχουν αναλάβει το επιτελικό μέρος της ύφανσης, το διάσιμο, που είναι μια φάση για να γίνει το στημόνι.
Γυναίκες, συνήθως αγράμματες, αλλά με πρακτικές γνώσεις αριθμητικής, γεωμετρίας και σχεδιασμών!
Εξαιρετικό το έργο τους, με πολλές απαιτήσεις και η βασική φάση της ύφανσης. Αυτός ο ισχυρισμός επιβεβαιώνεται από τα καλλιτεχνικά αποτελέσματα, τα οποία εντυπωσιάζουν και δικαιολογούν όσα αναφέρω. Και είναι ελάχιστα αυτά τα λίγα, για τέτοια καλλιτεχνικά θαύματα.
Δεν πρέπει, όμως, να αναλωθούμε σε περιγραφές για λεπτομερείς επεξηγήσεις, παρότι το θέμα μας αξίζει πολύ περισσότερα. Γιατί η άγνοια αποτρέπει το ενδιαφέρον για παρακολούθηση μιας τέτοιας, ειδικότερης, αφήγησης.
Μα το διάσιμο ή διασίμι ( καμιά σχέση με το διάσημος) είναι τα θεμέλια της ύφανσης και χωρίς αυτά, το ... έργο δεν αρχίζει.

Αργαλειός στο Λαογραφικό μουσείο Πολυποτάμου

Το διάσιμο δημιουργεί το στημόνι, δηλαδή τις κλωστές του αργαλειού, που ανάμεσα σ' αυτές, με τρόπο περίτεχνο, η σαϊτα κινείται αριστερά δεξιά, με περισσή δεξιοτεχνία και μεταφέρει το νήμα. Κι αυτές οι διαδρομές, είτε απλές είτε με σχήματα και σχέδια που εντυπωσιάζουν, δημιουργούν το υφάδι, το αποτέλεσμα της συνολικής καλλιτεχνικής εργασίας!
Οι γυναίκες που αναλαμβάνουν το διάσιμο, αυτήν τη σοβαρή διαδικασία, διαλέγουν ένα ίσιο μέρος στην αυλή ή σ' έναν κατάλληλο τοίχο κι εκεί με ζεύξεις, συζεύξεις και διάφορους συνδυασμούς των νημάτων, όπως οι σχεδιαστές, οι μηχανικοί και οι ζωγράφοι, εκτελούν μια ανυπολόγιστης αξίας και σημασίας εργασία, η οποία μας δίνει το στημόνι...
Το στημόνι και πάλι επιδέξια, με μαεστρία και γνώση, συνήθως δυο γυναίκες, θα το περάσουν στον αργαλειό, που θα είναι έτοιμος πια να υποδεχθεί την υφάντρια για να υφάνει με τη συνοδεία ενός ... συμπαθητικού ρυθμικού κρότου, με γρηγοράδα και χωρίς τραγούδια, αφού για την μουσική υπόκρουση την ευθύνη την έχουν το χτένι και η σαϊτα, που ρυθμικά μεταφέρουν και σφυρηλατούν το νήμα, που είναι φορτωμένο στο μασούρι.

Κι όλη αυτή η ροκ και μπαρόκ μουσική που γεμίζει με ήχους το δωμάτιο, ξαφνικά σταματά και η υφάντρια, με βαθιά περίσκεψη, τακτοποιεί τα νήματα που θα μας δώσουν τα σχέδια, όπως τα έχουν ρυθμίσει οι τεχνίτριες νοικοκυρές στο στημόνι!!!
-- Σχεδόν όλα τα σπίτια στο Αρμενοχώρι είχαν αργαλειούς. Αν κάποιο δεν είχε, σίγουρα θα συνέτρεχαν ειδικοί λόγοι.

Εμείς είχαμε δυο αργαλειούς, με μια ελάχιστη διαφορά μεταξύ τους, που ακόμα τους θυμάμαι, νοσταλγικά και με τρυφερές αναμνήσεις. Τοποθετημένοι στο μεσημβρινό παράθυρο του δωματίου, όταν ήταν σε χρήση και ύστερα σε ειδικό χώρο. Δύσκολοι οι καιροί και οι συνθήκες ασφυκτικές, αλλά η πάστρα του σπιτιού και η γαλήνη τις καθιστούσε έναν μικρό παράδεισο!!! Οι εποχές εκείνες είχαν πολλή ανθρωπιά... και σπάνια, κάποιες φορές, πρωτόγονη βαρβαρότητα. Δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε καταστάσεις, παραλείποντας τα δυσάρεστα.
Τακτικά η μάννα μας, παρέδιδε τον αργαλειό στην αδελφή μου, ώσπου πια κι αυτή εξοικειώθηκε και τον έκανε δικό της κτήμα.
Κι εγώ ξεροστάλιαζα για να περάσω μερικές σαϊτιές, όταν η ύφανση ήταν απλή.
-- Ήταν και το γένος, ήμουν αγόρι κι αυτές οι δουλειές είναι γυναικείες... Και το εννοούσαν!!!
Κάποιες φορές, υπέκυπταν οι γυναίκες στην αφόρητη επιμονή μου κι εγώ με χαρά επεδείκνυα την ασχετοσύνη μου, αφού η ύφανση γινόταν χαλαρή...
Αυτά συνέβαιναν και στο πλέξιμο - πώς να το κάνουμε ήταν δουλειές ελκυστικές για τα παιδιά - και σ' όλα τα σπίτια συνέβαιναν...
Εγώ δεν ήμουν η πρωτοτυπία...
Πριν από την ύφανση είχαμε πολλές δουλειές, σχετικές με τα νήματα, τα οποία στο χωριό μας, ήσαν κυρίως μάλλινα και ελάχιστα από λινάρι και κάναβη, καθώς και τα χοντρά για τις κουρελούδες.
Τα βαμβακερά ήσαν του εμπορίου και έτοιμα για ύφανση.
Μα τα νήματα της δικής μας παραγωγής είχαν μια σειρά, αριθμημένη, από διαδικασίες, ώσπου να γίνουν κατάλληλα για ύφανση.
Κούρεμα των προβάτων, πλύσιμο των μαλλιών - υπόθεση δύσκολη για τα δεδομένα της εποχής - γνέσιμο με τη λανάρα, που εγώ την παρομοίαζα με τανγκς και ύστερα η ρόκα, το αδράχτι, το σφοντύλι, η ανέμη, το ροδάνι... το βάψιμο των μαλλιών και τα καλαμάκια για το μασούρι.
Φωτογραφικό αρχείο Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας

Πριν ολοκληρώσουμε αυτήν την περιγραφή, που, γι' αυτούς που έζησαν τα γεγονότα, είναι συγκλονιστική και σκάβει βαθιά τις ψυχές μας, πρέπει με οδύνη να ομολογήσω πως όλα αυτά τα εργαλεία, του δικού μας σπιτικού, μα υποθέτω και των άλλων, έγιναν μαρτυρικά καυσόξυλα, σαν ήρθε ο πλαστικός ... πολιτισμός.
Θα κλείσουμε με τις γυναίκες του ... διάσιμου και του στημονιού, γιατί ο επίλογος πρέπει να δικαιολογήσει αυτήν μου την απόπειρα, να αναμοχλεύσω το παρελθόν.
Γιατί όλα αυτά είχαν μια σπουδαία κοινωνική διάσταση, που χάθηκε πια στις μέρες μας...
Η νοικοκυρά που προσκάλεσε τις επιδέξιες γυναίκες, θα παραθέσει προς τιμή τους, αλλά και για τον κόπο τους και γεύμα.
Γιατί πραγματικά έμεινε ικανοποιημένη και υποχρεωμένη, αφού εξασφάλισε τις προϋποθέσεις για εργασία αρκετών μηνών, αλλά και αγαθά μοναδικά και καινούργια για τις ανάγκες της οικογένειας.
Και το φαγητό εκείνης της εποχής, ...μενού λέγεται σήμερα, ήταν κοτόπουλο ή πίτα!!!
22/11/2019
 
 Κείμενο: Σπύρος Παπουτσής, συνταξιούχος δάσκαλος.

ΤΑ ΜΑΓΑΖΙΑ του ΑΡΜΕΝΟΧΩΡΙΟΥ... κάποια περασμένη εποχή.

Όχι souper market, ούτε Παντοπωλεία.

Τότε, απλώς, ήταν ... Μπακάλικα και Καφενεία.
Μνήμες παλιές, ξεθωριασμένες, που ο χρόνος τις έχει ξεφτίσει ...

Αλλά μια νοσταλγία καταγεγραμμένη σε αρμενοχωρίτικες συνειδήσεις, έστω και από ματαιόδοξη σκοπιμότητα, καλό είναι να βρίσκεται στις σελίδες της ΟΜΑΔΑΣ μας!
Ολιγαρκείς τότε οι συγχωριανοί μας, συνηθισμένοι στις στερήσεις, αρκούνταν σ' αυτά που τους χάριζε η γη και τα ζώα που έτρεφαν.
Κοντά σ' αυτά τα αγαθά οι νοικοκυρές πρόσθεταν τα ζυμαρικά που έφτιαχναν το Φθινόπωρο, το χοιρινό παστωμένο κρέας, το τουρσί, άφθονο και, σχεδόν, αδάπανο και τις ξεραμένες κόκκινες πιπεριές...
Έτσι αντιμετώπιζαν τον μακρύ και δύσκολο χειμώνα.
Τα κηπευτικά είδη, θαυμάσια, νόστιμα και εκλεκτά ήταν μόνον εποχιακά προϊόντα για εκείνα τα χρόνια.
Ελάχιστα είδη μπορούσαν να αγοράσουν από το μαγαζί - όπως λέγαμε τότε - και γι' αυτό οι επισκέψεις στο μπακάλικο ήταν μετρημένες και για τους φτωχότερους σπάνιες.
 Μπορεί να είναι εικόνα 5 άτομα και εσωτερικός χώρος
Το μπακάλικο του Γιώργου Γιούντση, ξενομερίτη από τον Άγιο Παντελεήμονα, απέναντι από το Δημοτικό μας Σχολείο και μερικά μέτρα δυτικότερα, το γνωστό μεγάλο καφενείο του Τάσου Κοϊδη, (του Τάσκου) από το Πισοδέρι, συζύγου της ... τότε Νηπιαγωγού του χωριού μας Μαρίκας, ήταν για πολλά χρόνια τα μοναδικά μαγαζιά του χωριού.
 
Σήμερα μια τέτοια κατάσταση φαντάζει ... ακατανόητη.
Μα τότε οι χωριανοί μας μια μόνο σκέψη είχαν, τα χωράφια και τα ζώα τους.
Ο τόπος μας καμπίσιος, ευλογημένος από τη φύση με πολλές χάρες και ομορφιές, δίπλα στη Φλώρινα.
Τα χωράφια μας, άλλος με πολλά, άλλος με λιγότερα κι άλλος με απολύτως ελάχιστα και η σκληρή δουλειά, με κάποιο τρόπο, αλλά με ... υπομονή και ελπίδα κρατούσαν τον κόσμο στο χωριό.
Μια παθητική εποχή που κάποτε θα άλλαζε.
Ο μόνος ανταγωνιστής του Γιούντση ήταν τα μαγαζιά της Φλώρινας, με περισσότερες ποικιλίες ειδών, αλλά και διαφορά στην ποιότητα.
Πηγαινοέρχονταν οι συγχωριανοί μας, κάθε Σάββατο, στο παζάρι της Φλώρινας, αλλά και στα παντοπωλεία, κουβαλώντας μερικές οκάδες σιτάρι, κοτόπουλα και αυγά.
Με αυτά τα μέσα γινόταν οι συναλλαγές.
Το ρευστό χρήμα ήταν σπάνιο.
Με κάρα, με σαμαρωμένα γαϊδούρια και οι περισσότεροι με τα πόδια, κουβαλώντας στα χέρια τους την πραμάτεια.
Άνθρωποι σκληραγωγημένοι, άντεχαν στο κρύο και στη ζέστη.
Και στο μπακάλικο του Γιούντση ψώνιζαν με παρόμοιο τρόπο, αλλά, κυρίαρχο ήταν το επί πιστώσει σύστημα, ο περιβόητος βερεσές, με το γνωστό μπακαλοτέφτερο.
Υπήρχαν πολλές ιστορίες γι' αυτόν τον τρόπο συναλλαγής, άλλες πραγματικές και άλλες υπερβολικές και αποδίδονταν και στις δύο πλευρές.
Στο τέλος, πάντως, τα βρίσκανε μεταξύ τους, γιατί, καθώς λέγει και το άσμα, στον ... ίδιο τόπο ζούμε.
Οι εξοφλήσεις γίνονταν την εποχή που παραδίδονταν τα σιτάρια, στον έμπορο ή στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, όταν πουλιούνταν τα καπνά, ή όταν ο χρεώστης πουλούσε κάποιο ζώο.
Το ίδιο συνέβαινε και με το καφενείο, αλλά εκεί οι οφειλές ήταν μικρότερες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1940 άρχισε να διαφαίνεται μια κάποια αλλαγή στα δεδομένα των "εμπορικών" συναλλαγών του χωριού μας. Ήταν καιρός πια...
Τότε, ο Ιορδάνης Ροσενλής και ο Θανάσης Τσάνες άνοιξαν συνεταιρικό καφενείο και όταν το 1948 χώρισαν, ο καθένας λειτουργούσε ξεχωριστά, με τους δικούς του σχεδιασμούς.
Ο Ιορδάνης μετέτρεψε το καφενείο του σε μπακάλικο και με βήματα τολμηρά παρουσίασε μια επιχείρηση ανταγωνιστική για τα δεδομένα του χωριού μας.
 
Το μονοπώλιο του Γιούντση "έσπασε" γιατί και άλλοι μιμητές εμφανίστηκαν στο προσκήνιο.
Σήμερα, φαντάζει άτοπη μια ονομαστική εξιστόρηση μπακάληδων και καφετζήδων, αλλά αυτό το κείμενο αναφέρεται σε μια σοβαρή αλλαγή νοοτροπίας και αντιλήψεων και γι' αυτό θα παραθέσω μια σειρά από ονόματα και των δυο κατηγοριών, με σαφή γνώση και ευθύνη ότι κάποιοι θα μου ... διαφύγουν.
Γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια και οι πληροφορίες μου από τους συγχωριανούς μας, που επίμονα συνέλεξα, συνάντησαν αντικρουόμενες απόψεις.
 
Ας ελπίσουμε ότι κάποιοι φίλοι στα δικά τους σχόλια θα αναφέρουν δικά τους πρόσωπα και θα συμπληρώσουν τυχόν παραλείψεις:
Παντοπώλες: Γιούντσης Νικόλαος, Μοριχοβίτης Παντελής (ο επονομαζόμενος Παρίσης) Πετλάνης Χρήστος, Νέσης Σταύρος, Δούμτσης Αντώνης, Φουδούλης Δημήτριος (ο Δήμκος) Γιούντσης Ηλίας, ο γιος του Γιώργου Γιούντση.
Καφεπώλες: Σαββίδης Γιώργος, Αχιλλέας, ο χωροφύλακας, γαμπρός του Γιάννη Θωίδη, Ματσκαλίδης Γιούρας, Νέσης Μήτσος, Θωίδης Νίκος και στη συνέχεια ο γιός του Σάββας, Θωίδης Γιώργος, Μοριχοβίτης Θανάσης, Παλαπουκίδης Πανίκος.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: 1η.Τα περισσότερα καφενεία έκαναν ..... κάπως και τη δουλειά του μπακάλη ή του ταβερνιάρη.
2. Υπήρχε και το καφενείο .... "Το 14". Το ιστορικό του το έχω δημοσιεύσει παλιότερα.
"Το 14" και το καφενείο του Αχιλλέα, του χωροφύλακα, είχαν κα γραμμόφωνα! "Το 14" έπαιζε το γνωστό τραγούδι " Στάσου στο 14 το 1955 και μετέπειτα", ενώ το καφενείο του Αχιλλέα, το 1950, το σπαρακτικό τραγούδι "Απόψε με εγκατέλειψες"...
18/2/2022
 Κείμενο: Σπύρος Παπουτσής, συνταξιούχος δάσκαλος

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2022

Ο Στρατηγός Νικόλαος Παπαδόπουλος ή «Παππούς»


Ο Στρατηγός Νικόλαος Παπαδόπουλος ή «Παππούς»

Ήταν πόλεμος που κράτησε από το 1946 μέχρι το 1949. Τότε τον έλεγαν Συμμοριτοπόλεμο αλλά και Ανταρτοπόλεμο. Οι αρχαίοι θα τον έλεγαν Στάση και αργότερα ονομάστηκε Εμφύλιος πόλεμος. Από την μια μεριά ο Εθνικός Στρατός και η εκλεγμένη Κυβέρνηση και από την άλλη ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ), δηλαδή το ΚΚΕ. Ο ΔΣΕ ήταν οχυρωμένος στο Γράμμο στο Βίτσι και στην Πρέσπα.

Κατά την Μάχη της Φλωρίνης του ΔΣΕ ηγείτο ο Γεώργιος Γούσιας που το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Βοντίτσος,  τσαγκάρης από το Συρράκο της  Ηπείρου. Τα πολλά λάθη του έδωσαν την νίκη στον αντίπαλό του Νικόλαο Παπαδόπουλο. Αλλά και οι καλές  πληροφορίες που είχε για τις κινήσεις των τμημάτων ΔΣΕ. Ο Παππούς είχε οχυρώσει την πόλη που είχε γίνει απόρθητη. Παρόλα αυτά, λέγεται, ότι το Επιτελείο τού είχε προτείνει να αφήσουν την Φλώρινα και να οργανώσουν την άμυνα προς το Αμύνταιο. Ο Παππούς όμως αρνήθηκε λέγοντας ότι θα υπερασπιστεί την πόλη για να μην σφαγιαστούν πολλοί και άλλοι τόσοι στρατολογηθούν βιαίως. Τα ¾ του ΔΣΕ ήταν ΝΟΦίτες, δηλαδή Σλαβόφωνοι που ήθελαν την προσάρτηση της  Μακεδονίας στην Γιουγκοσλαβία.

Ο «Παππούς» ήταν ένας στρατιωτικός, που από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 13 συμμετείχε σε όλους τους πολέμους μέχρι το 1949. Αποστρατεύτηκε το 1950.  Είχε γεννηθεί στο Άκοβο Αρκαδίας το 1890 και μεγάλωσε στην Καλαμάτα. Απεβίωσε το 1961.

Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Κόρκας στο βιβλίο του «Σαράντα καυτά χρόνια, 10 πόλεμος και 30 ειρήνη, 1940 -1980» έγραφε:

«Εδώ στη Φλώρινα, ο στρατηγός Νικόλαος Παπαδόπουλος, ο θρυλικός «Παππούς», βρέθηκε δια τρίτη φορά και δοξάστηκε.

Πρώτη φορά στις 7 Νοεμβρίου 1912, στην απελευθέρωση της Φλώρινας, από τους Τούρκους, ως δεκανέας.

Δεύτερη φορά το 1940, ως αντισυνταγματάρχης και διοικητής τους συντάγματος της Φλώρινας. [28ο ΣΠ Αμύνταιο].

Τρίτη φορά  στις 12 με 15 Φεβρουαρίου 1949, ως υποστράτηγος, διοικητής της 2ας Μεραρχίας και υπερασπιστής της Φλώρινας.

Την τρίτη φορά κινδύνεψε να χαθεί ο «Παππούς». Ήταν  08.00 της 12ης Φεβρουαρίου 1949, ο διοικητής της Μεραρχίας με κάλεσε να πάω στο γραφείο του. Λίγο πριν φθάσω στο γραφείο του Στρατηγού, ένα βλήμα πυροβολικού των συμμοριτών έτυχε να πέσει στο παράθυρο του γραφείου του, αυτό που έβλεπε προς την πλατεία. Όταν έφτασα στο στρατηγείο της μεραρχίας, στο ξενοδοχείο Εθνικόν, βρήκα τον στρατηγό και 2 με 3 γιατρούς να προσπαθούν να τον βοηθήσουν να συνέλθει από το σοκ που είχε υποστεί. Εγώ στάθηκα στην πόρτα, δεν μπήκα στο γραφείο, αλλά αυτός με αναγνώρισε και με το χέρι του έγνεψε να πλησιάσω. Πήγα κοντά του, είχε συνέλθει κάπως, από το σοκ και μου λέει «θέλω  το 1033». Του απάντησα ότι οι διμοιρίες του 14 ΛΟΚ ήταν σε ενέδρα μακριά από την Φλώρινα, αλλά επέστρεψαν·  ότι ο 14ος ΛΟΚ είναι συγκεντρωμένος·  ότι μίλησα κιόλας στον λόχο και σε λίγο το ύψωμα 1033 θα είναι δικό μας. Γι αυτό να μην ανησυχεί και να ηρεμήσει. Ο στρατηγός Παπαδόπουλος με ήξερε και με γνώριζε καλά, διότι ήταν διοικητής της 3ης Ταξιαρχίας επί δυο χρόνια και πολλές φορές πηγαίναμε μαζί ενέδρα με τον 14ο ΛΟΚ».

Τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Στρατηγού Νικόλαου Παπαδόπουλου ή «Παππού» έγιναν στις 25 Μαρτίου 1964 στην πλατεία Σχολείων στην Φλώρινα. Σήμερα η προτομή του βρίσκεται στην κεντρική πλατεία, την πλατεία Γεωργίου Μόδη. Επίσης ο στρατός μετονόμασε την «κορυφή Τάιμα» σε «κορυφή Παππούς» προς τιμή του Στρατηγού Νικόλαου Παπαδόπουλου,  μετά την Μάχη της Φλωρίνης.

Και μια μαρτυρία που μου αφηγήθηκε μια αντάρτισσα, που στρατολογήθηκε με βία. Αυτή 18 χρονών και μια ακόμη συνομήλική της, καθώς και δυο αγόρια 16 χρονών κατάφεραν να λιποταχτήσουν από τις τάξεις του ΔΣΕ, λίγους μήνες μετά την Μάχη της Φλωρίνης. Ένα στρατιωτικό τζιπ τις μετέφερε στο Στρατηγείο στο ξενοδοχείο Εθνικό. Οι νέοι περίμεναν τον Στρατηγό όρθιοι σε μια γωνιά πεινασμένοι, τρομαγμένοι και αγχωμένοι. Κάποια ώρα ήρθε ο «Παππούς» και ρώτησε γιατί οι αιχμάλωτοι είναι όρθιοι  και μάλιστα εξαντλημένοι. Ο υπασπιστής του απάντησε ότι έχουν ψείρες. Ο Πάππους τότε έδωσε την εντολή να καθίσουν οι αιχμάλωτοι και γύρισε στον υπασπιστή και του είπε πως και εκείνος έχει ψείρες. Οι αιχμάλωτοι αισθάνθηκαν άνεση με την παρουσία του Στρατηγού.  Η αντάρτισσα μου είπε αν ποτέ γράψεις γι’ αυτόν τον άνθρωπο να γράψεις με τα καλύτερα λόγια.

Δημήτρης Μεκάσης