Ο καιρός της Φλώρινας
Δευτέρα 28 Μαΐου 2012
Η Μπάντα της Φλώρινας των Αδελφών Βαλκάνη
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Τα χάλκινα πνευστά έφτασαν στις Βαλκανικές χώρες τον περασμένο αιώνα από τις στρατιωτικές μπάντες της εποχής. Δεν άργησαν να περάσουν από τα στρατόπεδα στα αστικά κέντρα και αργότερα στην ύπαιθρο, δημιουργώντας ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φαινόμενα στην παραδοσιακή μουσική των Βαλκανίων. Στην Ελλάδα τα σχήματα χάλκινων... πνευστών είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Μουσικής παράδοσης της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Η μπάντα της Φλώρινας των Αδερφών Βαλκάνη είναι εδώ και πάνω από 30 χρόνια ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους αυτού του σημαντικού τμήματος της Ελληνικής μουσικής παράδοσης.
Το συγκρότημα ιδρύθηκε το 1960 από τον Τάσο Βαλκάνη διευθυντή τότε της Φιλαρμονικής της Φλώρινας και μουσικό της λαϊκής παράδοσης. Έχουν συνεργαστεί κατά καιρούς με τους Χειμερινούς Κολυμβητές, τον Φλώρο Φλωρίδη, τον Χρήστο Νικολόπουλο με τους οποίους έχουν κυκλοφορήσει CD.Πάνω απ’ όλα έχουν πραγματοποιήσει χιλιάδες εμφανίσεις πάντα με ορμητήριο την Φλώρινα, από τις πόλεις και τα χωριά της Μακεδονίας μέχρι την Διαβαλκανική Συνάντηση της Θεσσαλονίκης και Φεστιβάλ στη Γαλλία, Αγγλία, Γερμανία, Πορτογαλία και Αυστραλία. Ο ήχος του συγκροτήματος και οι χοροί που παίζονται είναι μοναδικοί στην Ελληνική παραδοσιακή μουσική και υπάρχουν κυρίως στη Δυτική πλευρά της Μακεδονίας. Η Μπάντα των αδερφών Βαλκάνη έχει κυκλοφορήσει 2CD.
Η Μπάντα της Φλώρινας αποτελείται από τους: Βαλκάνη Λάζαρο(Κλαρίνο-Σαξόφωνο), Βαλκάνη Γεώργιο (Ακορντεόν-αρμόνιο), Βαλκάνη Λ. Αναστάσιο (Τρομπέτα), Βαλκάνη Γ. Αναστάσιο(Τρομπέτα), Αθανασίου Αθανάσιο (Σαξόφωνο-Τρομπέτα), Σαμαρά Αθανάσιο (Τύμπανα).
Σχετικές πληροφορίες
ΔΗΜΟΤΙΚΗ-ΛΑ'Ι'ΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ/2385026466,6944737439-2385028531,6974116314
ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΥ 1, 53100 Flórina, Greece.
Κυριακή 20 Μαΐου 2012
H εκπομπή της ERT3 "Ο τόπος και το τραγούδι του" - Πολυπόταμος Φλώρινας . "Η ξενιτιά του Πολυποτάμου".
Η περιοχή της Φλώρινας είναι αναμφίβολα μια εξαιρετικά πολύπλοκη και ιδιόμορφη περιοχή πολιτισμικά και μουσικολογικά. Μια περιοχή "καζάνι" που διαμόρφωσε στο πέρασμα των αιώνων την λεγόμενη "ντοπιολαλιά", μια διάλεκτο κατά βάση σλάβικη με πολλά ελληνικά και τούρκικα στοιχεία. Είναι η διάλεκτος που διαμορφώθηκε για τη συμβίωση ντόπιων Ελλήνων, Σέρβων, Βουλγάρων, Σλάβων εν γένει, Τούρκων, Αρβανιτών κλπ, και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας και όχι μόνο στη Φλώρινα. Η ιδιαιτερότητα αυτή επηρέασε φυσικά και την παραδοσιακή μουσική, η οποία δέχτηκε Βαλκανικές επιδράσεις με αποτέλεσμα να είναι εμφανώς διαφοροποιημένη ακόμη και από τη μουσική της υπόλοιπης Μακεδονίας. Τα τραγούδια ήταν και στο ντόπιο ιδίωμα, αν και φυσικά υπήρχαν και χωριά με Βλάχους και Αρβανίτες προερχόμενους από την περιοχή της Ηπείρου που τραγουδούσαν στα Βλάχικα και στα Αρβανίτικα αντίστοιχα, ακόμη και στα Ελληνικά πολλές φορές. Το γεγονός ωστόσο πως ο Πολυπόταμος εκτός από ντόπιους Μακεδόνες, δέχτηκε κατά καιρούς κατατρεγμένους Ηπειρώτες και Θεσσαλούς, ενέταξε στην τοπική μουσική και τραγούδια από αυτές τις περιοχές.
Τετάρτη 18 Απριλίου 2012
Η Εκπομπή της ΕΡΤ3 "Ο τόπος και το τραγούδι του" στον Πολυπόταμο Φλώρινας
Αλπικό τοπίο, ποτάμια με καθαρά νερά κι άνθρωποι με τα πρόσωπα λαμπερά. Λίγοι αφού η ξενιτιά ερήμωσε το χωριό. Ο Πολυπόταμος σηκώνει τα χάλκινα και γλεντά τη μοναξιά του...
Η εκπομπή θα παρουσιαστεί την Κυριακή 29 Απριλίου και ώρα 12.00μ.μ.
Η εκπομπή θα παρουσιαστεί την Κυριακή 29 Απριλίου και ώρα 12.00μ.μ.
Κυριακή 8 Απριλίου 2012
Στιγμές από το παρελθόν της Φλώρινας. Οι Λαζαρίνες.
ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ - ΛΑΖΑΡΚΕΣ
Η καρδιά των κοριτσιών χοροπηδάει. Έρχεται ο Άγιος Λάζαρος. Οι χαρές που προσφέρει, πολλές. Γέλιο, τραγούδι, χορό. Μα και λεφτά, αυγά, φαγώσιμα.
Από νωρίς λοιπόν μαζεύονται τα κορίτσια. Κάνουν κι εξάσκηση. Να πούνε όμορφα τα τραγούδια. Να παρουσιάσουν τους χορούς αέρινους, σαν πεταλουδίτσες. Να χαρούν κι αυτές, να ευχαριστήσουν και τους χωριανούς, για να προσφέρουν περισσότερα. Και τα λένε. Πoια θα μαζεύει τ' αυγά, πoια τ' αλεύρι, το φασόλι, τα λεφτά.
Τιτίβισμα οι φωνούλες τους. Είναι μικρές. Όχι μεγαλύτερες από 14 χρονών. Ξέρουν την κούραση. Μα τι τις νοιάζει; Αυτές θέλουν να γίνουν Λαζαρίνες, ή, Λαζάρκες. Να σκορπίσουν κέφι, τραγούδι, συμπόνια.
Στον τόπο μας, ο Άγιος Λάζαρος, είναι πλούσιος. Δεν προσφέρει χαρές μόνον την ημέρα της μνήμης του. Αρχίζει νωρίτερα. Το προηγούμενο Σάββατο, το παραμονιάτικο της Ε' Κυριακής των Νηστειών. Και το λέμε γυφτολάζαρου, ή μικρολάζαρου, ή φτωχολάζαρου ή τη λάζαρα.
(=Τ' αϊ Λάζαρου = τη Λάζαρο του Λαζάρου = τη Λάζαρο).
Τώρα, στη Φλώρινα και τα χωριά της, έρχονται λαζάρκες οι γύφτες.
Είναι ντυμένες με παρδαλά φορέματα, με λουλούδια στο κεφάλι και χορεύουν και τραγουδούν. Σ’ όλα τα σπίτια πάνε. Για το καθένα θα ’χουν κάτι να πουν.
Και μαζεύουν λεφτά, ψωμί, τυρί, κτλ. Φυσικά λένε και την τύχη, σ ’όποιον θελήσει. Να βγαίνει το καρβέλι. Και σκορπούν κέφι. Και τις ακολουθούν τα μικρά για να δουν και απολαύσουν τις φωνητικές και χορευτικές ικανότητές τους. Για αυτό λέγεται γυφτολάζαρου, ή, μικρολάζαρου, ή, φτωχολάζαρου το Σάββατο τούτο.
Οι γύφτοι κουβαλούν και αρκούδες και μαϊμούνια που με τα παιγνιδίσματά τους σκορπούν κέφι και συρφετό από πιτσιρικάδες ξωπίσω τους. Χορεύουν, πηδούν, παλεύουν οι αρκουδιάρηδες μαζί τους. Και μαζεύονται περίσσια και προσφερόμενα απ’ τους συντοπίτες.
Πολλοί για θεραπεία της μέσης, βάζουν να τους πατήσει ή αρκούδα, κατόπιν εiδικής συμφωνίας με τ' αφεντικό της.
Οι αρκούδες γυρίζουν όλη τη βδομάδα.
Το Σάββατο όμως του Αγίου Λαζάρου, είναι των κοριτσιών του χωριού. Μόνον αυτά παρουσιάζονται λαζαρίνες. Γυρίζουν σ' όλα τα σπίτια, απ' το πρωί, παρέες παρέες από 4 ή 6 κορίτσια ντυμένες με τα γιορτινά τους, και λουλουδένιο στεφάνι στο κεφάλι. Τραγουδούν, χορεύουν και μαζεύουν αλεύρι και φασόλια, Μα κι άλλοι αν τους δώσουν τα παίρνουν. Σήμερα δίνουν και λεφτά.
Σαν φτάσουν σε σπίτι για καλόπιασμα τραγουδούν:
Να βγει, γυναίκα ή κορίτσι
να μας δώσει λίγο αλεύρι.
Και μετά, καθώς όλοι οι χωριανοί γνωρίζονται μεταξύ τους, λένε για κάθε σπίτι ανάλογο τραγούδι :
Για ανύπαντρο. Εύχονται να παντρευτεί όταν όλα θα ’ναι γιομάτα και βολικά.
Σ’ αυτήν την αυλή, έχει νέο δυνατό.
Θέλουν να τον παντρέψουν.
Με καινούριο άσπρο σιτάρι,
και καινούριο καλό, κόκκινο κρασί.
Για κοριτσάκι. Το εκθειάζουν και τού εύχονται να παντρευτεί με κάποιον σαν αυτήν.
Μικρό κορίτσι,
όμορφο κορίτσι.
Χρυσό σκουφί φορούσε,
Χρυσό αγόρι να πάρει.
Για παπά, σαν τον βρούνε σπίτι του. Επικαλούνται τις ευλογίες του, για πλούσια σοδειά.
Περιόδευσε, ο Δεσπότης,
στον κάμπο και στ’ αμπέλια.
Να ευλογήσει τα χωράφια.
Να βγει άσπρο σιτάρι
και καλό κόκκινο κρασί.
Στο δρόμο πάλι, καθώς οι λαζαρίνες βαδίζουν, τις πειράζουνε. Είναι γνωστοί όλοι και θέλουν να γελάσουν. Αυτές όμως δε χαρίζονται κι' απαντούν:
Παύσε, σκάσε, ζωηρό παιδί.
Βλέπε μας και σκάνε.
Λένε κι άλλα. Για νύφη, ξενιτεμένο, γέρο κτλ.
Γυρίζουν όλη μέρα. Όλα τα σπίτια πρέπει να επισκεφτούν Να μαζέψουν και πολλά. Κι οι νοικοκυρές τις δέχονται καλοσυνάτα και γελαστές, με γιομάτο το ταγάρι. Αφού ακούσουν το τραγούδι και χαρούν το χορό, τους προσφέρουν. Πολλές φορές, παρέκει, χορεύουν και οι σπιτικοί. Οι λαζάρκες μετέδωσαν κάτι απ’ το κέφι τους.
Μόλις ακουστεί ή καμπάνα του Εσπερινού, οι λαζαρίνες, σταματούν.
Με τη σοδειά τους όλη, πηγαίνουν στο πιο φτωχό σπίτι του χωριού. Εδώ μαγειρεύουν αυτά που συγκέντρωσαν. Με πολύ κέφι και μπρίο κάθε μια, κάνει και μια δουλειά υπεύθυνα. Ύστερα, σαν όλοι είναι έτοιμοι, τα τρώνε μαζί.
Λαζαρίνες και ή φτωχή οικογένεια. Και το γλέντι συνεχίζεται ως αργά. Όταν φύγουν είναι ψόφιες. Η φτωχοοικογένεια όμως χαίρεται ιδιαίτερα για την τιμή πού της κάνουν να την διαλέξουν να τις περιποιηθεί, και γιατί χόρτασε η ίδια. Ότι περισσεύει απ’ τη σοδειά, μένουν στη φτωχοοικογένεια. Οι Λαζάρκες για αυτήν τα μάζεψαν.
Σήμερα οι λαζαρίνες πουλάνε τη σοδειά τους, για να αγοράσουν τίποτα κουφέτα, ή γλυκά. Την άλλη μέρα είναι ή Κυριακή των Βαΐων. Την λέμε Κυριακή του Λαζάρου.
Οι λαζάρκες δε χόρτασαν, δε κουράστηκαν, δεν τέλειωσαν. Πάλι παρέες παρέες, σαν χτες, γυρίζουν σ’ όλα τα σπίτια. Τραγουδούν και χορεύουν. Το χτες ξεχάστηκε. Τώρα έχουμε άλλα. Μαζεύουν αυγά, λεφτά και γεωργικά προϊόντα. Τα σημερινά είναι δικά τους. Το βράδυ, σαν τελειώσουν, πάνε σε Κάποιο απ' τα σπίτια τους, και τα μοιράζονται.
Ο διήμερος κόπος τους αμείβεται μ’ αυτά και το πολύ κέφι και κούραση.
Μα έχουν να λένε πολλά για αυτό. Και γριές ακόμα, θαρρείς πως τιτιβίζουν όταν τα διηγούνται.
Λαζάρου Αν. Μέλλιου, Λαογραφικά Φλώρινας, Γιορτές Ι, Φλώρινα 1976
Η καρδιά των κοριτσιών χοροπηδάει. Έρχεται ο Άγιος Λάζαρος. Οι χαρές που προσφέρει, πολλές. Γέλιο, τραγούδι, χορό. Μα και λεφτά, αυγά, φαγώσιμα.
Από νωρίς λοιπόν μαζεύονται τα κορίτσια. Κάνουν κι εξάσκηση. Να πούνε όμορφα τα τραγούδια. Να παρουσιάσουν τους χορούς αέρινους, σαν πεταλουδίτσες. Να χαρούν κι αυτές, να ευχαριστήσουν και τους χωριανούς, για να προσφέρουν περισσότερα. Και τα λένε. Πoια θα μαζεύει τ' αυγά, πoια τ' αλεύρι, το φασόλι, τα λεφτά.
Τιτίβισμα οι φωνούλες τους. Είναι μικρές. Όχι μεγαλύτερες από 14 χρονών. Ξέρουν την κούραση. Μα τι τις νοιάζει; Αυτές θέλουν να γίνουν Λαζαρίνες, ή, Λαζάρκες. Να σκορπίσουν κέφι, τραγούδι, συμπόνια.
Στον τόπο μας, ο Άγιος Λάζαρος, είναι πλούσιος. Δεν προσφέρει χαρές μόνον την ημέρα της μνήμης του. Αρχίζει νωρίτερα. Το προηγούμενο Σάββατο, το παραμονιάτικο της Ε' Κυριακής των Νηστειών. Και το λέμε γυφτολάζαρου, ή μικρολάζαρου, ή φτωχολάζαρου ή τη λάζαρα.
(=Τ' αϊ Λάζαρου = τη Λάζαρο του Λαζάρου = τη Λάζαρο).
Τώρα, στη Φλώρινα και τα χωριά της, έρχονται λαζάρκες οι γύφτες.
Είναι ντυμένες με παρδαλά φορέματα, με λουλούδια στο κεφάλι και χορεύουν και τραγουδούν. Σ’ όλα τα σπίτια πάνε. Για το καθένα θα ’χουν κάτι να πουν.
Και μαζεύουν λεφτά, ψωμί, τυρί, κτλ. Φυσικά λένε και την τύχη, σ ’όποιον θελήσει. Να βγαίνει το καρβέλι. Και σκορπούν κέφι. Και τις ακολουθούν τα μικρά για να δουν και απολαύσουν τις φωνητικές και χορευτικές ικανότητές τους. Για αυτό λέγεται γυφτολάζαρου, ή, μικρολάζαρου, ή, φτωχολάζαρου το Σάββατο τούτο.
Οι γύφτοι κουβαλούν και αρκούδες και μαϊμούνια που με τα παιγνιδίσματά τους σκορπούν κέφι και συρφετό από πιτσιρικάδες ξωπίσω τους. Χορεύουν, πηδούν, παλεύουν οι αρκουδιάρηδες μαζί τους. Και μαζεύονται περίσσια και προσφερόμενα απ’ τους συντοπίτες.
Πολλοί για θεραπεία της μέσης, βάζουν να τους πατήσει ή αρκούδα, κατόπιν εiδικής συμφωνίας με τ' αφεντικό της.
Οι αρκούδες γυρίζουν όλη τη βδομάδα.
Το Σάββατο όμως του Αγίου Λαζάρου, είναι των κοριτσιών του χωριού. Μόνον αυτά παρουσιάζονται λαζαρίνες. Γυρίζουν σ' όλα τα σπίτια, απ' το πρωί, παρέες παρέες από 4 ή 6 κορίτσια ντυμένες με τα γιορτινά τους, και λουλουδένιο στεφάνι στο κεφάλι. Τραγουδούν, χορεύουν και μαζεύουν αλεύρι και φασόλια, Μα κι άλλοι αν τους δώσουν τα παίρνουν. Σήμερα δίνουν και λεφτά.
Σαν φτάσουν σε σπίτι για καλόπιασμα τραγουδούν:
Να βγει, γυναίκα ή κορίτσι
να μας δώσει λίγο αλεύρι.
Και μετά, καθώς όλοι οι χωριανοί γνωρίζονται μεταξύ τους, λένε για κάθε σπίτι ανάλογο τραγούδι :
Για ανύπαντρο. Εύχονται να παντρευτεί όταν όλα θα ’ναι γιομάτα και βολικά.
Σ’ αυτήν την αυλή, έχει νέο δυνατό.
Θέλουν να τον παντρέψουν.
Με καινούριο άσπρο σιτάρι,
και καινούριο καλό, κόκκινο κρασί.
Για κοριτσάκι. Το εκθειάζουν και τού εύχονται να παντρευτεί με κάποιον σαν αυτήν.
Μικρό κορίτσι,
όμορφο κορίτσι.
Χρυσό σκουφί φορούσε,
Χρυσό αγόρι να πάρει.
Για παπά, σαν τον βρούνε σπίτι του. Επικαλούνται τις ευλογίες του, για πλούσια σοδειά.
Περιόδευσε, ο Δεσπότης,
στον κάμπο και στ’ αμπέλια.
Να ευλογήσει τα χωράφια.
Να βγει άσπρο σιτάρι
και καλό κόκκινο κρασί.
Στο δρόμο πάλι, καθώς οι λαζαρίνες βαδίζουν, τις πειράζουνε. Είναι γνωστοί όλοι και θέλουν να γελάσουν. Αυτές όμως δε χαρίζονται κι' απαντούν:
Παύσε, σκάσε, ζωηρό παιδί.
Βλέπε μας και σκάνε.
Λένε κι άλλα. Για νύφη, ξενιτεμένο, γέρο κτλ.
Γυρίζουν όλη μέρα. Όλα τα σπίτια πρέπει να επισκεφτούν Να μαζέψουν και πολλά. Κι οι νοικοκυρές τις δέχονται καλοσυνάτα και γελαστές, με γιομάτο το ταγάρι. Αφού ακούσουν το τραγούδι και χαρούν το χορό, τους προσφέρουν. Πολλές φορές, παρέκει, χορεύουν και οι σπιτικοί. Οι λαζάρκες μετέδωσαν κάτι απ’ το κέφι τους.
Μόλις ακουστεί ή καμπάνα του Εσπερινού, οι λαζαρίνες, σταματούν.
Με τη σοδειά τους όλη, πηγαίνουν στο πιο φτωχό σπίτι του χωριού. Εδώ μαγειρεύουν αυτά που συγκέντρωσαν. Με πολύ κέφι και μπρίο κάθε μια, κάνει και μια δουλειά υπεύθυνα. Ύστερα, σαν όλοι είναι έτοιμοι, τα τρώνε μαζί.
Λαζαρίνες και ή φτωχή οικογένεια. Και το γλέντι συνεχίζεται ως αργά. Όταν φύγουν είναι ψόφιες. Η φτωχοοικογένεια όμως χαίρεται ιδιαίτερα για την τιμή πού της κάνουν να την διαλέξουν να τις περιποιηθεί, και γιατί χόρτασε η ίδια. Ότι περισσεύει απ’ τη σοδειά, μένουν στη φτωχοοικογένεια. Οι Λαζάρκες για αυτήν τα μάζεψαν.
Σήμερα οι λαζαρίνες πουλάνε τη σοδειά τους, για να αγοράσουν τίποτα κουφέτα, ή γλυκά. Την άλλη μέρα είναι ή Κυριακή των Βαΐων. Την λέμε Κυριακή του Λαζάρου.
Οι λαζάρκες δε χόρτασαν, δε κουράστηκαν, δεν τέλειωσαν. Πάλι παρέες παρέες, σαν χτες, γυρίζουν σ’ όλα τα σπίτια. Τραγουδούν και χορεύουν. Το χτες ξεχάστηκε. Τώρα έχουμε άλλα. Μαζεύουν αυγά, λεφτά και γεωργικά προϊόντα. Τα σημερινά είναι δικά τους. Το βράδυ, σαν τελειώσουν, πάνε σε Κάποιο απ' τα σπίτια τους, και τα μοιράζονται.
Ο διήμερος κόπος τους αμείβεται μ’ αυτά και το πολύ κέφι και κούραση.
Μα έχουν να λένε πολλά για αυτό. Και γριές ακόμα, θαρρείς πως τιτιβίζουν όταν τα διηγούνται.
Λαζάρου Αν. Μέλλιου, Λαογραφικά Φλώρινας, Γιορτές Ι, Φλώρινα 1976
Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
Οι λίμνες της Φλώρινας
Το 70% περίπου των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων της Ελλάδας βρίσκονται στη Δυτική Μακεδονία. Πρόκειται για το σημαντικότερο φυσικό απόθεμα το οποίο εκτός από τη μεγάλη σημασία του για την ίδια τη ζωή προσφέρει και μία απαράμιλλη φυσική ομορφιά σε συνδυασμό με την πλούσια χλωρίδα της περιοχής. Τα δάση της Δυτικής Μακεδονίας, τα νερά της, η πανίδα και n χλωρίδα σε συνδυασμό με τις περιοχές «natura 2000» αποτελούν πόλο έλξης χιλιάδων τουριστών και επισκεπτών οι οποίοι έρχονται να θαυμάσουν το τοπίο και να παρατηρήσουν τα ζώα, πουλιά και ενδημικά είδη της χλωρίδας. H προστασία και n ανάδειξη τους αποτελεί πρώτη προτεραιότητα όλων μας.
Η λίμνη της Βεγορίτιδας:
H λίμνη Βεγορίτιδα ή Αγίου Παντελεήμονα βρίσκεται στα όρια των νομών Φλώρινας και Πέλλας. Τροφοδοτείται από νερά βροχής και χιονιού απευθείας στην επιφάνεια της καθώς και με τη βοήθεια χειμάρρων, ρυακιών, ποταμών και με σημαντικό αριθμό υπολίμνιων πηγών. Είναι αλπινικού χαρακτήρα, καταλαμβάνει ένα από τα κοιλώματα των κλειστών οροπεδίων της Δυτικής Μακεδονίας. H λίμνη αυτή, μαζί με της γειτονικές λίμνες Πετρών και Ζάζαρης, θεωρείται ως υπόλειμμα της παλιάς λίμνης της Εορδαίας, της οποίας αναφέρεται ότι έφτασε τα 1000km2 περίπου με μέγιστο βάθος τα 250m.
H λίμνη, εξαιρουμένου του κολπίσκου που δημιουργείται Νοτιανατολικά της πόλεως Άρνισσας, έχει σχήμα επιμήκες ελλειπτικό. Το μέγιστο μήκος της ανερχόταν σε 17,8km, με μέγιστο πλάτος τα 7,1km και ελάχιστο τα 2,1km νότια των οικισμών Φαραγγίου και Αγίου Παντελεήμονος. Από άποψη διοικητικής διαιρέσεως, n λίμνη καθώς και n λεκάνη απορροής αυτής, ανήκει σε τρεις νομούς: Κοζάνης, Πέλλας και Φλώρινας, οι οποίοι αποτελούν και το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας. H απόσταση της λίμνης από τη Θεσσαλονίκη στη Θέση Άρνισσα, είναι οδικός 120 km περίπου, ενώ σιδηροδρομικός 138km περίπου. Η ιστορία της λίμνης Βεγορίτιδας ξεκινά με ένα Θρύλο. Σύμφωνα με το Θρύλο αυτό, που τον μνημονεύει ο Αρχαιολόγος Adolph Struck, υπήρχε εποχή όπου στην περιοχή δεν υφίστατο n λίμνη αλλά αντ' αυτής υπήρχε μια ωραία κοιλάδα με ένα σπήλαιο στο κέντρο. Στο σπήλαιο αυτό κατέληγαν δύο χείμαρροι προερχόμενοι ο ένας εκ νοτίως και ο έτερος εξ ανατολών. Οι χείμαρροί αυτοί, με την είσοδο τους στο σπήλαιο, εξαφανίζονταν, τροφοδοτώντας υπόγειες κοιλότητες. H ανωτέρω ωραία κοιλάδα έπεσε σε δυσμένεια λόγω του ότι μια κόρη που κακολογήθηκε από τον πατριό της, καταράστηκε την ανωτέρω κοιλάδα και στη συνέχεια πνίγηκε στα νερά ενός εκ των δύο χειμάρρων. Η συνέχεια αφήνεται στα αγριεμένα στοιχεία της φύσης, καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις προκάλεσαν υπερχείλιση των χειμάρρων. Ζώα πνίγηκαν, βράχοι αποκολλήθηκαν, δέντρα ξεριζώθηκαν και όλα αυτά προκάλεσαν την έμφραξη των υπόγειων διεξόδων μέσα στο σπήλαιο. H στάθμη του νερού άρχισε να ανεβαίνει και τα γύρο χωριά κατακλύσθηκαν από τα μανιασμένα νερά.
H θρυλική – φανταστική δημιουργία της λίμνης Βεγορίτιδας δεν αποκλείεται να πηγάζει από το πιθανό ιστορικό γεγονός της εμφάνισης ενός συνταρακτικού φυσικού φαινομένου, όπως ακραίας καταιγίδας n σεισμού, που στάθηκε ικανό να δημιουργήσει τη σημερινή λίμνη Βεγορίτιδα. O Sir Arthour Evans αναφέρει στην περιγραφή από κάποιον περιηγητή της Ιλλυρίας, τον Comes Marcellinus. Ο περιηγητής αναφέρει την εμφάνιση μεγάλου καταστροφικού σεισμού στα Σκόπια με πιθανές καταστροφές στη λεκάνη της Εορδαίας.
Χρονικά οι ανωτέρω αφηγήσεις, δημιουργούν την εικόνα ότι κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια κάποιο φυσικό φαινόμενο έφραξε τις υπόγειες διαφυγές του υδρογραφικού δικτύου με άμεσο επακόλουθο την ανύψωση της στάθμης των υδάτων και τη δημιουργία της λίμνης. Από το 1896 και μετά πολλοί ερευνητές ασχολήθηκαν με την λίμνη εξαιτίας της συνεχούς αύξησης που παρουσίαζε n στάθμη της επιφάνειας της, μέχρι και το 1957. Για το λόγο αυτό μετακινήθηκε και n σιδηροδρομική γραμμή, n οποία διερχόταν και διέρχεται περιμετρικά της λίμνης. Από το 1920 προτάθηκε και απασχόλησε τους τότε τεχνικούς n χρησιμοποίηση των υδάτων της λίμνης για ενεργειακούς σκοπούς, σε σχέση με τον ποταμό Άγρα. Η έκταση της επιφάνειας της λίμνης έφτασε περίπου τα 70 km2, η χωρητικότητα της περί τα 2.200.000.000 m3 και το μέγιστο βάθος της τα 70 m. Το έτος 1953 αρχίζει στην περιοχή n κατασκευή της σήραγγας που διοχετεύει νερό από τη λίμνη Βεγορίτιδα στη λίμνη Νησίου. Είναι μια σήραγγα ελεύθερης ροής, μήκους 6.035,4 m, εσωτερικής διαμέτρου 2m και μέγιστης παροχής 10 m3/s (Ράλλης, 1955). Το νερό το οποίο διοχετεύεται από τη σήραγγα χρησιμοποιείται για τη λειτουργία του υδροηλεκτρικού σταθμού Άγρα (ισχύος 50.000 Ι )
Στις μελέτες που εκπονήθηκαν για την κατασκευή του έργου, υπολογίστηκε πως, n πτώση της στάθμης της λίμνης κατά 20m (από υψόμετρο 540m σε 520m) Θα περιόριζε τις απώλειες από εξάτμιση και υπόγειες διαρροές, έτσι ώστε, να παραμένει πάντοτε διαθέσιμη μια ικανοποιητική παροχή για τη λειτουργία του ΥΗΣ Άγρα. Από τα σημερινά δεδομένα γίνεται φανερό πως οι απώλειες της λίμνης, όχι μόνο δεν περιορίσθηκαν, αλλά αντίθετα συνεχίστηκαν με έντονο ρυθμό, με αποτέλεσμα το 1992 n στάθμη της λίμνης να φθάσει σε υψόμετρο 514,19m. Στα μέσα της δεκαετίας 1960 γίνεται n επόμενη σημαντική παρέμβαση στην περιοχή από την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, όταν αρχίζει n προσπάθεια εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων λιγνίτη που βρίσκονται στο λεκανοπέδιο της Πτολεμαΐδας. Από το 1959 έως το 1987 n Δ.E.H. έχει εγκαταστήσει τέσσερις Ατμοηλεκτρικούς σταθμούς στην Πτολεμαΐδα, στην Καρδία, στον Αγ. Δημήτριο και στο Αμύνταιο, με συνολικό αριθμό μονάδων 14. Το έτος 1987 αρχίζει να λειτουργεί ο νέος Α.Η.Σ. στην περιοχή Αμυνταίου. Αυτός ο σταθμός χρησιμοποιεί νερό από το αντλιοστάσια του Αγίου Παντελεήμονα ενώ οι Α.Η.Σ. του Αγίου Δημητρίου και της Καρδίας αρχίζουν να τροφοδοτούνται από το ποταμό Αλιάκμονα (τεχνητή λίμνη Πολυφύτου). Κατά τη διάρκεια του 1980 σημαντικές αλλαγές συντελούνται και στη γεωργική παραγωγή με ραγδαία αύξηση των αρδευόμενων καλλιεργειών. Επίσης με την πτώση της στάθμης της λίμνης εμφανίζονται νέες καλλιεργούμενες εκτάσεις.
Οι λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα:
Αν και είναι δύο ξεχωριστές λίμνες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, σχεδόν πάντα ανα¬φέρονται μαζί, ίσως γιατί διαμορφώνουν μια ενιαία περιοχή και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους είναι αμοιβαίες. H λίμνη Ζάζαρη είναι μια από τις ομορφότερες λίμνες της Ελλάδας, σε υψόμετρο 602 μέτρα, έχει εμβαδό περίπου δύο τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τροφοδοτείται από το ποτάμι του Σκλήθρου, αλλά και από υπόγειες πηγές, ενώ στη συνέχεια τροφοδοτεί με τη σειρά της τη Χειμαδίτιδα. H λίμνη Χειμαδίτιδα είναι μεγαλύτερη, έχοντας έκταση 10,8 τ. χμ. και βρίσκεται εννιά μέτρα χαμηλότερα από τη Ζάζαρη. Πρόκειται για λίμνη με έντονο ευτροφισμό, ο οποίος είναι εμφανής από την πολύ μεγάλη έκταση απροσπέλαστων καλαμιώνων, οι οποίοι όμως αποτελούν σημαντικό βιότοπο για την αναπαραγωγή, διαχείμαση και γενικότερα διαβίωση σημαντικών οργανισμών. Οι δύο λίμνες, μα κυρίως n Χειμαδίτιδα, έδιναν στο παρελθόν και συνεχίζουν ακόμα να προσφέρουν στα κοπάδια των κτηνοτρόφων πιο ήπιες συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του δριμύτατου χειμώνα της ευρύτερης περιοχής, αλλά και πιο απομακρυσμένων Διαμερισμάτων. Τα χειμαδιά άλλωστε, χάρισαν ως αντάλλαγμα το όνομα στη μία από τις λίμνες. Μετά τις αλλαγές στον τρόπο εκτροφής των αιγοπροβάτων και των βοοειδών, τα τελευταία χρόνια, λίγα μόλις κοπάδια κτηνοτρόφων, σε πείσμα των καιρών, εξακολουθούν να βόσκουν στη γύρω περιοχή και να θυμίζουν αμυδρά το παρελθόν. Στο σύμπλεγμα των δύο λιμνών έχουν καταγραφεί σημαντικά είδη φυτών (εκατόν πενήντα είδη) και κυρίως ζώων. Έχουν παρατηρηθεί εκατόν σαράντα ένα είδη πουλιών, από τα οποία τα εκατό είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Αξίζει όμως να αναφερθεί πως στη Χειμαδίτιδα αναπαράγεται, με το μεγαλύτερο πληθυσμό στην Ελλάδα, n Βαλτόπαπια (Aythya nyroca), με 60 ζευγάρια, n οποία είναι παγκόσμια απειλούμενο είδος. Ακόμη στις δύο λίμνες φιλοξενούνται δώδεκα είδη Θηλαστικών, εφτά είδη ερπετών, εφτά είδη αμφιβίων και οχτώ είδη ψαριών.
Λiμνη Πετρών:
H Λίμνη των Πετρών βρίσκεται 1 χμ. βορειοδυτικά του Δήμου Αμυνταίου και σε μικρή απόσταση από τη λίμνη Βεγορίτιδα. Τροφοδοτείται από νερά βροχής και χιονιού, απευθείας στην επιφάνεια της και με το νερό από τη λίμνη Χειμαδίτιδα μέσω της κεντρικής απα-γωγού τάφρου. Ταυτόχρονα μέσω φυσικής τάφρου αλλά και τεχνητής υπόγειας σήραγγας επικοινωνεί με τη λίμνη Βεγορίτιδα, στην οποία διοχετεύει μεγάλες ποσότητες νερού. H λίμνη φαίνεται πολύ ωραία από τον αρχαιολογικό χώρο των Πετρών. H πρόσβαση (επίσκεψη) στη λίμνη είναι δυνατή από το χωριό Πέτρες. Στη λίμνη Πετρών έχουν παρατηρηθεί περισσότερα από ενενήντα είδη πουλιών, ενώ στο σύμπλεγμα των δύο λιμνών, περισσότερα από εκατόν τριάντα, πολλά από τα οποία είναι απειλούμενα. Μάλιστα, στη λίμνη των Πετρών αναπαράγονται σπάνια είδη, όπως n Λαγγόνα, n οποία έχει δημιουργήσει στην περιοχή μια δεύτερη αποικία στο νομό της Φλώρινας, εκτός από αυτή των Πρεσπών. Αυτές είναι οι δύο από τις τρεις αποικίες του είδους στην Ελλάδα, τις μοναδικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τα θηλαστικά, εξέχουσα σημασία έχει η παρουσία της Βίδρας, γιατί Θεωρείται πολύ καλός δείκτης καθαρότητας των νερών στα οποία ζει, άρα οι ελπίδες για διατήρηση των υγροβιότοπων αυτών σε ικανοποιητικό επίπεδο συνεχίζουν να υπάρχουν. Μοναδική είναι, τέλος, και n παρουσία ενός ψαριού στη Βεγορίτιδα, του Κορήγονου. Το μοναδικό παρατηρητήριο της περιοχής βρίσκεται 3 χμ. έξω από τον Άγιο Παντελεήμονα.
H Μικρή και η Μεγάλη Πρέσπα:
Οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα απέχουν 47 χμ. από τη Φλώρινα. H μικρή Πρέσπα είναι μία μακρόστενη, μεσοτροφική λίμνη, με επιφάνεια 47,35 τ. χιλ. από τα οποία τα 43,5 είναι στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα στην Αλβανία. H μεγάλη Πρέσπα είναι ολιγοτροφική λίμνη με επιφάνεια 272 τ. χιλ. από τα οποία μόνο τα 39 είναι στην Ελλάδα. Από πολύ νωρίς αναγνωρίστηκε n μοναδικότητα των Πρεσπών ως ενδιαίτημα σημαντικών ειδών και κυρίως πουλιών. H ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζοντας τις φυσικές αξίες της περιοχής, ανακήρυξη την περιοχή Εθνικό Δρυμό το 1974. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο εθνικό δρυμό στην Ελλάδα με 270 τ. χιλ. έκταση. Το στοιχείο που ξεχωρίζει τις Πρέσπες από τους υπόλοιπους εθνικούς δρυμούς είναι n μεγάλη ποικιλομορφία σε φυσικές διαπλάσεις και τύπους ενδιαιτημάτων.
H λεκάνη των Πρεσπών βρίσκεται σε υψόμετρο 850μ. H περιοχή είναι ένας από τους σπουδαιότερους οικότοπους πουλιών στην Ευρώπη. H Μικρή Πρέσπα είναι περιοχή ειδικής σημασίας. Έχει εκτεταμένες ρηχές ζώνες με υδρόβια βλάστηση, υγρά λιβάδια, βοσκοτόπια και αγροτική γη. Οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα χωρίζονται από μια στενή λωρίδα μήκους 4 χιλιομέτρων. Λόγω υψομετρικής διαφοράς, χύνονται τα νερά της Μικρής Πρέσπα, στη Μεγάλη Πρέσπα και συμφωνά με έρευνα, από τη Μεγάλη Πρέσπα με υπόγειες διαδρομές συνεχίζουν προς τη λίμνη Αχρίδα (FYROM). Οι λίμνες είναι απομεινάρια της μεγάλης Δασσαρίτιδας λίμνης που κατείχε την ευρύτερη περιοχή πριν εκατομμύρια χρόνια. H λίμνη Μικρή Πρέσπα παγώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα κάθε χειμώνα.
H περιοχή των Πρεσπών κηρύχτηκε Εθνικός Δρυμός από το 1974 για την ομορφιά του τοπίου της, για την πλούσια πανίδα και χλωρίδα για τα σπάνια υδρόβια πουλιά της (πελεκάνοι, λαγγόνες, κορμοράνοι, ερωδιοί κ.λ.π.) και για μία συστάδα αιωνόβιων κέδρων. Στην περιοχή αναφέρονται: -17 είδη ψαριών (γριβάδια, τσιρόνια, χέλια, μπράνες κ.α) -11 είδη αμφιβίων -21 είδη ερπετών -45 είδη Θηλαστικών -πάνω από 260 είδη πτηνών. Τα ψάρια μπράνα Πρέσπας, Πέστροφα Αγίου Γερμανού Πρεσπών, κορύγονος Αγίου Παντελεήμονα (Βεγορίτιδα) είναι μοναδικά παγκόσμια. Από τα 6.000 είδη φυτών της ελληνικής χλωρίδας, στις Πρέσπες απαντούν περίπου 1.400 είδη (σχεδόν το 25%).
Η λίμνη της Βεγορίτιδας:
H λίμνη Βεγορίτιδα ή Αγίου Παντελεήμονα βρίσκεται στα όρια των νομών Φλώρινας και Πέλλας. Τροφοδοτείται από νερά βροχής και χιονιού απευθείας στην επιφάνεια της καθώς και με τη βοήθεια χειμάρρων, ρυακιών, ποταμών και με σημαντικό αριθμό υπολίμνιων πηγών. Είναι αλπινικού χαρακτήρα, καταλαμβάνει ένα από τα κοιλώματα των κλειστών οροπεδίων της Δυτικής Μακεδονίας. H λίμνη αυτή, μαζί με της γειτονικές λίμνες Πετρών και Ζάζαρης, θεωρείται ως υπόλειμμα της παλιάς λίμνης της Εορδαίας, της οποίας αναφέρεται ότι έφτασε τα 1000km2 περίπου με μέγιστο βάθος τα 250m.
H λίμνη, εξαιρουμένου του κολπίσκου που δημιουργείται Νοτιανατολικά της πόλεως Άρνισσας, έχει σχήμα επιμήκες ελλειπτικό. Το μέγιστο μήκος της ανερχόταν σε 17,8km, με μέγιστο πλάτος τα 7,1km και ελάχιστο τα 2,1km νότια των οικισμών Φαραγγίου και Αγίου Παντελεήμονος. Από άποψη διοικητικής διαιρέσεως, n λίμνη καθώς και n λεκάνη απορροής αυτής, ανήκει σε τρεις νομούς: Κοζάνης, Πέλλας και Φλώρινας, οι οποίοι αποτελούν και το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας. H απόσταση της λίμνης από τη Θεσσαλονίκη στη Θέση Άρνισσα, είναι οδικός 120 km περίπου, ενώ σιδηροδρομικός 138km περίπου. Η ιστορία της λίμνης Βεγορίτιδας ξεκινά με ένα Θρύλο. Σύμφωνα με το Θρύλο αυτό, που τον μνημονεύει ο Αρχαιολόγος Adolph Struck, υπήρχε εποχή όπου στην περιοχή δεν υφίστατο n λίμνη αλλά αντ' αυτής υπήρχε μια ωραία κοιλάδα με ένα σπήλαιο στο κέντρο. Στο σπήλαιο αυτό κατέληγαν δύο χείμαρροι προερχόμενοι ο ένας εκ νοτίως και ο έτερος εξ ανατολών. Οι χείμαρροί αυτοί, με την είσοδο τους στο σπήλαιο, εξαφανίζονταν, τροφοδοτώντας υπόγειες κοιλότητες. H ανωτέρω ωραία κοιλάδα έπεσε σε δυσμένεια λόγω του ότι μια κόρη που κακολογήθηκε από τον πατριό της, καταράστηκε την ανωτέρω κοιλάδα και στη συνέχεια πνίγηκε στα νερά ενός εκ των δύο χειμάρρων. Η συνέχεια αφήνεται στα αγριεμένα στοιχεία της φύσης, καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις προκάλεσαν υπερχείλιση των χειμάρρων. Ζώα πνίγηκαν, βράχοι αποκολλήθηκαν, δέντρα ξεριζώθηκαν και όλα αυτά προκάλεσαν την έμφραξη των υπόγειων διεξόδων μέσα στο σπήλαιο. H στάθμη του νερού άρχισε να ανεβαίνει και τα γύρο χωριά κατακλύσθηκαν από τα μανιασμένα νερά.
H θρυλική – φανταστική δημιουργία της λίμνης Βεγορίτιδας δεν αποκλείεται να πηγάζει από το πιθανό ιστορικό γεγονός της εμφάνισης ενός συνταρακτικού φυσικού φαινομένου, όπως ακραίας καταιγίδας n σεισμού, που στάθηκε ικανό να δημιουργήσει τη σημερινή λίμνη Βεγορίτιδα. O Sir Arthour Evans αναφέρει στην περιγραφή από κάποιον περιηγητή της Ιλλυρίας, τον Comes Marcellinus. Ο περιηγητής αναφέρει την εμφάνιση μεγάλου καταστροφικού σεισμού στα Σκόπια με πιθανές καταστροφές στη λεκάνη της Εορδαίας.
Χρονικά οι ανωτέρω αφηγήσεις, δημιουργούν την εικόνα ότι κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια κάποιο φυσικό φαινόμενο έφραξε τις υπόγειες διαφυγές του υδρογραφικού δικτύου με άμεσο επακόλουθο την ανύψωση της στάθμης των υδάτων και τη δημιουργία της λίμνης. Από το 1896 και μετά πολλοί ερευνητές ασχολήθηκαν με την λίμνη εξαιτίας της συνεχούς αύξησης που παρουσίαζε n στάθμη της επιφάνειας της, μέχρι και το 1957. Για το λόγο αυτό μετακινήθηκε και n σιδηροδρομική γραμμή, n οποία διερχόταν και διέρχεται περιμετρικά της λίμνης. Από το 1920 προτάθηκε και απασχόλησε τους τότε τεχνικούς n χρησιμοποίηση των υδάτων της λίμνης για ενεργειακούς σκοπούς, σε σχέση με τον ποταμό Άγρα. Η έκταση της επιφάνειας της λίμνης έφτασε περίπου τα 70 km2, η χωρητικότητα της περί τα 2.200.000.000 m3 και το μέγιστο βάθος της τα 70 m. Το έτος 1953 αρχίζει στην περιοχή n κατασκευή της σήραγγας που διοχετεύει νερό από τη λίμνη Βεγορίτιδα στη λίμνη Νησίου. Είναι μια σήραγγα ελεύθερης ροής, μήκους 6.035,4 m, εσωτερικής διαμέτρου 2m και μέγιστης παροχής 10 m3/s (Ράλλης, 1955). Το νερό το οποίο διοχετεύεται από τη σήραγγα χρησιμοποιείται για τη λειτουργία του υδροηλεκτρικού σταθμού Άγρα (ισχύος 50.000 Ι
Στις μελέτες που εκπονήθηκαν για την κατασκευή του έργου, υπολογίστηκε πως, n πτώση της στάθμης της λίμνης κατά 20m (από υψόμετρο 540m σε 520m) Θα περιόριζε τις απώλειες από εξάτμιση και υπόγειες διαρροές, έτσι ώστε, να παραμένει πάντοτε διαθέσιμη μια ικανοποιητική παροχή για τη λειτουργία του ΥΗΣ Άγρα. Από τα σημερινά δεδομένα γίνεται φανερό πως οι απώλειες της λίμνης, όχι μόνο δεν περιορίσθηκαν, αλλά αντίθετα συνεχίστηκαν με έντονο ρυθμό, με αποτέλεσμα το 1992 n στάθμη της λίμνης να φθάσει σε υψόμετρο 514,19m. Στα μέσα της δεκαετίας 1960 γίνεται n επόμενη σημαντική παρέμβαση στην περιοχή από την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, όταν αρχίζει n προσπάθεια εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων λιγνίτη που βρίσκονται στο λεκανοπέδιο της Πτολεμαΐδας. Από το 1959 έως το 1987 n Δ.E.H. έχει εγκαταστήσει τέσσερις Ατμοηλεκτρικούς σταθμούς στην Πτολεμαΐδα, στην Καρδία, στον Αγ. Δημήτριο και στο Αμύνταιο, με συνολικό αριθμό μονάδων 14. Το έτος 1987 αρχίζει να λειτουργεί ο νέος Α.Η.Σ. στην περιοχή Αμυνταίου. Αυτός ο σταθμός χρησιμοποιεί νερό από το αντλιοστάσια του Αγίου Παντελεήμονα ενώ οι Α.Η.Σ. του Αγίου Δημητρίου και της Καρδίας αρχίζουν να τροφοδοτούνται από το ποταμό Αλιάκμονα (τεχνητή λίμνη Πολυφύτου). Κατά τη διάρκεια του 1980 σημαντικές αλλαγές συντελούνται και στη γεωργική παραγωγή με ραγδαία αύξηση των αρδευόμενων καλλιεργειών. Επίσης με την πτώση της στάθμης της λίμνης εμφανίζονται νέες καλλιεργούμενες εκτάσεις.
Οι λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα:
Αν και είναι δύο ξεχωριστές λίμνες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, σχεδόν πάντα ανα¬φέρονται μαζί, ίσως γιατί διαμορφώνουν μια ενιαία περιοχή και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους είναι αμοιβαίες. H λίμνη Ζάζαρη είναι μια από τις ομορφότερες λίμνες της Ελλάδας, σε υψόμετρο 602 μέτρα, έχει εμβαδό περίπου δύο τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τροφοδοτείται από το ποτάμι του Σκλήθρου, αλλά και από υπόγειες πηγές, ενώ στη συνέχεια τροφοδοτεί με τη σειρά της τη Χειμαδίτιδα. H λίμνη Χειμαδίτιδα είναι μεγαλύτερη, έχοντας έκταση 10,8 τ. χμ. και βρίσκεται εννιά μέτρα χαμηλότερα από τη Ζάζαρη. Πρόκειται για λίμνη με έντονο ευτροφισμό, ο οποίος είναι εμφανής από την πολύ μεγάλη έκταση απροσπέλαστων καλαμιώνων, οι οποίοι όμως αποτελούν σημαντικό βιότοπο για την αναπαραγωγή, διαχείμαση και γενικότερα διαβίωση σημαντικών οργανισμών. Οι δύο λίμνες, μα κυρίως n Χειμαδίτιδα, έδιναν στο παρελθόν και συνεχίζουν ακόμα να προσφέρουν στα κοπάδια των κτηνοτρόφων πιο ήπιες συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του δριμύτατου χειμώνα της ευρύτερης περιοχής, αλλά και πιο απομακρυσμένων Διαμερισμάτων. Τα χειμαδιά άλλωστε, χάρισαν ως αντάλλαγμα το όνομα στη μία από τις λίμνες. Μετά τις αλλαγές στον τρόπο εκτροφής των αιγοπροβάτων και των βοοειδών, τα τελευταία χρόνια, λίγα μόλις κοπάδια κτηνοτρόφων, σε πείσμα των καιρών, εξακολουθούν να βόσκουν στη γύρω περιοχή και να θυμίζουν αμυδρά το παρελθόν. Στο σύμπλεγμα των δύο λιμνών έχουν καταγραφεί σημαντικά είδη φυτών (εκατόν πενήντα είδη) και κυρίως ζώων. Έχουν παρατηρηθεί εκατόν σαράντα ένα είδη πουλιών, από τα οποία τα εκατό είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Αξίζει όμως να αναφερθεί πως στη Χειμαδίτιδα αναπαράγεται, με το μεγαλύτερο πληθυσμό στην Ελλάδα, n Βαλτόπαπια (Aythya nyroca), με 60 ζευγάρια, n οποία είναι παγκόσμια απειλούμενο είδος. Ακόμη στις δύο λίμνες φιλοξενούνται δώδεκα είδη Θηλαστικών, εφτά είδη ερπετών, εφτά είδη αμφιβίων και οχτώ είδη ψαριών.
Λiμνη Πετρών:
H Λίμνη των Πετρών βρίσκεται 1 χμ. βορειοδυτικά του Δήμου Αμυνταίου και σε μικρή απόσταση από τη λίμνη Βεγορίτιδα. Τροφοδοτείται από νερά βροχής και χιονιού, απευθείας στην επιφάνεια της και με το νερό από τη λίμνη Χειμαδίτιδα μέσω της κεντρικής απα-γωγού τάφρου. Ταυτόχρονα μέσω φυσικής τάφρου αλλά και τεχνητής υπόγειας σήραγγας επικοινωνεί με τη λίμνη Βεγορίτιδα, στην οποία διοχετεύει μεγάλες ποσότητες νερού. H λίμνη φαίνεται πολύ ωραία από τον αρχαιολογικό χώρο των Πετρών. H πρόσβαση (επίσκεψη) στη λίμνη είναι δυνατή από το χωριό Πέτρες. Στη λίμνη Πετρών έχουν παρατηρηθεί περισσότερα από ενενήντα είδη πουλιών, ενώ στο σύμπλεγμα των δύο λιμνών, περισσότερα από εκατόν τριάντα, πολλά από τα οποία είναι απειλούμενα. Μάλιστα, στη λίμνη των Πετρών αναπαράγονται σπάνια είδη, όπως n Λαγγόνα, n οποία έχει δημιουργήσει στην περιοχή μια δεύτερη αποικία στο νομό της Φλώρινας, εκτός από αυτή των Πρεσπών. Αυτές είναι οι δύο από τις τρεις αποικίες του είδους στην Ελλάδα, τις μοναδικές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Από τα θηλαστικά, εξέχουσα σημασία έχει η παρουσία της Βίδρας, γιατί Θεωρείται πολύ καλός δείκτης καθαρότητας των νερών στα οποία ζει, άρα οι ελπίδες για διατήρηση των υγροβιότοπων αυτών σε ικανοποιητικό επίπεδο συνεχίζουν να υπάρχουν. Μοναδική είναι, τέλος, και n παρουσία ενός ψαριού στη Βεγορίτιδα, του Κορήγονου. Το μοναδικό παρατηρητήριο της περιοχής βρίσκεται 3 χμ. έξω από τον Άγιο Παντελεήμονα.
H Μικρή και η Μεγάλη Πρέσπα:
Οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα απέχουν 47 χμ. από τη Φλώρινα. H μικρή Πρέσπα είναι μία μακρόστενη, μεσοτροφική λίμνη, με επιφάνεια 47,35 τ. χιλ. από τα οποία τα 43,5 είναι στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα στην Αλβανία. H μεγάλη Πρέσπα είναι ολιγοτροφική λίμνη με επιφάνεια 272 τ. χιλ. από τα οποία μόνο τα 39 είναι στην Ελλάδα. Από πολύ νωρίς αναγνωρίστηκε n μοναδικότητα των Πρεσπών ως ενδιαίτημα σημαντικών ειδών και κυρίως πουλιών. H ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζοντας τις φυσικές αξίες της περιοχής, ανακήρυξη την περιοχή Εθνικό Δρυμό το 1974. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο εθνικό δρυμό στην Ελλάδα με 270 τ. χιλ. έκταση. Το στοιχείο που ξεχωρίζει τις Πρέσπες από τους υπόλοιπους εθνικούς δρυμούς είναι n μεγάλη ποικιλομορφία σε φυσικές διαπλάσεις και τύπους ενδιαιτημάτων.
H λεκάνη των Πρεσπών βρίσκεται σε υψόμετρο 850μ. H περιοχή είναι ένας από τους σπουδαιότερους οικότοπους πουλιών στην Ευρώπη. H Μικρή Πρέσπα είναι περιοχή ειδικής σημασίας. Έχει εκτεταμένες ρηχές ζώνες με υδρόβια βλάστηση, υγρά λιβάδια, βοσκοτόπια και αγροτική γη. Οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα χωρίζονται από μια στενή λωρίδα μήκους 4 χιλιομέτρων. Λόγω υψομετρικής διαφοράς, χύνονται τα νερά της Μικρής Πρέσπα, στη Μεγάλη Πρέσπα και συμφωνά με έρευνα, από τη Μεγάλη Πρέσπα με υπόγειες διαδρομές συνεχίζουν προς τη λίμνη Αχρίδα (FYROM). Οι λίμνες είναι απομεινάρια της μεγάλης Δασσαρίτιδας λίμνης που κατείχε την ευρύτερη περιοχή πριν εκατομμύρια χρόνια. H λίμνη Μικρή Πρέσπα παγώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα κάθε χειμώνα.

Κυριακή 1 Απριλίου 2012
Παραδόσεις και θρύλοι των Πρεσπών
Σύμφωνα με μια παράδοση, η λεκάνη των Πρεσπών δημιουργήθηκε από μια βρύση, που οι κάτοικοι έπαιρναν νερό. Οι ντόπιοι ήξεραν να την κλείνουν καλά κάθε φορά που έπαιρναν νερό. Μια μέρα ήρθε στον τόπο τους μια ξένη. Πήγε να πάρει νερό και ξέχασε τη βρύση ανοιχτή. Έτσι πλημμύρησε η κοιλάδα με νερό και σχηματίστηκαν οι λίμνες.
Υπάρχει ένας θρύλος των λιμνών που λέει, ότι με τις αλλαγές στη στάθμη τους, οι λίμνες εκφράζουν τις διαθέσεις τους.
Έτσι, κάθε φορά που φουσκώνουν, η στάθμη τους ανεβαίνει 2-3 μέτρα, η διεθνής κατάσταση ή η τοπική “τυχαίνει” να είναι εξημμένη.
Τα κράτη βρίσκονται σε αναβρασμό και ο πόλεμος μαίνεται ανάλογα με το φούσκωμα. Στους βράχους και στις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας διακρίνονται καθαρά οι στάθμες του νερού στη διάρκεια του Α΄ και του Παγκοσμίου πολέμου.
![]() |
Αρχείο Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας |
Μια άλλη εκδοχή για το σχηματισμό των λιμνών, λέει πως πολύ παλιά ήταν ένα ποτάμι, που ξεκινούσε από τα βουνά της Σφήκας, νοτιοδυτικά της περιοχής και περνούσε όπου τώρα η Μικρή και η Μεγάλη λίμνη. Στο πέρασμά του μάζευε τα νερά από τα άλλα ποταμάκια και τους χείμαρρους της περιοχής και χύνονταν κοντά στον Όσιο Ναούμ (ξακουστό μοναστήρι, παραλίμνιο της λίμνης Αχρίδας). Κάποτε η δίοδος αυτή έκλεισε. Τα νερά, συγκεντρώνονταν και σιγά σιγά δημιούργησαν πρώτα τη μεγάλη λίμνη και μετά τη μικρή. Φυσικά το άπλωμα του νερού σκέπασε πόλεις και χωριά. Λένε ότι το 1940 ακόμα, βλέπανε τα γεφύρια του ποταμού αυτού στον Άγιο Αχίλλειο.
Σύμφωνα με μια άλλη παλιά ιστορία, μια αρχαία πολιτεία βρίσκεται βυθισμένη εδώ και αιώνες κάτω από τα νερά της λίμνης. Ένα πριγκιπόπουλο αγάπησε κάποτε μια νεράιδα. Θαμπώθηκε από την ομορφιά της σαν την είδε να λούζεται μια μέρα και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του.
-Αν δεχτώ, θα φέρω συμφορά και κακό μεγάλο στο βασίλειο σου είπε η νεράιδα. Μα το πριγκιπόπουλο επέμενε μέχρι που την έπεισε κι αυτήν και το βασιλιά πατέρα του. Ξεκίνησαν λοιπόν οι γάμοι με κάθε μεγαλοπρέπεια. Στολίστηκε η πολιτεία κι ολόκληρος ο νεραϊδόκοσμος. Ντύθηκαν τα ξωτικά με υφάσματα αραχνοΰφαντα, με κοσμήματα κρυστάλλινα, και άρχισαν να τραγουδούν τα πιο απόκοσμα τραγούδια για χατίρι της αγαπημένης τους αδερφής. Μα εκεί που το γλέντι είχε ανάψει και χαιρόταν ο κόσμος όλος, ο ουρανός σκοτείνιασε.![]() |
Αρχείο Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας |
Αστραπές και κεραυνοί άρχισαν να τον αυλακώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη και μια τρομερή μπόρα ξέσπασε από το πουθενά. Έβρεχε κι έβρεχε χωρίς σταματημό, μέχρι που τα νερά πνίξανε και σπίτια και ανθρώπους. Χάθηκε για πάντα η αρχαία πολιτεία.
Και τα νούφαρα που φυτρώνουν κάθε καλοκαίρι στην επιφάνεια της λίμνης, άσπρα και κίτρινα είναι οι ψυχές των αγοριών και των κοριτσιών που χάθηκαν τη μέρα εκείνη.Υπάρχει ένας θρύλος των λιμνών που λέει, ότι με τις αλλαγές στη στάθμη τους, οι λίμνες εκφράζουν τις διαθέσεις τους.
Έτσι, κάθε φορά που φουσκώνουν, η στάθμη τους ανεβαίνει 2-3 μέτρα, η διεθνής κατάσταση ή η τοπική “τυχαίνει” να είναι εξημμένη.
Τα κράτη βρίσκονται σε αναβρασμό και ο πόλεμος μαίνεται ανάλογα με το φούσκωμα. Στους βράχους και στις όχθες της Μεγάλης Πρέσπας διακρίνονται καθαρά οι στάθμες του νερού στη διάρκεια του Α΄ και του Παγκοσμίου πολέμου.
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
"Ο τόπος και το τραγούδι του" στον Πολυπόταμο Φλώρινας
Στις 22 και 23 Μαρτίου 2012, πραγματοποιήθηκαν στον Πολυπόταμο Φλώρινας, γυρίσματα της εκπομπής της ΕΤ3, "Ο τόπος και το τραγούδι του", που παρουσιάζει ο Γιώργος Μελίκης. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν ή παρακολούθησαν από κοντά το ξεχωριστό αυτό γεγονός. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του παρουσιαστή, το αποτέλεσμα θα είναι πάρα πολύ καλό γιατί και ο τόπος είναι υπέροχος άλλα και τα δρώμενα που θα παρουσιαστούν μοναδικά. Η εκπομπή κατά πάσα πιθανότητα θα προβληθεί μέσα στον Απρίλιο.
Σημείωση: Πρέπει να αναφέρουμε την βοήθεια που πρόσφερε η Πυροσβεστική Υπηρεσία της Φλώρινας.
Σημείωση: Πρέπει να αναφέρουμε την βοήθεια που πρόσφερε η Πυροσβεστική Υπηρεσία της Φλώρινας.
Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012
Florina Brotherhood. Fasolatha Day 2012

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012
ΜΝΗΜΕΣ KAI MAPTYPIEΣ MAKEΔONIKΩN XΩPIΩN (Πέρασμα και Αρμενοχώρι Φλωρίνας)
Πέρασμα και Αρμενοχώρι Φλωρίνης:
έρανοι για
τον Ιερά Αγώνα
της Εθνεγερσίας
και διαρκής αγώνας για την εθνική ταυτότητα
Του
Κίμωνος Κοεμτζόπουλου
Περιοδικό ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΖΩΗ, Μάρτιος 1991, Τεύχος 298. σελ 46-47.
Οι Μακεδόνες ύστερα από την αποτυχία της Επαναστάσεως του 1821 στην περιοχή αυτή της Δυτικής Μακεδονίας, μη νομισθεί ότι έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Εξακολούθησαν να βοηθούν τον Αγώνα, όπως και κάθε αγώνα που γινόταν σ' οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδος, κάθε φορά που ένα τμήμα της ξεσηκωνόταν, όπως αποδεικνύεται και από όσα βρίσκονται γραμμένα από τα χρόνια εκείνα, σε διάφορα εκκλησιαστικά βιβλία.
Από ένα «Τριώδιο», που έχει εκδοθεί το 1770 στη Βενετία και βρίσκεται στο χωριό Πέρασμα Φλωρίνης, αντιγράφουμε με την ορθογραφία όπως έχει:
«1824 μαρτήον 8 για τα αδέλφια ολα 182 χρισα εκ χηρος τον πανοσιωτατου βεσρηου».
Στο ίδιο βιβλίο, σε άλλη σελίδα, είναι γραμμένο:
«1824 Μάρτιος 8. Ετούτο το βιβλιον είναι από χωρίον Κουτσκουβένη εφκιασθηκεν εκ χειρος του πανοσιωτατου Βεσαρηου, οποίος το διαβαση να έχη την ευχή τον αγίου Ανάργυρου».
Απ' αυτά βγαίνει καθαρά ότι το βιβλίο αυτό ανήκε στους Αγίους Αναργύρους.
Κατά την παράδοση η Εκκλησία των Αγίων Αναργύρων της Κουτσκουβένης, ήταν «μετόχι» του μοναστηριού Αγίων Αναργύρων Καστοριάς.
Στο ίδιο χωριό, το Πέρασμα, σε Ευαγγέλιο εκδόσεως Βενετίας πάλι, του 1780, βρίσκουμε γραμμένα, 22 χρόνια αργότερα, από το χέρι άλλου παπά:
«1846 αυγουστος 18, εδοσα εις αγιον ηγούμενον αγίων αναργηρων Καστορίας δια τον Χριστού την πίστη και τον αγονα 118 χρισα γραφο εγο ο Παπαστογιαννης».
Το καλοκαίρι τον 1880 ένας Βούλγαρος παπάς εγκαταστάθηκε στη Μποσταράνη (Μελίτη). Με άφθονο χρήμα και περισσότερες υποσχέσεις προσηλύτισε λίγους δικούς μας στο χωριό αυτό, καθώς και σε μερικά άλλα χωριά τον κάμπου Φλωρίνης, στα οποία άρχισε να λειτουργεί βουλγαρικά.
Στο Αρμενοχώρι έπεισε 4-5 δικούς μας, που δεν τολμούσαν όμως να εκδηλωθούν φανερά ως Εξαρχικοί γιατί ντρέπονταν, ώσπου κατάφερε ο Βουλγαρόπαπας με πολύ χρυσάφι να κάνει υποστηρικτή τον έναν Τούρκο Αρμενοχωρίτη, τον Αχμέτ Αγά, πλούσιο, μα φιλοχρήματο πολύ και σκληρό «δεκατιστή» τον χωριού.
Την εποχή εκείνη στο Αρμενοχώρι, μαζί. με τον Παπαϊωάννη Προυσάλκα που ήταν ένας ψηλός άντρακλας - σωστός γίγαντας -με ψαρά γένια και μαλλιά, υπηρετούσε και ο Παπαγιάννης Πρόϊτσης, που ήταν πολύ γέρος με κάτασπρα γένια και μαλλιά και ασθενικός. H λειτουργία εκείνα τα χρόνια γινόταν στην εκκλησία «Γέννησις της Θεοτόκου», που σήμερα είναι νεκροταφείο του χωριού.
Οι δύο παπάδες πήγαιναν κάθε Κυριακή και στο γειτονικό χωριό Μεσονήσι, πότε ο ένας και πότε ο άλλος και λειτουργούσαν, γιατί το χωριό εκείνο δεν είχε δικό τον παπά.
Τον Παπαϊωάννη Προυσάλκα που ήταν γενναίο παλληκάρι, κι ας είχε περάσει τα 50, τον φοβούνταν και αυτοί οι Τούρκοι. Και αυτός ακόμη ο Αχμέτ Αγάς.
O Βουλγαρόπαπας αφού συνεννοήθηκε με τους λίγους που είχε προσηλυτίσει στο Αρμενοχώρι και με τον Αχμέτ Αγά, τη δεύτερη Κυριακή τον Ιουλίου 14-7-1880, που ήξερε ότι ο λεβεντοπαπάς μας βρισκόταν στο Μεσονήσι, πήγε από βαθειά χαράματα στο Αρμενοχώρι και άρχισε τη λειτουργία στην εκκλησία, βουλγαρικά.
O γερο-παπάς Γιάννης Πρόϊτσης, καθώς πήγαινε στην εκκλησία τη μέρα εκείνη να ιερουργήσει, πρωί βέβαια, μα όχι χαράματα, γιατί τον είχαν πειράξει και οι «θέρμες», είδε εκεί κοντά τον Αχμέτ Αγά με λίγους από τους υποτακτικούς του, να κάθεται σε ένα πεζούλι, καπνίζοντας τον ναργιλέ του και να τον κοιτάζει κάπως περίεργα.
Σαν έφθασε στην εκκλησία είδε έναν ξένο παπά να λειτουργεί στα βουλγαρικά και 4-5 από τούς χωριανούς τους, άλλος να ψάλλει... ελληνικά, γιατί βουλγαρικά δεν ήξερε κανένας, και άλλοι να βρίσκονται στο παγκάρι, χωρίς να είναι εκεί οι επίτροποι. Παρά λίγο ο γέροντας να πέσει κάτω. O Βουλγαρόπαπας και οι άλλοι, όχι μόνον δεν τον άφησαν να ιερουργήσει, μα και τον πέταξαν έξω, χωρίς να σεβασθούν ούτε την ηλικία του.
Μερικοί γέροι που ήλθαν την ώρα εκείνη στην εκκλησία και αντελήφθηκαν τι έγινε, σαν είδαν τον Αχμέτ Αγά, δεν τόλμησαν να κάνουν τίποτα. Πήραν μόνο τον παπά και τον συνόδεψαν στο σπίτι τον. Αυτός έστειλε αμέσως ένα εγγονάκι του στο Μεσονήσι, να ειπεί στον Παπαϊωάννη Προυσάλκα τι έγινε στο χωριό τους. Μόλις άκουσε τα καθέκαστα στο Μεσονήσι ο Παπαϊωάννης συντόμευσε τη λειτουργία, δεν στάθηκε να δώσει στους χωριανούς το αντίδωρο με το χέρι, όπως έκαμνε κάθε φορά που λειτουργούσε, πήρε τη μαγκούρα τον και αντί να πάει στο Αρμενοχώρι, έτρεξε στον κάμπο. Έκανε καρτέρι ανάμεσα Αρμενοχώρι - Τριπόταμος.
Σαν έφθασε εκεί ο Βουλγαρόπαπας στο γάιδαρο καβάλα, ο Παπαϊωάννης βγήκε μπροστά του και τον είπε:
- Πώς πήγες και λειτούργησες στο Αρμενοχώρι, αφού υπάρχον εκεί δύο παπάδες τον χωριού; Δεν ξέρεις ότι αυτό απαγορεύεται;
- Μου είπαν πως ο ένας είναι γέρος και άρρωστος και ο άλλος είναι στο Μεσονήσι και είπα γιατί να μείνουν οι χωριανοί χωρίς λειτουργία; απάντησε ο Βουλγαρόπαπας μισοκακόμοιρα και κουτοπόνηρα. Λάθος έκαμνα, δεν το ξανακάνω.
- Κοίταξε καλά. Όχι μόνο δεν Θα ξαναπατήσεις στο Αρμενοχώρι, μα θα φύγεις το γρηγορότερο, να πας εκεί από όπου ήλθες. Αλλιώς δεν θα καλοπεράσεις μαζί μου. Εδώ για σένα είναι ξένα αμπελοχώραφα. Ακούς;
- Όχι αδελφέ μου, δεν ξαναέρχομαι, στ' ορκίζομαι. Δεν ξεγελιέμαι.
Μα σε λίγες μέρες ο Βουλγαρόπαπας ξαναπήγε. Παραφύλαξε πότε έλειπε πάλι ο Παπαϊωάννης στο Μεσονήσι και λειτούργησε και δεύτερη φορά στο Αρμενοχώρι. Φυσικά πάλι μπροστά στην εκκλησία καθόταν ο Αχμέτ Αγάς, μη τυχόν ξεσηκωθούν οι Αρμενοχωρίτες.
Τη φορά αυτή ο παπα-Πρόϊτσης τράβηξε ο ίδιος για το Μεσονήσι και ειδοποίησε τον Προυσάλκα. Ο λεβεντόπαπας αυτός σαν άκουσε για το καινούργιο «ανοσιούργημα», άφησε τον Πρόϊτση να αποπερατώσει τη λειτουργία και, φουρκισμένος, τράβηξε με τη μαγκούρα στο χέρι κατά τον κάμπο.
Σαν έφτασε ο Βουλγαρόπαπας σε κάποια ρεματιά, παρουσιάσθηκε μπροστά του ο Προυσάλκας και αγριεμένος τούπε:
- Δεν ορκίσθηκες πως δεν θα ξαναέλθεις; Παπάς επίορκος γίνεται;
- Με συγχωρείς αδελφέ μου, με γέλασαν, δεν θα την πάθω άλλη φορά.
- Και βέβαια δεν θα την ξαναπάθεις, απάντησε ο Παπαϊωάννης και σήκωσε τη μαγκούρα του, του έδωσε μ' αυτή τόσες στο κεφάλι και τον έστειλε καταγής. Δεν ήξερε αν τον άφησε ζωντανό ή πεθαμένο και τράβηξε για τη Φλώρινα. Πήγε κατευθείαν στον Δεσπότη και του τα διηγήθηκε όλα.
- Μήπως τον σκότωσες;
- Δεν ξέρω αν ζει ή πέθανε, απάντησε ο παπάς μας στον Δεσπότη.
Αυτός ξέροντας ότι θα έλθουν οι αρχές να του αναφέρουν σχετικά, τον κατέβασε στο υπόγειο της Μητροπόλεως, όπου τον... κλείδωσε.
Ύστερα από λίγο πραγματικά ήλθε στην Μητρόπολη, ένας Τούρκος αξιωματικός, ο οποίος είπε στον Μητροπολίτη.
- Ντεσπότ' Εφέντη, ξέρετε τι έγινε στο Αρμενοχώρι;
- Ναι ξέρω και τον φυλάκισα. Έλα να τον ιδείς.
Όταν ο Τούρκος είδε τον παπά στο υπόγειο ...κλειδωμένο, έφυγε ικανοποιημένος ότι ο «Ντεσπότ' Εφέντης» έκανε πραγματικά το καθήκον του.
Ο Βουλγαρόπαπας δεν πέθανε φυσικά. Αλλά έφυγε και χάθηκε από προσώπου της γης.
Επί ένα εξάμηνο ο Παπαϊωάννης Προυσάλκας... «λειτουργούσε» στη Μητρόπολη Φλωρίνης κλειδωμένος στο υπόγειο, και έπειτα, σαν ξεχάστηκε κάπως το πράγμα, γύρισε στο χωριό του. Ο Αχμέτ Αγά; δεν τόλμησε να του κάνει τίποτα, γιατί τον φοβόνταν. Αφού μάλιστα ο Βουλγαρόπαπας είχε εξαφανισθεί και το μπαχτσίς» κόπηκε οριστικά, σκέφθηκε ότι μόνον θα κινδύνευε χωρίς όφελος αν τα έβαζε με έναν τέτοιο παπά.
Ο Παπαϊάννης Προυσάλκας πέθανε στο Αρμενοχώρι το 1883 και άφησε δύο παιδιά: τον Βασίλη και τον Γιώργο. Εγγονός του Βασίλη είναι ο σημερινός (1979) εξαιρετικός παπάς του Περάσματος Παπα-Αχίλλειος Προυσάλκας που χειροτονήθηκε το 1952 (δηλαδή ένα πάνω - κάτω αιώνα αφού χειροτονήθηκε ο προπαππούς του). Μένει και αυτός στο Αρμενοχώρι, με μεγάλη εκτίμηση σε όλη την περιοχή.
ΚΙΜ. Γ. ΚΟΕΜΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
έρανοι για
τον Ιερά Αγώνα
της Εθνεγερσίας
και διαρκής αγώνας για την εθνική ταυτότητα
Του
Κίμωνος Κοεμτζόπουλου
Περιοδικό ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΖΩΗ, Μάρτιος 1991, Τεύχος 298. σελ 46-47.
Οι Μακεδόνες ύστερα από την αποτυχία της Επαναστάσεως του 1821 στην περιοχή αυτή της Δυτικής Μακεδονίας, μη νομισθεί ότι έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Εξακολούθησαν να βοηθούν τον Αγώνα, όπως και κάθε αγώνα που γινόταν σ' οποιοδήποτε μέρος της Ελλάδος, κάθε φορά που ένα τμήμα της ξεσηκωνόταν, όπως αποδεικνύεται και από όσα βρίσκονται γραμμένα από τα χρόνια εκείνα, σε διάφορα εκκλησιαστικά βιβλία.
Από ένα «Τριώδιο», που έχει εκδοθεί το 1770 στη Βενετία και βρίσκεται στο χωριό Πέρασμα Φλωρίνης, αντιγράφουμε με την ορθογραφία όπως έχει:
«1824 μαρτήον 8 για τα αδέλφια ολα 182 χρισα εκ χηρος τον πανοσιωτατου βεσρηου».
Στο ίδιο βιβλίο, σε άλλη σελίδα, είναι γραμμένο:
«1824 Μάρτιος 8. Ετούτο το βιβλιον είναι από χωρίον Κουτσκουβένη εφκιασθηκεν εκ χειρος του πανοσιωτατου Βεσαρηου, οποίος το διαβαση να έχη την ευχή τον αγίου Ανάργυρου».
Απ' αυτά βγαίνει καθαρά ότι το βιβλίο αυτό ανήκε στους Αγίους Αναργύρους.
Κατά την παράδοση η Εκκλησία των Αγίων Αναργύρων της Κουτσκουβένης, ήταν «μετόχι» του μοναστηριού Αγίων Αναργύρων Καστοριάς.
Στο ίδιο χωριό, το Πέρασμα, σε Ευαγγέλιο εκδόσεως Βενετίας πάλι, του 1780, βρίσκουμε γραμμένα, 22 χρόνια αργότερα, από το χέρι άλλου παπά:
«1846 αυγουστος 18, εδοσα εις αγιον ηγούμενον αγίων αναργηρων Καστορίας δια τον Χριστού την πίστη και τον αγονα 118 χρισα γραφο εγο ο Παπαστογιαννης».
Το Πέρασμα λεγόταν τότε Κουτσκουβένη και παλαιότερα ακόμα Κρούσοβο. Πρέπει να ευημερούσε την εποχή εκείνη το χωριό αυτό για να διαθέτει «ιερά βιβλία» που εκδίδονταν στην Βενετία και κόστιζαν πανάκριβα, και για να έχει συγκεντρώνει το 1824, με έρανο έστω, 182 χρυσά και το 1846 άλλα 118 χρυσά ναπολεόνια, ποσό τεράστιο για την εποχή εκείνη.
Έρανοι «δηα τον αγόνα και τον Χριστού την πίστη», έγιναν και σ' άλλα χωριά της περιοχής Φλωρίνης, όπως φαίνεται από άλλο, τρίτο βιβλίο «Πεντηκοστάριον» (εκδ. Βενετία παρά Νικολάω Γλυκεί τον εξ Ιωαννίνων 1820), που βρίσκεται πάλι στο Πέρασμα και στο οποίο διαβάζουμε:
«1878 μαηον 20 δηα τον αγονα και τον Χριστού την πίστη, ο παπαιοανις προυσαλκας από αρμενορη 40 χρισα 24 ασπρα λαξενι 18 χρισα παπαξενη 70 χρισα εις αγιον Καστοριας εγω ο Παπαθανασης γραφο».
O «παπαιοανις προυσαλκας απο αρμενορη» (Παπαϊωάννης Προυσάλκας) ήταν παπάς στο Αρμενοχώρι Φλωρίνης. Είχε χειροτονηθεί παπάς πολύ νέος, παιδί αμούστακο σχεδόν, το 1857. 'Ήταν μεγάλος πατριώτης; και συνεργαζόταν με το ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου για την προστασία τον «ποιμνίου» τον από τις τουρκικές αυθαιρεσίες.
![]() |
Αρχείο Ιωάννη Παπαϊωάννου. |
Όταν ύστερα από το Σχίσμα, άρχισε η βουλγαρική προπαγάνδα, ο Προυσάλκας δεν καθοδηγούσε μόνο και εμψύχωνε το «ποίμνιό του», μα συνεργάζονταν και με τους άλλους παπάδες και δασκάλους της περιοχής, για την αντιμετώπιση της προπαγάνδας των Σχισματικών. Η Βουλγαρία είχε αρχίσει να στέλνει στην Μακεδονία Σχισματικούς παπάδες, για να προσηλυτίσουν τους κατοίκους στην Εξαρχία.
Στο Αρμενοχώρι έπεισε 4-5 δικούς μας, που δεν τολμούσαν όμως να εκδηλωθούν φανερά ως Εξαρχικοί γιατί ντρέπονταν, ώσπου κατάφερε ο Βουλγαρόπαπας με πολύ χρυσάφι να κάνει υποστηρικτή τον έναν Τούρκο Αρμενοχωρίτη, τον Αχμέτ Αγά, πλούσιο, μα φιλοχρήματο πολύ και σκληρό «δεκατιστή» τον χωριού.
Την εποχή εκείνη στο Αρμενοχώρι, μαζί. με τον Παπαϊωάννη Προυσάλκα που ήταν ένας ψηλός άντρακλας - σωστός γίγαντας -με ψαρά γένια και μαλλιά, υπηρετούσε και ο Παπαγιάννης Πρόϊτσης, που ήταν πολύ γέρος με κάτασπρα γένια και μαλλιά και ασθενικός. H λειτουργία εκείνα τα χρόνια γινόταν στην εκκλησία «Γέννησις της Θεοτόκου», που σήμερα είναι νεκροταφείο του χωριού.
Οι δύο παπάδες πήγαιναν κάθε Κυριακή και στο γειτονικό χωριό Μεσονήσι, πότε ο ένας και πότε ο άλλος και λειτουργούσαν, γιατί το χωριό εκείνο δεν είχε δικό τον παπά.
Τον Παπαϊωάννη Προυσάλκα που ήταν γενναίο παλληκάρι, κι ας είχε περάσει τα 50, τον φοβούνταν και αυτοί οι Τούρκοι. Και αυτός ακόμη ο Αχμέτ Αγάς.
O Βουλγαρόπαπας αφού συνεννοήθηκε με τους λίγους που είχε προσηλυτίσει στο Αρμενοχώρι και με τον Αχμέτ Αγά, τη δεύτερη Κυριακή τον Ιουλίου 14-7-1880, που ήξερε ότι ο λεβεντοπαπάς μας βρισκόταν στο Μεσονήσι, πήγε από βαθειά χαράματα στο Αρμενοχώρι και άρχισε τη λειτουργία στην εκκλησία, βουλγαρικά.
O γερο-παπάς Γιάννης Πρόϊτσης, καθώς πήγαινε στην εκκλησία τη μέρα εκείνη να ιερουργήσει, πρωί βέβαια, μα όχι χαράματα, γιατί τον είχαν πειράξει και οι «θέρμες», είδε εκεί κοντά τον Αχμέτ Αγά με λίγους από τους υποτακτικούς του, να κάθεται σε ένα πεζούλι, καπνίζοντας τον ναργιλέ του και να τον κοιτάζει κάπως περίεργα.
Σαν έφθασε στην εκκλησία είδε έναν ξένο παπά να λειτουργεί στα βουλγαρικά και 4-5 από τούς χωριανούς τους, άλλος να ψάλλει... ελληνικά, γιατί βουλγαρικά δεν ήξερε κανένας, και άλλοι να βρίσκονται στο παγκάρι, χωρίς να είναι εκεί οι επίτροποι. Παρά λίγο ο γέροντας να πέσει κάτω. O Βουλγαρόπαπας και οι άλλοι, όχι μόνον δεν τον άφησαν να ιερουργήσει, μα και τον πέταξαν έξω, χωρίς να σεβασθούν ούτε την ηλικία του.
Μερικοί γέροι που ήλθαν την ώρα εκείνη στην εκκλησία και αντελήφθηκαν τι έγινε, σαν είδαν τον Αχμέτ Αγά, δεν τόλμησαν να κάνουν τίποτα. Πήραν μόνο τον παπά και τον συνόδεψαν στο σπίτι τον. Αυτός έστειλε αμέσως ένα εγγονάκι του στο Μεσονήσι, να ειπεί στον Παπαϊωάννη Προυσάλκα τι έγινε στο χωριό τους. Μόλις άκουσε τα καθέκαστα στο Μεσονήσι ο Παπαϊωάννης συντόμευσε τη λειτουργία, δεν στάθηκε να δώσει στους χωριανούς το αντίδωρο με το χέρι, όπως έκαμνε κάθε φορά που λειτουργούσε, πήρε τη μαγκούρα τον και αντί να πάει στο Αρμενοχώρι, έτρεξε στον κάμπο. Έκανε καρτέρι ανάμεσα Αρμενοχώρι - Τριπόταμος.
Σαν έφθασε εκεί ο Βουλγαρόπαπας στο γάιδαρο καβάλα, ο Παπαϊωάννης βγήκε μπροστά του και τον είπε:
- Πώς πήγες και λειτούργησες στο Αρμενοχώρι, αφού υπάρχον εκεί δύο παπάδες τον χωριού; Δεν ξέρεις ότι αυτό απαγορεύεται;
- Μου είπαν πως ο ένας είναι γέρος και άρρωστος και ο άλλος είναι στο Μεσονήσι και είπα γιατί να μείνουν οι χωριανοί χωρίς λειτουργία; απάντησε ο Βουλγαρόπαπας μισοκακόμοιρα και κουτοπόνηρα. Λάθος έκαμνα, δεν το ξανακάνω.
- Κοίταξε καλά. Όχι μόνο δεν Θα ξαναπατήσεις στο Αρμενοχώρι, μα θα φύγεις το γρηγορότερο, να πας εκεί από όπου ήλθες. Αλλιώς δεν θα καλοπεράσεις μαζί μου. Εδώ για σένα είναι ξένα αμπελοχώραφα. Ακούς;
- Όχι αδελφέ μου, δεν ξαναέρχομαι, στ' ορκίζομαι. Δεν ξεγελιέμαι.
Μα σε λίγες μέρες ο Βουλγαρόπαπας ξαναπήγε. Παραφύλαξε πότε έλειπε πάλι ο Παπαϊωάννης στο Μεσονήσι και λειτούργησε και δεύτερη φορά στο Αρμενοχώρι. Φυσικά πάλι μπροστά στην εκκλησία καθόταν ο Αχμέτ Αγάς, μη τυχόν ξεσηκωθούν οι Αρμενοχωρίτες.
Τη φορά αυτή ο παπα-Πρόϊτσης τράβηξε ο ίδιος για το Μεσονήσι και ειδοποίησε τον Προυσάλκα. Ο λεβεντόπαπας αυτός σαν άκουσε για το καινούργιο «ανοσιούργημα», άφησε τον Πρόϊτση να αποπερατώσει τη λειτουργία και, φουρκισμένος, τράβηξε με τη μαγκούρα στο χέρι κατά τον κάμπο.
Σαν έφτασε ο Βουλγαρόπαπας σε κάποια ρεματιά, παρουσιάσθηκε μπροστά του ο Προυσάλκας και αγριεμένος τούπε:
- Δεν ορκίσθηκες πως δεν θα ξαναέλθεις; Παπάς επίορκος γίνεται;
- Με συγχωρείς αδελφέ μου, με γέλασαν, δεν θα την πάθω άλλη φορά.
- Και βέβαια δεν θα την ξαναπάθεις, απάντησε ο Παπαϊωάννης και σήκωσε τη μαγκούρα του, του έδωσε μ' αυτή τόσες στο κεφάλι και τον έστειλε καταγής. Δεν ήξερε αν τον άφησε ζωντανό ή πεθαμένο και τράβηξε για τη Φλώρινα. Πήγε κατευθείαν στον Δεσπότη και του τα διηγήθηκε όλα.
- Μήπως τον σκότωσες;
- Δεν ξέρω αν ζει ή πέθανε, απάντησε ο παπάς μας στον Δεσπότη.
Αυτός ξέροντας ότι θα έλθουν οι αρχές να του αναφέρουν σχετικά, τον κατέβασε στο υπόγειο της Μητροπόλεως, όπου τον... κλείδωσε.
Ύστερα από λίγο πραγματικά ήλθε στην Μητρόπολη, ένας Τούρκος αξιωματικός, ο οποίος είπε στον Μητροπολίτη.
- Ντεσπότ' Εφέντη, ξέρετε τι έγινε στο Αρμενοχώρι;
- Ναι ξέρω και τον φυλάκισα. Έλα να τον ιδείς.
![]() |
Απόδειξη γεωργικής παραγωγής του Γεωργίου Παπαϊωάννου με ημερ. 10/10/1924. Αρχείο Ιωάννη Παπαϊωάννου. |
Ο Βουλγαρόπαπας δεν πέθανε φυσικά. Αλλά έφυγε και χάθηκε από προσώπου της γης.
Επί ένα εξάμηνο ο Παπαϊωάννης Προυσάλκας... «λειτουργούσε» στη Μητρόπολη Φλωρίνης κλειδωμένος στο υπόγειο, και έπειτα, σαν ξεχάστηκε κάπως το πράγμα, γύρισε στο χωριό του. Ο Αχμέτ Αγά; δεν τόλμησε να του κάνει τίποτα, γιατί τον φοβόνταν. Αφού μάλιστα ο Βουλγαρόπαπας είχε εξαφανισθεί και το μπαχτσίς» κόπηκε οριστικά, σκέφθηκε ότι μόνον θα κινδύνευε χωρίς όφελος αν τα έβαζε με έναν τέτοιο παπά.
Ο Παπαϊάννης Προυσάλκας πέθανε στο Αρμενοχώρι το 1883 και άφησε δύο παιδιά: τον Βασίλη και τον Γιώργο. Εγγονός του Βασίλη είναι ο σημερινός (1979) εξαιρετικός παπάς του Περάσματος Παπα-Αχίλλειος Προυσάλκας που χειροτονήθηκε το 1952 (δηλαδή ένα πάνω - κάτω αιώνα αφού χειροτονήθηκε ο προπαππούς του). Μένει και αυτός στο Αρμενοχώρι, με μεγάλη εκτίμηση σε όλη την περιοχή.
ΚΙΜ. Γ. ΚΟΕΜΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012
Μια ανθρωποθυσία κοντά στη Λύγκο, το 335 π.Χ.. Άρθρο του Δημήτρη Μεκάση
Ο άνθρωπος στην εξέλιξη του, πρώτα έριξε ένα ζώο στη φωτιά για να φάει η ίδια η φωτιά, που την θεωρούσε ζώο ή θεότητα, και μετά έμαθε να τρώει ψημένο κρέας. Αργότερα θυσίαζε ζώα στους Θεούς, αλλά και ανθρώπους, για να έχει την εύνοια των θεών. Ακόμη και οι εβραίοι, σε κάποιο πρώιμο στάδιο, Θυσίαζαν ανθρώπους στον Θεό. Για παράδειγμα η προσπάθεια του Αβραάμ να θυσιάσει τον Ισαάκ. Οι ανθρωποθυσίες υπήρχαν σε όλες σχεδόν τις αρχαίες Θρησκείες. Ακόμη και στην θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.
Δημήτρης Μεκάσης |
Μια ανθρωποθυσία αναφέρει και ο Όμηρος στην Ιλιάδα, που έγινε τον12ο αιώνα π.Χ., τότε που ενωμένοι οι Έλληνες ξεκινούσαν από την Αυλίδα για να κυριεύσουν την Τροία. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. O άνεμος δεν φυσούσε για να αποπλεύσει ο στόλος. Έτσι η Ιφιγένεια, κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, θυσιάστηκε από τον πατέρα της στη Θεά Άρτεμη, για να εξευμενιστούν οι Θεοί και να επιτρέψουν τον απόπλου του ελληνικού στόλου από την Αυλίδα προς την Τροία.
Οι Έλληνες όμως, νωρίς σταμάτησαν να κάνουν ανθρωποθυσίες και περιορίστηκαν στις θυσίες κατοικίδιων ζώων. Μετά την θυσία έτρωγαν το ψημένο κρέας του θυσιασμένου ζώου, καθώς οι ιερείς έψαχναν τα σπλάχνα του θυσιασμένου ζώου, για να προβλέψουν το μέλλον. Σήμερα στη Φλώρινα, και παρόλο που ο χριστιανισμός δεν δέχεται τις θυσίες, το αρχαιοελληνικό αυτό έθιμο διαιωνίζεται μόνο στη θεμελίωση του σπιτιού. Συνηθίζεται να σφάζουν ένα ζώο, πετεινό ή πρόβατο, και να ραντίζουν με το αίμα του τα θεμέλια. Μετά ψήνουν το ζώο και ακολουθεί γλέντι.Είναι άγνωστο πότε οι αρχαίοι Έλληνες σταμάτησαν τις ανθρωποθυσίες, αλλά μάλλον νωρίς, κάτι που οφείλεται στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας και του πολιτισμού τους. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στους υπόλοιπους λαούς της χερσονήσου του Αίμου. Μια ανθρωποθυσία αναφέρει ο Αρριανός στο έργο του "Αλεξάνδρου Ανάβασις". Το 335 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος έκανε την πρώτη του εκστρατεία εναντίων των Ορακών, Τριβαλλών, Γετών, Σαυροματών και Σκυθών. Νικώντας έφτασε μέχρι τον 'Ιστρο ποταμό, τον σημερινό Δούναβη, στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας. Εκεί έμαθε ότι οι Ιλλυριοί και οι Αυταριάτες και οι Ταυλέιντιοι αποστάτησαν και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. O Αλέξανδρος κινήθηκε γρήγορα και οδήγησε τον στρατό του στον Αξιό ποταμό και μετά πέρασε κατά μήκος του Εριγώνα ποταμού και έφτασε στην πόλη Πέλλιο, που την είχε καταλάβει ο Κλείτος ο βασιλιάς των Ιλλυριών, επειδή η πόλη αυτή ήταν καλά οχυρωμένη από την εποχή του Φιλίππου. Οι ιστορικοί τοποθετούν αυτήν την αρχαία πόλη μεταξύ της Κρυσταλλοπηγής και της Κορυτσάς.
Γράφει λοιπόν ο Αρριανός για την μάχη στη Πέλλιο: "Οι άνδρες του Κλείτου είχαν πιάσει τα βουνά που έκλειναν την πόλη. Τα βουνά πρόσφεραν στρατηγικές θέσεις και ήταν σκεπασμένα με πυκνό δάσος. Σκόπευαν να επιτεθούν στους Μακεδόνες από παντού, αν τυχόν χτυπούσαν την περιοχή. O Γλαυκίας όμως, ο βασιλιάς των Ταυλαντίων, δεν είχε φανεί ακόμα. O Αλέξανδρος πλησίασε στην πόλη. Οι Ιλλυριοί, αφού θυσίασαν τρία αγόρια, τρία κορίτσια και τρία μαύρα κριάρια, όρμησαν για να πολεμήσουν με τους Μακεδόνες σώμα με σώμα. Μoλις συνεπλάκησαν όμως, οι Ιλλυριοί εγκατέλειψαν τις οχυρές Θέσεις που κατείχαν και τράπηκαν σε φυγή. Οι στρατιώτες του Αλέξανδρου βρήκαν τπ σφάγια της θυσίας να κείτονται στο έδαφος".
O βάρβαρος αυτός λαός της Βαλκανικής έκαμνε ανθρωποθυσίες και στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τότε που ο ελληνικός πολιτισμός βρισκόταν σε ψηλό επίπεδο. Φαίνεται πως δεν τους άγγιξε ο πολιτισμός των Ελλήνων και συνέχιζαν να ζουν με τις δικές τους παραδόσεις. Πίστευαν πως θυσιάζοντας τρία αγόρια, τρία κορίτσια και τρία κριάρια θα νικούσαν τον Αλέξανδρο. Έγινε όμως το αντίθετο, επειδή ο Αλέξανδρος γνώριζε καλά την πολεμική τέχνη.
Οι Ιλλυριοί ήταν γειτονικός λαός με τους Λυγκηστές, αλλά διέφεραν και φυλετικά και πολιτισμικά. Οι Λυγκηστές πίστευαν στους Δώδεκα θεούς και θυσίαζαν κατοικίδια ζώα, όταν οι Ιλλυριοί έκαμναν ανθρωποθυσίες.
Οι ανθρωποθυσίες, των λοιπών βαλκανικών λαών της αρχαιότητας, περιορίστηκαν από τη νομοθεσία των μεγάλων αυτοκρατοριών (Μεγάλου Αλεξάνδρου και Διαδόχων, Ρωμαίων και Βυζαντινών) και σταμάτησαν με την εμφάνιση της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού.
Φουρούν ή Φλώρινα. Άρθρο του Δημήτρη Μεκάση
Οι περισσότερες βαλκανικές πόλεις έχουν περισσότερα από δυο ονόματα. Αυτό οφείλεται στο γλωσσικό πλούτο της βαλκανικής χερσονήσου, αλλά και στις μεγάλες αυτοκρατορίες που άρχισαν από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κράτησαν μέχρι το 1912.
H Φλώρινα, από τους τούρκους ονομαζόταν Φλωρίνε, από τους ντόπιους χωρικούς Λέριν, από τους βλάχους Χλέρνου και από τους αλβανούς Φολορίνα. Κοντά σε αυτές τις ονομασίες ας προστεθεί και η ονομασία "Φουρούν". Έτσι την ονόμαζαν οι Τάταροι, που ήταν στην υπηρεσία του Αλή Πασά.
Οι Τάταροι, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, εργαζόταν ως ταχυδρόμοι του τουρκικού κρά-τους, πριν ακόμη ιδρυθούν τα ταχυδρομεία. Αυτοί, καβάλα σε γρήγορα άλογα, μετάφεραν μόνο τα μηνύματα της εξουσίας (πασάδων, αγάδων και μπέηδων), από την μια άκρη της βαλκανικής μέχρι την άλλη. Πολλές φορές οδηγούσαν και τους ξένους περιηγητές με εντολή του εκάστοτε τοπικού πασά. Ένας τέτοιος περιηγητής ήταν και ο γάλλος Ούγκο Πουκεβίλ, ο οποίος πέρασε από την Φλώρινα την άνοιξη του 1807. Στο κείμενο αναφέρει την πόλη μας "Φλώρινα ή Φουρούν". H επίσημη ονομασία της ήταν Φλώρινα. H ονομασία Φουρούν ήταν στην γλώσσα των Τατάρων οδηγών του.
H ονομασία Φουρούν όμως ήταν περιορισμένη τις συνθηματικές λέξεις των Τατάρων ταχυδρόμων και δεν ήταν γνωστή στους κατοίκους της Φλώρινας. Μόνο στο βιβλίο του Πουκεβίλ αναφέρεται, ο οποίος ερχόμενος από την Βοσνία με οδηγούς Τατάρους ταχυδρόμους πέρασε από το Μοναστήρι ή Βιτώλια και την Φλώρινα και κατευθύνθηκε προς την Πτολεμαΐδα. Τότε η επίσημη ονομασία της Πτολεμαΐδας ήταν Καϊλάρια. Οι Τάταροι ταχυδρόμοι όμως την ονόμαζαν Σαριγκιορλά και Καραγιάνινα.
"Φουρούν" λοιπόν, άλλη μια ονομασία της Φλώρινας, στην συνθηματική - επαγγελματική γλώσσα των Τατάρων ταχυδρόμων του Αλή Πασά στις αρχές του 19ου αιώνα.
H Φλώρινα, από τους τούρκους ονομαζόταν Φλωρίνε, από τους ντόπιους χωρικούς Λέριν, από τους βλάχους Χλέρνου και από τους αλβανούς Φολορίνα. Κοντά σε αυτές τις ονομασίες ας προστεθεί και η ονομασία "Φουρούν". Έτσι την ονόμαζαν οι Τάταροι, που ήταν στην υπηρεσία του Αλή Πασά.
Φωτογραφία από το αρχείο της Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας |
H ονομασία Φουρούν όμως ήταν περιορισμένη τις συνθηματικές λέξεις των Τατάρων ταχυδρόμων και δεν ήταν γνωστή στους κατοίκους της Φλώρινας. Μόνο στο βιβλίο του Πουκεβίλ αναφέρεται, ο οποίος ερχόμενος από την Βοσνία με οδηγούς Τατάρους ταχυδρόμους πέρασε από το Μοναστήρι ή Βιτώλια και την Φλώρινα και κατευθύνθηκε προς την Πτολεμαΐδα. Τότε η επίσημη ονομασία της Πτολεμαΐδας ήταν Καϊλάρια. Οι Τάταροι ταχυδρόμοι όμως την ονόμαζαν Σαριγκιορλά και Καραγιάνινα.
"Φουρούν" λοιπόν, άλλη μια ονομασία της Φλώρινας, στην συνθηματική - επαγγελματική γλώσσα των Τατάρων ταχυδρόμων του Αλή Πασά στις αρχές του 19ου αιώνα.
Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012
Allen Upward. "The East and of Europe" -THE LIBERATION OF RAKOVO.
Allen Upward, The East End of Europe, London 1908, pp 283-297
The work of liberation— An Exarchist gendarmery officer— A Patriarchist village — Rural life in Macedonia — An oppressed taxpayer — Peter takes his precautions — Turkish tyranny — Peasant fear— The trail of the Comitadjis — A voice from America — A typical Turkish atrocity — The tyrant trembles — The grievance of Obsima.
About the time that I was setting out from Europe a band of liberators fell one night upon the Macedonian village of Rakovo, and burned it to the ground.
Rakovo lies about four hours from Monastir, and I decided to visit it in order to see for myself how the work of liberation is carried on. Before going 1 mentioned my intention to the Greek Bishop administering the diocese of Monastir. The Bishop told me that, shortly before the attack on their village, the people had come to him to complain that an Italian officer of gendarmery had advised them to turn Exarchists. The officer complained of gave the explanation that it must have been his dragoman, an explanation which I can fully believe. He had not since dismissed the dragoman, neither had he thought it worth while to take any other step to assure the villagers that the dragoman had not spoken with his authority.
The dragoman's advice could not have been sounder if he had been in the counsels of the Exarchists, instead of being an agent of the Powers who have insisted on aiding the Turkish Government to suppress the Exarchist bands. A Bulgarian band duly arrived in fulfilment of the warning, and set fire to every house in Rakovo in which there was no armed defender. How many of the inhabitants would have perished can only be guessed. But the flames that shot up in the night from the burning village were seen by a Greek band encamped on the mountains. The Greeks hastened to the rescue of their brethren, and, after a brief combat in which two or three lives were lost on both sides, the Bulgarians fled. That is a typical example of how the Folk War is waged. It is the warfare of the Dark Ages. We seem to be reading of the Danes and Saxons.
The burn-tout inhabitants took refuge in Monastir, where they were kindly received and cared for by the Greek community. The Greek charitable organisation of the town undertook the work of rebuilding their ruined homes for them ; and it was the
contractor employed on the work who acted as my guide on the present occasion.
The first part of the journey was by carriage, over a rough and broken road, across the plain of Monastir. At one point we were met by some peasants, who had come out to warn us that the way was foundrous farther on, and to direct us by another route. These local roads are the curse of Rumelia, because they are the first things that strike every traveller, and by them he judges the whole country. They are scarcely better than those of Russia.
The carriage way ended at Obsirna, a smaller village, lying at the entrance of the valley which has Rakovo at its upper end. The plain across which we had driven is one of the empty cells of the Macedonian honeycomb. The invading bands wander along the dividing ridges, and descend where they please. The more I studied local conditions, the more difficult it became to hope that the Folk War could be suppressed by the methods hitherto employed.
The village of Obsirna, I was informed by the inhabitants, contains only twenty-five houses. It is a typical instance of the fallacy of reckoning five persons to a house, in estimating this population. While I was questioning the people about their means of livelihood, I learned that some houses were richer in labour while others were richer in land. Thus, one patriarch was pointed out to me as having, I think, a dozen men in his "house." In short, we have here the primitive family group as it has existed at one time or another half over the world. These villagers are still living in a state of society which is familiar to sociologists. They own houses and lands and cattle, but they own them in families, and not as individuals. The members of the household whose labour is not needed at home are sent to earn money in the town, or further afield. The money is not regarded as theirs. It is earned on behalf of the household to which they belong, and in which they still retain their proprietary rights. Their earnings, or whatever they bring back with them, will go into the common fund, and they will be housed and fed on the same footing as the rest.
It would be misleading to speak of such labourers as domestic serfs, because they are, of course, the descendants or kinsmen of their patriarch. But that seems to be their economic condition. Even when they emigrate to the United States they continue to acknowledge their father's authority, and remit him a portion of their earnings.
This village of twenty-five " houses " owns no less than thirty mills, driven by the water which issues from the valley above. I examined one, owned by a wealthy villager named Peter. It was a small affair; one pair of millstones only were revolving inside a shed built over the stream, and the contents of a sack of com were being dribbled out through a hopper. The mill-owner, who has three such mills on his estate, told me that Obsirna formerly ground the corn of all the villages round about. Since the Folk War broke out their Bulgarian neighbours had ceased to bring their corn to these Patriarchist mills, but the more tolerant Moslems continued to come as before.
Peter proved a most interesting acquaintance, perhaps as favourable a type as could be found of the Christian peasant of Rumelia. He met us, along with the priest and headman, on our arrival, and conducted us to a house apparently selected for its superior accommodation. It was quite equal in size and convenience to an old-fashioned Swiss chalet, in those Swiss valleys which have not yet been irrigated by tourist gold. Indeed most of these Rumelian villages compared favourably with some I have seen in the Canton of Valais, particularly as regards cleanliness. The house I was shown into stood in a walled enclosure containing barns, stables, and pigsties. Scattered about the farmyard, I noticed a number of small wooden troughs, like dug-out canoes. These were the property of the pigs. In England the pigs have only one trough in common ; in Macedonia each pig has his own. The Macedonian pig is more civilised than his English brother.
Peter and his friends brought us upstairs and gave us wooden stools to sit on while coffee was being prepared. Peter was the most eloquent of the party, and from him I obtained my first real glimpse at the iniquities of Turkish rule.
The occasion was a favourable one. There were no gendarmes present, the vigilance of the authorities had been so far allayed, the room contained only sympathisers. I myself had come thither under the aegis of their Bishop — before my return I was asked to become their advocate with the Bishop, as will be seen hereafter. It was a golden opportunity to learn the truth about European Turkey, to penetrate beneath the glozing apologies of the corrupt functionaries, and see the frightful machinery of Turkish government at work.
And Peter told me a dismal tale. The greatest grievance, of course, was the taxation. Peter owns a hundred sheep— how many English villagers own three mills and a hundred sheep? — and on each he has to pay a tax of five piastres and ten paras, that is to say, an English shilling. Moreover, the tax is collected with unreasonable rigour. On the last visit of the tax-gatherer one of the sheep was dangerously ill. Peter drew his attention to its languishing condition, but in vain. The tax-gatherer, obedient to instructions from Salonika, was obdurate, and the suffering animal was inscribed. Within three days it had breathed its last !
Peter has also to pay nearly thirty shillings a year for exemption from military service. This tax is called the bedel, or bedale. The other men in his house pay fifteen shillings. He pays £12 a year in English money under the head of tithes. His mills pay £3 more. The tithe on wine comes to fifteen shillings. The road-tax is £1 for which he hardly gets value. Altogether he pays thirty Turkish pounds a year — say £25 English.
That is the total deduction, whether in the nature of rent, rates, taxes or tithes, from Peter's profits on his farm, his mills, his stock, his vineyard, and the labour of his household. A Greek friend estimates that Peter's sheep, which graze free on the mountain, ought to bring him in £50 a year. The tax on them would therefore appear to be a tithe. At that rate, his net annual income should be not far short of £200. And, as the same friend observed, a hundred pounds in Macedonia is equal to a thousand in England. The salary of the priest of Obsima, I ascertained, is eight Turkish pounds a year; but he receives gifts of food in addition.
As we have seen, these taxes are oppressively collected. It is not only on the sheep that the tax-gatherer casts a jaundiced eye. When Peter exhibits to him a hundred okes of wine as the produce of his vineyard, the tax-gatherer remorselessly writes down five hundred. It reminded me of a picturesque incident in one of the Comitadji books. The author has arrived hotfoot on the track of the tax-gatherer. The peasants make a similar complaint, and show him the small heap of corn-cobs which the sceptical tax-gatherer has just multiplied by five. The sympathetic visitor counts every corn-cob, and pronounces a burning malediction on the oppressor.
Alas! I have been a cross-examining counsel. I asked Peter if it had ever occurred to him to conceal any portion of his produce before the tax-gatherer's arrival He replied, with perfect frankness, " When we have much we hide it ; when we have little we are afraid to." The unfortunate tax-gatherer evidently has to trust rather to his judgment than his eyesight. By this time I had almost abandoned the hope of coming across any genuine Turkish outrage, any bona-fide instance of those horrors which have moved the Exarchist population to deliver themselves, or at least have moved kindly hearts in Sofia to deliver them, from their chains. I do not think that this was because I was less persevering than previous travellers who have enlightened Europe on the subject. I went through the country with my eyes and ears open, and I missed no opportunity of putting questions to peasants who have long been taught that Europe expects them to be against the Government I can only attribute the result to my having had some experience of peasants at home and abroad, and some slight practice in the art of eliciting the truth, both as a counsel and as a judge.
Undaunted by previous failures, I put the oft repeated question. Beyond oppressive taxation, had Obsima suffered anything at the hands of the authorities ?
And this time it seemed that I was not to be disappointed. Suffered ?— it was Peter who answered me — ah ! yes, they had suffered, they were still suffering, grievous things. Armed soldiers raided their peaceful village, ransacked their houses under the pretence of searching for concealed arms, stole their possessions and terrified their women. It was the truth coming out at last. The Comitadji writers were justified ; it was possible that they had even understated their case.
With my note-book open in my hand, I invited Peter to furnish me with details of these outrages, and he eagerly did so. It appeared that he was himself the principal sufferer. In fact, his house was the only one that had as yet been searched — searched, mark you, in spite of the personal assurance given by the headman to the sergeant that Peter was a law-abiding citizen. And wherefore, then, had he been singled out for this persecution? He was the victim of appearances. On their first visit — they had been three times in all — the gendarmes had most unfortunately found arms concealed on his premises. The arms consisted of a revolver and a number of rifle cartridges. The revolver was an old and worthless weapon preserved by Peter as a curiosity, much as halberts and crossbows are preserved in other private collections. The cartridges were there by accident.
A short time previously Peter had been shot at by a Bulgarian on the road. His horse had been wounded — Peter pressed me to adjourn to the stable and inspect the wound with my own eyes. The Bulgarian had fled from pursuit, after dropping a quantity of cartridges on the ground. Peter had picked up these cartridges and brought them home as mementoes, in fact, trophies; but they were Bulgarian cartridges, and the gendarmes had placed a false construction on his possession of them. He had even been dragged off to the prison of Monastir and detained there for some days on suspicion.
I invited details of the robberies committed by the gendarmes, or soldiers — for the peasants seem to draw no distinction between the two forces. On one occasion, after a visit from the sergeant, Peter had found himself the poorer by a pair of stockings.
I asked if any woman had been touched. No ; but they were frightened when they saw the soldiers come.
Such was the story of Peter, as told to me by himself in the presence of his friends and neighbours. I did not doubt one word of it; I dispensed with the corroborative evidence of the wounded horse.
My sympathies were wholly with Peter in his undeserved misfortunes. But what had I come out to see? Three vilayets drenched in blood to save Peter from the loss of a pair of stockings?
That the women of Obsima were alarmed by the sight of soldiers in their midst was very likely true, although in other villages the presence of the soldiers seemed very welcome. Speaking broadly, I should be inclined to say that many of these Rumelian peasants are afraid of the Turkish troops. They are equally afraid of ghosts. The question is whether one fear is any better founded than the other, or whether both are traditional instincts which time and education will obliterate.
We must again fall back on the Comparative Method. I once took part in a Liberal meeting in an English village. It was well attended. The candidate spoke long and eloquently, but did not elicit a single cheer. A Nonconformist minister followed in a humorous vein, but did not elicit a single laugh. The other speakers were not more fortunate than they. We were coming away, feeling very much depressed, when one of the villagers ran after and caught up the carriage. He said: "That was a grand meeting. Everybody was delighted."
" But you never cheered ! You never laughed ! "
“ Ah ! that was because the squire had a man sitting at the back of the room watching us. But we were drinking in every word."
Now, that is peasant fear. It is the inherited instinct of the Folk. Every Liberal candidate in a rural constituency in the south of England must have come across it. It is a commonplace with Liberal agents that this fear exists, and that it must be allowed for in their arrangements. The fear may be well-grounded, or it may be ill-grounded; but while it still flourishes in England, in spite of ballots and board-schools and halfpenny papers, and all the other guarantees of freedom, we must be prepared to find something very like it when we go abroad.
Whatever be the case with regard to the women, the men of Obsirna are not wanting in courage. The village is renowned in the country-side for its stubborn refusal to accept liberation at the hands of the Comitadjis. Even in the rising of 1903, when so many Patriarchist villages were lured away by the Bulgarian promises, Obsirna held out. I found that the example made of its neighbour, Rakovo, had not daunted the spirit of Obsirna. In one house into which I was taken — Peter's own, I believe — I found the roof too low for comfort. My host laughed as he remarked, " We are waiting till the Bulgarians burn our village to rebuild our houses in better style." Others hinted, in the same light-hearted tone, that when the Bulgarians came they would find Obsirna ready for them. In short, they seemed to be looking forward, with some eagerness, to such a visit; or, as they say in Ireland, they were spoiling for a fight. However much such a spirit is to be regretted, there is something extremely cruel in the spirit which can make no allowance for it. Humanitarians are too ready to put human nature in handcuffs.
Obsirna may defy the Bulgarian bands, but so long as she speaks a dialect resembling the Bulgarian, she stands in danger of liberation, not by them, but by the Powers. The danger has been realised. Obsirna has started a little school for the first time, and a patriotic native is training the new generation in Greek. We rode on to Rakovo on horses belonging to the friendly Peter, who would accept no payment in return. The little valley was as peaceful as if no armed band had ever traversed it, and on the hills above the sheep were browsing in happy ignorance of taxes and tax-gatherers.
After an hour or two we reached the opening into another small upland plain like that of Nisia, and in the neck, commanding the issue from the valley, stood what had once been Rakovo.
It was a wilderness of ruins. Rakovo had been a larger place than Obsirna, possessing a fine church and a considerable school, and the desolation covered half a mile. Blackened walls were standing roofless amid chaotic heaps of fallen stones over which it was difficult to clamber. The one or two houses that had escaped rose amid the wreck hke a few solitary teeth in the jaw of some decrepit crone. The efforts of the Greek charitable society had completed about twenty new ones, of rough but solid construction, yet even their courtyards were still cumbered with ruins. Such of the inhabitants as had ventured back wandered with drooping heads among the shapeless rubbish heaps, searching for the site of their homes. They seemed rather ghosts than men. I did not hear them laugh at the Bulgarians. Rakovo had been liberated indeed.
The only cheerful spirit in the place was a man newly returned from the United States. He had been thrown out of work by the financial crisis over there; and so the collapse of the Trusts had sent a little ripple of distress all the way into ruined Rakovo. For, of course, he also had remained, on the other side of the Atlantic, a vassal of the " house." He introduced me to his venerable father. The American had told me he belonged to the Republican Party, and I wondered whether he had given his support to President Roosevelt on orders received from Macedonia.
The priest of Rakovo also had a son in the United States, who was prospering as a baker. He showed me a letter from his boy, and it proved to be a piece of evidence bearing on this inquiry ; for it was written on a sheet of paper with the printed heading : "greek macedon bakery" Consider that. Messieurs the Comitadjis ! You may do your worst to Bulgarise Rakovo ; you will find it harder to Bulgarise the Greek Macedon Bakery!
What an answer to the claim of Sofia, the claim that every Macedonian who uses a Slave dialect must belong to her! Here, in the heart of Macedonia, on the very track of her desolating bands, amid the charred monuments of her vengeance, I had come upon this clear voice, speaking from a continent of whose existence Alexander did not dream, to tell me, to tell Europe, to tell even the agents of Sofia, what the Macedonians "wish themselves."
The story of the destruction of the village was told me by the muktar, a man of strong but not very amiable character, who barely thanked me for what my dragoman advised me would be a substantial contribution to the relief fund.
He said that a small party of soldiers had come into the place about an hour before the Bulgarians, and warned them that they were about to be attacked. The officer in command had asked where they would wish him to post his men for their defence. The muktar had replied, with some harshness, " We are not generals; you ought to know your own business. Post your men where you think best"; and the soldiers had then decamped without waiting for the enemy. The Greek band, on the other hand, had performed marvels, slaying no less than sixty Bulgars, with a loss of only two on their own side.
I had not the heart to cross-examine the poor creatures amid their ruined homes, but the greater part of the Bulgarian corpses must have been mysteriously spirited away during the night, as when the Greek Consul arrived on the scene next day he found only two or three.
The headman of Rakovo was clearly no Turcophile, but I shall not seek to attenuate his evidence on that account. He led me round what had been the village, and pointed out the site of the school, remarking that it was the second time that their school had been burnt down in three years. I asked who had burned it the first time, and he answered, “The soldiers."
At last! Take heart, my Christian friend, for at last we are on the scent of a real Turkish atrocity. It has not been easy work; we have had to inquire long and painfully, but now our perseverance is about to be rewarded, and we may say of the Turk what we will. I asked why the soldiers had been guilty of such a deed. " They did it by mistake. They had been sent against a Bulgarian village which had taken part in the insurrection, and they came to Rakovo by mistake. The soldiers admitted that they had done wrong."
One feels that they ought not to have admitted it. The outrage is robbed of its full flavour. The soldiers ought to have treated the affair as a jest, and cut the throats of any complaining villagers.
They do 30 in all impartial books about Macedonia. " Did the Government do nothing ? "
''Oh yes, the Government paid for rebuilding the school. They gave so many piastres a day to the men who were at work on it till it was finished."
My Christian friend, what are we to do? These wretched peasants give us no help. How can we work up the right degree of indignation against a Sultan whose soldiers apologise when they have done wrong, and who repairs the wrong almost before he is asked? The ground keeps slipping from under our feet. We shall have to look else- where for an object for our philanthropic wrath. We may even have to turn it on some Christian monarch. Suppose we try the ruler of the Congo State ?
The inhabitants of Rakovo, fresh from their experience of the Christian liberator, hardly showed proper dread of the Moslem tyrant. Thirty of the ferocious soldiers at whose name Europe has learned to shudder were now quartered in the village, and the villagers, so far from craving deliverance from these "official bandits," were practically hugging them to their bosoms.
Summon up all your fortitude, my Christian friend, and let us listen to the Christian headman of what was Rakovo. He is making a complaint; he considers that he has a grievance against the lieutenant in command of the Turkish troops. He, the muktar, has given the lieutenant quarters in a house in the centre of the village. But the officer has objected to the accommodation, and requested the headman's leave to shift his quarters to a more salubrious house on the outskirts. The headman has refused to gratify the tyrant's caprice. " Stay where I have put you," he had said to him sternly. “You are wanted there for our protection. If you don't like my decision, go and complain to your vali! "
Is there such a thing as the reductio ad absurdum in Fairyland ? Is it possible for fanaticism to see when it has overshot the mark? If so, I commend to you, my Christian friend, to you, Messieurs the Comitadji writers, who have deafened Europe with the wrongs of Macedonia, that little picture of Macedonia as it is. I had come out to see another Macedonia from this. I had come out to see poverty stricken Christians cowering before every passing Turk. And in this remote spot, up among the snow laden hills, I had found a Turkish officer, in command of a detachment sent thither to protect the Christians from each other, denied his choice of a lodging, bullied by a Christian headman, and told to complain if he dared. He had dared. The Governor-General of Monastir, to whom I submitted the case, had already heard of it. The muktar had lodged die lieutenant in the next house to his own, out of a selfish desire for his personal security. The lieutenant had found the house insanitary, and the rest of the villagers were quite willing for him to shift his quarters. But the headman was firm, and I fancied that the vali himself was half afraid to interfere lest he should find himself browbeaten by the Consuls, and held up to execration in half the newspapers of Europe.
Such is Turkey in Europe, as I found it.
Only one stroke remained to complete the picture, and it awaited me on my return through Obsima. The tax-ridden villagers, with Peter at their head, approached me with a petition. Would I, on my return to Monastir, speak to their Bishop on their behalf? They had a grievance, a very mild one to be sure, against the Bishop. They did not think he was showing enough energy in the business of their new church. Had they no church already? I inquired. They had a church, but it was not good enough. They wanted to put up a more imposing edifice, and they had saved up the money to pay for it, with some help from the Bishop. Permission had been applied for, the firman had come down from Constantinople, but after the burning of Rakovo it had been suspended, as they believed, lest the erection of the new church should draw down on them the attention of the Exarchists. But they were prepared to take the risk, and they begged me to stir up the Bishop, that he might in turn stir up the vali.
Peter, Peter, my honest, nay, my generous, friend— for did you not lend me three horses without charge ? — it goes to my heart to tell you that if, out of what the tax-gatherer has spared, you have enough money to build a superfluous and splendid church you must be better off than certain Christians living very near indeed to the centre of civilisation, almost within the shadow of a great cathedral, under the most enlightened of County Councils, in the full blaze of newspaper publicity, with half a dozen Bishops and ten thousand Christian ministers to attend to their least cry !
Postscript
The confident tone of the Obsirna villagers in speaking of a Bulgarian attack showed me pretty clearly that the revolver and cartridges captured from Peter did not exhaust their store of concealed arms. Not long after my visit the authorities made a more successful perquisition, and fifteen of the unlucky villagers were carried off to prison in consequence. It seems a cruel thing to punish the loyal Christians for taking measures to defend them- selves against the aggressions of robbers and blood- thirsty assassins sent against them by a foreign State. But such are the orders of the Powers, and the Turks dare not favour the victims more than the terrorists.
http://www.archive.org/stream/eastendeuropere00upwagoog/eastendeuropere00upwagoog_djvu.txt
The work of liberation— An Exarchist gendarmery officer— A Patriarchist village — Rural life in Macedonia — An oppressed taxpayer — Peter takes his precautions — Turkish tyranny — Peasant fear— The trail of the Comitadjis — A voice from America — A typical Turkish atrocity — The tyrant trembles — The grievance of Obsima.
About the time that I was setting out from Europe a band of liberators fell one night upon the Macedonian village of Rakovo, and burned it to the ground.
Rakovo lies about four hours from Monastir, and I decided to visit it in order to see for myself how the work of liberation is carried on. Before going 1 mentioned my intention to the Greek Bishop administering the diocese of Monastir. The Bishop told me that, shortly before the attack on their village, the people had come to him to complain that an Italian officer of gendarmery had advised them to turn Exarchists. The officer complained of gave the explanation that it must have been his dragoman, an explanation which I can fully believe. He had not since dismissed the dragoman, neither had he thought it worth while to take any other step to assure the villagers that the dragoman had not spoken with his authority.
The dragoman's advice could not have been sounder if he had been in the counsels of the Exarchists, instead of being an agent of the Powers who have insisted on aiding the Turkish Government to suppress the Exarchist bands. A Bulgarian band duly arrived in fulfilment of the warning, and set fire to every house in Rakovo in which there was no armed defender. How many of the inhabitants would have perished can only be guessed. But the flames that shot up in the night from the burning village were seen by a Greek band encamped on the mountains. The Greeks hastened to the rescue of their brethren, and, after a brief combat in which two or three lives were lost on both sides, the Bulgarians fled. That is a typical example of how the Folk War is waged. It is the warfare of the Dark Ages. We seem to be reading of the Danes and Saxons.
The burn-tout inhabitants took refuge in Monastir, where they were kindly received and cared for by the Greek community. The Greek charitable organisation of the town undertook the work of rebuilding their ruined homes for them ; and it was the
contractor employed on the work who acted as my guide on the present occasion.
The first part of the journey was by carriage, over a rough and broken road, across the plain of Monastir. At one point we were met by some peasants, who had come out to warn us that the way was foundrous farther on, and to direct us by another route. These local roads are the curse of Rumelia, because they are the first things that strike every traveller, and by them he judges the whole country. They are scarcely better than those of Russia.
The carriage way ended at Obsirna, a smaller village, lying at the entrance of the valley which has Rakovo at its upper end. The plain across which we had driven is one of the empty cells of the Macedonian honeycomb. The invading bands wander along the dividing ridges, and descend where they please. The more I studied local conditions, the more difficult it became to hope that the Folk War could be suppressed by the methods hitherto employed.
The village of Obsirna, I was informed by the inhabitants, contains only twenty-five houses. It is a typical instance of the fallacy of reckoning five persons to a house, in estimating this population. While I was questioning the people about their means of livelihood, I learned that some houses were richer in labour while others were richer in land. Thus, one patriarch was pointed out to me as having, I think, a dozen men in his "house." In short, we have here the primitive family group as it has existed at one time or another half over the world. These villagers are still living in a state of society which is familiar to sociologists. They own houses and lands and cattle, but they own them in families, and not as individuals. The members of the household whose labour is not needed at home are sent to earn money in the town, or further afield. The money is not regarded as theirs. It is earned on behalf of the household to which they belong, and in which they still retain their proprietary rights. Their earnings, or whatever they bring back with them, will go into the common fund, and they will be housed and fed on the same footing as the rest.
It would be misleading to speak of such labourers as domestic serfs, because they are, of course, the descendants or kinsmen of their patriarch. But that seems to be their economic condition. Even when they emigrate to the United States they continue to acknowledge their father's authority, and remit him a portion of their earnings.
This village of twenty-five " houses " owns no less than thirty mills, driven by the water which issues from the valley above. I examined one, owned by a wealthy villager named Peter. It was a small affair; one pair of millstones only were revolving inside a shed built over the stream, and the contents of a sack of com were being dribbled out through a hopper. The mill-owner, who has three such mills on his estate, told me that Obsirna formerly ground the corn of all the villages round about. Since the Folk War broke out their Bulgarian neighbours had ceased to bring their corn to these Patriarchist mills, but the more tolerant Moslems continued to come as before.
Peter proved a most interesting acquaintance, perhaps as favourable a type as could be found of the Christian peasant of Rumelia. He met us, along with the priest and headman, on our arrival, and conducted us to a house apparently selected for its superior accommodation. It was quite equal in size and convenience to an old-fashioned Swiss chalet, in those Swiss valleys which have not yet been irrigated by tourist gold. Indeed most of these Rumelian villages compared favourably with some I have seen in the Canton of Valais, particularly as regards cleanliness. The house I was shown into stood in a walled enclosure containing barns, stables, and pigsties. Scattered about the farmyard, I noticed a number of small wooden troughs, like dug-out canoes. These were the property of the pigs. In England the pigs have only one trough in common ; in Macedonia each pig has his own. The Macedonian pig is more civilised than his English brother.
Peter and his friends brought us upstairs and gave us wooden stools to sit on while coffee was being prepared. Peter was the most eloquent of the party, and from him I obtained my first real glimpse at the iniquities of Turkish rule.
The occasion was a favourable one. There were no gendarmes present, the vigilance of the authorities had been so far allayed, the room contained only sympathisers. I myself had come thither under the aegis of their Bishop — before my return I was asked to become their advocate with the Bishop, as will be seen hereafter. It was a golden opportunity to learn the truth about European Turkey, to penetrate beneath the glozing apologies of the corrupt functionaries, and see the frightful machinery of Turkish government at work.
![]() |
Petros Papoulkas |
Peter has also to pay nearly thirty shillings a year for exemption from military service. This tax is called the bedel, or bedale. The other men in his house pay fifteen shillings. He pays £12 a year in English money under the head of tithes. His mills pay £3 more. The tithe on wine comes to fifteen shillings. The road-tax is £1 for which he hardly gets value. Altogether he pays thirty Turkish pounds a year — say £25 English.
That is the total deduction, whether in the nature of rent, rates, taxes or tithes, from Peter's profits on his farm, his mills, his stock, his vineyard, and the labour of his household. A Greek friend estimates that Peter's sheep, which graze free on the mountain, ought to bring him in £50 a year. The tax on them would therefore appear to be a tithe. At that rate, his net annual income should be not far short of £200. And, as the same friend observed, a hundred pounds in Macedonia is equal to a thousand in England. The salary of the priest of Obsima, I ascertained, is eight Turkish pounds a year; but he receives gifts of food in addition.
As we have seen, these taxes are oppressively collected. It is not only on the sheep that the tax-gatherer casts a jaundiced eye. When Peter exhibits to him a hundred okes of wine as the produce of his vineyard, the tax-gatherer remorselessly writes down five hundred. It reminded me of a picturesque incident in one of the Comitadji books. The author has arrived hotfoot on the track of the tax-gatherer. The peasants make a similar complaint, and show him the small heap of corn-cobs which the sceptical tax-gatherer has just multiplied by five. The sympathetic visitor counts every corn-cob, and pronounces a burning malediction on the oppressor.
Alas! I have been a cross-examining counsel. I asked Peter if it had ever occurred to him to conceal any portion of his produce before the tax-gatherer's arrival He replied, with perfect frankness, " When we have much we hide it ; when we have little we are afraid to." The unfortunate tax-gatherer evidently has to trust rather to his judgment than his eyesight. By this time I had almost abandoned the hope of coming across any genuine Turkish outrage, any bona-fide instance of those horrors which have moved the Exarchist population to deliver themselves, or at least have moved kindly hearts in Sofia to deliver them, from their chains. I do not think that this was because I was less persevering than previous travellers who have enlightened Europe on the subject. I went through the country with my eyes and ears open, and I missed no opportunity of putting questions to peasants who have long been taught that Europe expects them to be against the Government I can only attribute the result to my having had some experience of peasants at home and abroad, and some slight practice in the art of eliciting the truth, both as a counsel and as a judge.
Undaunted by previous failures, I put the oft repeated question. Beyond oppressive taxation, had Obsima suffered anything at the hands of the authorities ?
And this time it seemed that I was not to be disappointed. Suffered ?— it was Peter who answered me — ah ! yes, they had suffered, they were still suffering, grievous things. Armed soldiers raided their peaceful village, ransacked their houses under the pretence of searching for concealed arms, stole their possessions and terrified their women. It was the truth coming out at last. The Comitadji writers were justified ; it was possible that they had even understated their case.
With my note-book open in my hand, I invited Peter to furnish me with details of these outrages, and he eagerly did so. It appeared that he was himself the principal sufferer. In fact, his house was the only one that had as yet been searched — searched, mark you, in spite of the personal assurance given by the headman to the sergeant that Peter was a law-abiding citizen. And wherefore, then, had he been singled out for this persecution? He was the victim of appearances. On their first visit — they had been three times in all — the gendarmes had most unfortunately found arms concealed on his premises. The arms consisted of a revolver and a number of rifle cartridges. The revolver was an old and worthless weapon preserved by Peter as a curiosity, much as halberts and crossbows are preserved in other private collections. The cartridges were there by accident.
A short time previously Peter had been shot at by a Bulgarian on the road. His horse had been wounded — Peter pressed me to adjourn to the stable and inspect the wound with my own eyes. The Bulgarian had fled from pursuit, after dropping a quantity of cartridges on the ground. Peter had picked up these cartridges and brought them home as mementoes, in fact, trophies; but they were Bulgarian cartridges, and the gendarmes had placed a false construction on his possession of them. He had even been dragged off to the prison of Monastir and detained there for some days on suspicion.
I invited details of the robberies committed by the gendarmes, or soldiers — for the peasants seem to draw no distinction between the two forces. On one occasion, after a visit from the sergeant, Peter had found himself the poorer by a pair of stockings.
I asked if any woman had been touched. No ; but they were frightened when they saw the soldiers come.
Such was the story of Peter, as told to me by himself in the presence of his friends and neighbours. I did not doubt one word of it; I dispensed with the corroborative evidence of the wounded horse.
My sympathies were wholly with Peter in his undeserved misfortunes. But what had I come out to see? Three vilayets drenched in blood to save Peter from the loss of a pair of stockings?
That the women of Obsima were alarmed by the sight of soldiers in their midst was very likely true, although in other villages the presence of the soldiers seemed very welcome. Speaking broadly, I should be inclined to say that many of these Rumelian peasants are afraid of the Turkish troops. They are equally afraid of ghosts. The question is whether one fear is any better founded than the other, or whether both are traditional instincts which time and education will obliterate.
We must again fall back on the Comparative Method. I once took part in a Liberal meeting in an English village. It was well attended. The candidate spoke long and eloquently, but did not elicit a single cheer. A Nonconformist minister followed in a humorous vein, but did not elicit a single laugh. The other speakers were not more fortunate than they. We were coming away, feeling very much depressed, when one of the villagers ran after and caught up the carriage. He said: "That was a grand meeting. Everybody was delighted."
" But you never cheered ! You never laughed ! "
“ Ah ! that was because the squire had a man sitting at the back of the room watching us. But we were drinking in every word."
Now, that is peasant fear. It is the inherited instinct of the Folk. Every Liberal candidate in a rural constituency in the south of England must have come across it. It is a commonplace with Liberal agents that this fear exists, and that it must be allowed for in their arrangements. The fear may be well-grounded, or it may be ill-grounded; but while it still flourishes in England, in spite of ballots and board-schools and halfpenny papers, and all the other guarantees of freedom, we must be prepared to find something very like it when we go abroad.
Whatever be the case with regard to the women, the men of Obsirna are not wanting in courage. The village is renowned in the country-side for its stubborn refusal to accept liberation at the hands of the Comitadjis. Even in the rising of 1903, when so many Patriarchist villages were lured away by the Bulgarian promises, Obsirna held out. I found that the example made of its neighbour, Rakovo, had not daunted the spirit of Obsirna. In one house into which I was taken — Peter's own, I believe — I found the roof too low for comfort. My host laughed as he remarked, " We are waiting till the Bulgarians burn our village to rebuild our houses in better style." Others hinted, in the same light-hearted tone, that when the Bulgarians came they would find Obsirna ready for them. In short, they seemed to be looking forward, with some eagerness, to such a visit; or, as they say in Ireland, they were spoiling for a fight. However much such a spirit is to be regretted, there is something extremely cruel in the spirit which can make no allowance for it. Humanitarians are too ready to put human nature in handcuffs.
Obsirna may defy the Bulgarian bands, but so long as she speaks a dialect resembling the Bulgarian, she stands in danger of liberation, not by them, but by the Powers. The danger has been realised. Obsirna has started a little school for the first time, and a patriotic native is training the new generation in Greek. We rode on to Rakovo on horses belonging to the friendly Peter, who would accept no payment in return. The little valley was as peaceful as if no armed band had ever traversed it, and on the hills above the sheep were browsing in happy ignorance of taxes and tax-gatherers.
After an hour or two we reached the opening into another small upland plain like that of Nisia, and in the neck, commanding the issue from the valley, stood what had once been Rakovo.
It was a wilderness of ruins. Rakovo had been a larger place than Obsirna, possessing a fine church and a considerable school, and the desolation covered half a mile. Blackened walls were standing roofless amid chaotic heaps of fallen stones over which it was difficult to clamber. The one or two houses that had escaped rose amid the wreck hke a few solitary teeth in the jaw of some decrepit crone. The efforts of the Greek charitable society had completed about twenty new ones, of rough but solid construction, yet even their courtyards were still cumbered with ruins. Such of the inhabitants as had ventured back wandered with drooping heads among the shapeless rubbish heaps, searching for the site of their homes. They seemed rather ghosts than men. I did not hear them laugh at the Bulgarians. Rakovo had been liberated indeed.
The only cheerful spirit in the place was a man newly returned from the United States. He had been thrown out of work by the financial crisis over there; and so the collapse of the Trusts had sent a little ripple of distress all the way into ruined Rakovo. For, of course, he also had remained, on the other side of the Atlantic, a vassal of the " house." He introduced me to his venerable father. The American had told me he belonged to the Republican Party, and I wondered whether he had given his support to President Roosevelt on orders received from Macedonia.
The priest of Rakovo also had a son in the United States, who was prospering as a baker. He showed me a letter from his boy, and it proved to be a piece of evidence bearing on this inquiry ; for it was written on a sheet of paper with the printed heading : "greek macedon bakery" Consider that. Messieurs the Comitadjis ! You may do your worst to Bulgarise Rakovo ; you will find it harder to Bulgarise the Greek Macedon Bakery!
What an answer to the claim of Sofia, the claim that every Macedonian who uses a Slave dialect must belong to her! Here, in the heart of Macedonia, on the very track of her desolating bands, amid the charred monuments of her vengeance, I had come upon this clear voice, speaking from a continent of whose existence Alexander did not dream, to tell me, to tell Europe, to tell even the agents of Sofia, what the Macedonians "wish themselves."
The story of the destruction of the village was told me by the muktar, a man of strong but not very amiable character, who barely thanked me for what my dragoman advised me would be a substantial contribution to the relief fund.
He said that a small party of soldiers had come into the place about an hour before the Bulgarians, and warned them that they were about to be attacked. The officer in command had asked where they would wish him to post his men for their defence. The muktar had replied, with some harshness, " We are not generals; you ought to know your own business. Post your men where you think best"; and the soldiers had then decamped without waiting for the enemy. The Greek band, on the other hand, had performed marvels, slaying no less than sixty Bulgars, with a loss of only two on their own side.
I had not the heart to cross-examine the poor creatures amid their ruined homes, but the greater part of the Bulgarian corpses must have been mysteriously spirited away during the night, as when the Greek Consul arrived on the scene next day he found only two or three.
The headman of Rakovo was clearly no Turcophile, but I shall not seek to attenuate his evidence on that account. He led me round what had been the village, and pointed out the site of the school, remarking that it was the second time that their school had been burnt down in three years. I asked who had burned it the first time, and he answered, “The soldiers."
At last! Take heart, my Christian friend, for at last we are on the scent of a real Turkish atrocity. It has not been easy work; we have had to inquire long and painfully, but now our perseverance is about to be rewarded, and we may say of the Turk what we will. I asked why the soldiers had been guilty of such a deed. " They did it by mistake. They had been sent against a Bulgarian village which had taken part in the insurrection, and they came to Rakovo by mistake. The soldiers admitted that they had done wrong."
One feels that they ought not to have admitted it. The outrage is robbed of its full flavour. The soldiers ought to have treated the affair as a jest, and cut the throats of any complaining villagers.
They do 30 in all impartial books about Macedonia. " Did the Government do nothing ? "
''Oh yes, the Government paid for rebuilding the school. They gave so many piastres a day to the men who were at work on it till it was finished."
My Christian friend, what are we to do? These wretched peasants give us no help. How can we work up the right degree of indignation against a Sultan whose soldiers apologise when they have done wrong, and who repairs the wrong almost before he is asked? The ground keeps slipping from under our feet. We shall have to look else- where for an object for our philanthropic wrath. We may even have to turn it on some Christian monarch. Suppose we try the ruler of the Congo State ?
The inhabitants of Rakovo, fresh from their experience of the Christian liberator, hardly showed proper dread of the Moslem tyrant. Thirty of the ferocious soldiers at whose name Europe has learned to shudder were now quartered in the village, and the villagers, so far from craving deliverance from these "official bandits," were practically hugging them to their bosoms.
Summon up all your fortitude, my Christian friend, and let us listen to the Christian headman of what was Rakovo. He is making a complaint; he considers that he has a grievance against the lieutenant in command of the Turkish troops. He, the muktar, has given the lieutenant quarters in a house in the centre of the village. But the officer has objected to the accommodation, and requested the headman's leave to shift his quarters to a more salubrious house on the outskirts. The headman has refused to gratify the tyrant's caprice. " Stay where I have put you," he had said to him sternly. “You are wanted there for our protection. If you don't like my decision, go and complain to your vali! "
Is there such a thing as the reductio ad absurdum in Fairyland ? Is it possible for fanaticism to see when it has overshot the mark? If so, I commend to you, my Christian friend, to you, Messieurs the Comitadji writers, who have deafened Europe with the wrongs of Macedonia, that little picture of Macedonia as it is. I had come out to see another Macedonia from this. I had come out to see poverty stricken Christians cowering before every passing Turk. And in this remote spot, up among the snow laden hills, I had found a Turkish officer, in command of a detachment sent thither to protect the Christians from each other, denied his choice of a lodging, bullied by a Christian headman, and told to complain if he dared. He had dared. The Governor-General of Monastir, to whom I submitted the case, had already heard of it. The muktar had lodged die lieutenant in the next house to his own, out of a selfish desire for his personal security. The lieutenant had found the house insanitary, and the rest of the villagers were quite willing for him to shift his quarters. But the headman was firm, and I fancied that the vali himself was half afraid to interfere lest he should find himself browbeaten by the Consuls, and held up to execration in half the newspapers of Europe.
Such is Turkey in Europe, as I found it.
Only one stroke remained to complete the picture, and it awaited me on my return through Obsima. The tax-ridden villagers, with Peter at their head, approached me with a petition. Would I, on my return to Monastir, speak to their Bishop on their behalf? They had a grievance, a very mild one to be sure, against the Bishop. They did not think he was showing enough energy in the business of their new church. Had they no church already? I inquired. They had a church, but it was not good enough. They wanted to put up a more imposing edifice, and they had saved up the money to pay for it, with some help from the Bishop. Permission had been applied for, the firman had come down from Constantinople, but after the burning of Rakovo it had been suspended, as they believed, lest the erection of the new church should draw down on them the attention of the Exarchists. But they were prepared to take the risk, and they begged me to stir up the Bishop, that he might in turn stir up the vali.
Peter, Peter, my honest, nay, my generous, friend— for did you not lend me three horses without charge ? — it goes to my heart to tell you that if, out of what the tax-gatherer has spared, you have enough money to build a superfluous and splendid church you must be better off than certain Christians living very near indeed to the centre of civilisation, almost within the shadow of a great cathedral, under the most enlightened of County Councils, in the full blaze of newspaper publicity, with half a dozen Bishops and ten thousand Christian ministers to attend to their least cry !
Postscript
The confident tone of the Obsirna villagers in speaking of a Bulgarian attack showed me pretty clearly that the revolver and cartridges captured from Peter did not exhaust their store of concealed arms. Not long after my visit the authorities made a more successful perquisition, and fifteen of the unlucky villagers were carried off to prison in consequence. It seems a cruel thing to punish the loyal Christians for taking measures to defend them- selves against the aggressions of robbers and blood- thirsty assassins sent against them by a foreign State. But such are the orders of the Powers, and the Turks dare not favour the victims more than the terrorists.
http://www.archive.org/stream/eastendeuropere00upwagoog/eastendeuropere00upwagoog_djvu.txt
Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011
Η φωτιά της πλατείας Ηρώων Φλώρινας
Στην πλατεία Ηρώων ανάβει η μεγαλύτερη φωτιά τα Χριστούγεννα. Η Φλώρινα έχει ένα έθιμο αιώνων για τα Χριστούγεννα: σε κάθε γειτονιά της, οι κάτοικοι ανάβουν και μία φωτιά! Έχουν δε και έναν άτυπο ανταγωνισμό μεταξύ τους, ποιος θα φτιάξει τη μεγαλύτερη. Στις περισσότερες από αυτές, οι «διοργανωτές» κερνάνε κρασί, τσίπουρο, φασολάδα, ενώ οι μπάντες παίζουν στις μεγαλύτερες και πιο κεντρικές
Πρόκειται σαφώς για ένα προχριστιανικό και με παγανιστική προέλευση έθιμο. Όπως όμως με όλα τα έθιμα, από τη στιγμή που μας «βολεύουν» και μας αρέσει η διατήρησή τους, τα αποδεχόμαστε και τα συνεχίζουμε, προσδίδοντας τους και στοιχεία από τη δική του θρησκεία ο καθένας.
Οι φωτιές λοιπόν της Φλώρινας, είναι πλέον μια γιορτή που προσελκύει πολλούς τουρίστες. Οι γειτονιές ανταγωνίζονται ποια θα κάνει την μεγαλύτερη φωτιά και θα τραβήξει άρα και τον περισσότερο κόσμο. Παλιότερα, βάζανε φύλακες στα ξύλα που μάζευαν πολλές μέρες πριν, γιατί έπεφτε κλέψιμο...υλικών από τους ανταγωνιστές. Ακόμη και ξυλοδαρμοί έχουν σημειωθεί. Θύμα του ανταγωνισμού, πέφτουν και τα παλιά καδρόνια του σιδηροδρόμου, τα οποία είναι στοιβαγμένα στο σταθμό, μιας και έχουν αντικατασταθεί από τσιμεντένια.
Η φωτιά της πλατείας Ηρώων, είναι συνήθως η μεγαλύτερη της «φωτιά» της Φλώρινας».
Πρόκειται σαφώς για ένα προχριστιανικό και με παγανιστική προέλευση έθιμο. Όπως όμως με όλα τα έθιμα, από τη στιγμή που μας «βολεύουν» και μας αρέσει η διατήρησή τους, τα αποδεχόμαστε και τα συνεχίζουμε, προσδίδοντας τους και στοιχεία από τη δική του θρησκεία ο καθένας.
Οι φωτιές λοιπόν της Φλώρινας, είναι πλέον μια γιορτή που προσελκύει πολλούς τουρίστες. Οι γειτονιές ανταγωνίζονται ποια θα κάνει την μεγαλύτερη φωτιά και θα τραβήξει άρα και τον περισσότερο κόσμο. Παλιότερα, βάζανε φύλακες στα ξύλα που μάζευαν πολλές μέρες πριν, γιατί έπεφτε κλέψιμο...υλικών από τους ανταγωνιστές. Ακόμη και ξυλοδαρμοί έχουν σημειωθεί. Θύμα του ανταγωνισμού, πέφτουν και τα παλιά καδρόνια του σιδηροδρόμου, τα οποία είναι στοιβαγμένα στο σταθμό, μιας και έχουν αντικατασταθεί από τσιμεντένια.
Η φωτιά της πλατείας Ηρώων, είναι συνήθως η μεγαλύτερη της «φωτιά» της Φλώρινας».
Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2011
ΚΟΙΝΟ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ
ΔΙ ΚΤΥΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΩΝ Μ Α Κ Ε Δ Ο Ν Ω Ν ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Πελοποννήσου 9, 58200 Έδεσσα - Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας - Ελλάδα
macedonians.common@yahoo.gr - http://macedonianscommon.blogspot.com
Προς τον
Πρωθυπουργό της Ελλάδος
κ. Λουκά Παπαδήμο
Κοινοποίηση:
Πρόεδρο Ελληνικής Δημοκρατίας
Πρόεδρο Βουλής των Ελλήνων
Υπουργό Εξωτερικών
Πολιτικούς Αρχηγούς
Έδεσσα, 6 Δεκεμβρίου 2011
Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ
Σας συγχαίρουμε για την ανάληψη των καθηκόντων σας σε μία πολύ κρίσιμη κατάσταση, και σας ευχόμαστε καλή επιτυχία στο έργο σας.
Με την παρούσα επιστολή θέλουμε να σας στηρίξουμε για:
.α) Να μην υποκύψετε στις έντονες πιέσεις που θα σας ασκηθούν στην Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Δεκεμβρίου 2011 από ορισμένους “εταίρους” μας για “τροποποί-ηση”, προς το χειρότερο, των θέσεών μας για την ένταξη της ΠΓΔΜ στους διεθνείς οργανισμούς, όπως με περίσσιο θράσος σας προτρέπει και ο κ. Γκρούεφσκι στην επιστολή που σας έστειλε.
.β) Να μην επηρεαστείτε από την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης της 5ης Δεκεμβρίου 2011, η οποία εντάσσεται σε μία σειρά μεθοδευμένων πιέσεων προς την Ελληνική Κυβέρνηση για υποχωρήσεις στις απαιτήσεις των Σκοπιανών. Με αυτή την απόφαση το Διεθνές Δικαστήριο, προσπαθώντας να κρατήσει άδικες ισορροπίες, το μόνο που κατορθώνει είναι να μας αποδείξει ότι είναι ελεγχόμενο από πολιτικά συμφέροντα και δεν αποφασίζει με νομικά κριτήρια, όπως θα έπρεπε.
Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και ιδιαίτερα εμείς οι Μακεδόνες, μη συμμετέχοντες σε κανένα πολιτικό ή κομματικό παιχνίδι εξουσίας, θεωρούμε εντελώς φυσιολογικό να ζητήσουμε, όσο πιο έντονα μας επιτρέπει η ευγένειά μας, η νέα Ελληνική Κυβέρνηση συνεργασίας και η επικείμενη σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης να γίνουν αφορμή για να υιοθετηθούν, επιτέλους, από την Ελληνική κυβέρνηση οι παρακάτω αυτονόητες και πάγιες θέσεις μας:
α) Να εγκαταλειφθεί η πολιτική των υποχωρήσεων της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, επειδή ενθαρρύνει την πολιτιστική λεηλασία του Ελληνικού πολιτισμού και την διεκδίκηση Ελληνικών εδαφών από τους Σλάβους των Σκοπίων και ταυτόχρονα προσβάλλει την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Επιπλέον, μετά από τόσα χρόνια, αποδείχθηκε επιζήμια και αντιπαραγωγική,
β) Να δηλωθεί ότι οι Έλληνες δεν θα δεχθούν ποτέ στην οριστική ονομασία του γειτονικού κράτους να περιλαμβάνεται το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό του, όπως ακριβώς έχει αποφα-σισθεί στην σύσκεψη των Ελλήνων πολιτικών αρχηγών υπό την προεδρία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 18 Φεβρουαρίου 1992, και από την Διάσκεψη Κορυφής των ηγετών της ΕΟΚ στην Λισσαβόνα στις 26 Ιουνίου 1992.
γ) Να τεθεί σε δημοψήφισμα το όποιο όνομα αποφασισθεί για την οριστική ονομασία του γειτο-νικού κράτους και να αποφασίσει Δημοκρατικά ο Ελληνικός λαός για ένα τόσο σημαντικό θέμα, όπως ακριβώς έχουν δηλώσει ότι θα κάνουν και οι Σκοπιανοί.
Κύριε πρωθυπουργέ, ελπίζουμε ότι θα ανταποκριθείτε στα δίκαια και αυτονόητα αιτήματά μας με το ίδιο σθένος και αποφασιστικότητα που αντιμετωπίζεται τα οικονομικά προβλήματα της πατρίδας μας.
Με εκτίμηση
Ακολουθεί Κατάλογος Συλλόγων και Φορέων που υποστηρίζουν την επιστολή
ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΟ “ΚΟΙΝΟ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ”
Α) Σύλλογοι από την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας της Ελλάδος
Σύλλογος Απογόνων Μακεδονομάχων Φλώρινας
Σύλλογος Απογόνων Μακεδονομάχων Αμυνταίου
Φιλεκπαιδευτικός Όμιλος Φλωρίνης «Αριστοτέλης»
Πολιτιστικός Σύλλογος Σιταριάς Φλώρινας
Πολιτιστικός Σύλλογος “Νέοι Ορίζοντες” Σιταριάς Φλώρινας
Πολιτιστικός Σύλλογος “Ο Μέγας Αλέξανδρος” Πολυπλάτανου Φλώρινας
Πολιτιστικός Σύλλογος «Μέγας Αλέξανδρος» Εθνικού – Κρατερού - Αγίας Παρασκευής
Πολιτιστικός Σύλλογος «Ελπίδα» Μελίτης Φλώρινας
Φορέας ιστορίας και πολιτισμού “Ιερά Δρύς” Κέλλας Φλώρινας
Πολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος “Αμύντας” Σκοπιάς Φλώρινας
Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών Νομού Κοζάνης
Πολιτιστικός Σύλλογος Κοζάνης “Οι Μακεδνοί”
Β) Σύλλογοι από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας της Ελλάδος
Κίνηση Δημοτών Έδεσσας «Ίων Δραγούμης»
Σύλλογος Απογόνων Μακεδονομάχων Έδεσσας-Αλμωπίας
Λαογραφική Εταιρεία Νομού Πέλλας
Σύλλογος Φίλων Αρχαιοτήτων Έδεσσας «Οι Τημενίδες»
Πολιτιστικός Σύλλογος «Βιβλιόφιλοι Έδεσσας»
Πολιτιστικός Σύλλογος Κάτω Γραμματικού Έδεσσας «Πατριάρχης Χρύσανθος»
Σύλλογος «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού» Αριδαίας
Σύλλογος «Φίλων Μακεδονικής Πολιτιστικής Παράδοσης» Αλμωπίας
Μορφωτικός Σύλλογος Ίδα Εξαπλατάνου «Ιων Δραγούμης»
Ιστορική & Λαογραφική Εταιρεία «Φίλιππος» Γιαννιτσών
Μακεδονικός Χορευτικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Αμύντας» Καλυβίων
Μορφωτικός Περιβαλλοντικός Όμιλος Πέλλας «Αρχαία Πέλλα»
Μορφωτικός Σύλλογος Νέων Άρνισσας Έδεσσας
Μορφωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Λευκαδίων Νάουσας «Η Αγία Παρασκευή»
Μορφωτικός Χορευτικός Σύλλογος Χαρίεσσας Νάουσσας “ ’Αγιος Δημήτριος”
Πολιτιστικός Σύλλογος Νέων Πολυπλάτανου Νάουσσας
Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία Κιλκίς «Τέχνη»
Πολιτιστικός Σύλλογος Γρίβας Κιλκίς
Πολιτιστική Εταιρεία Πανελλήνων «Μακεδνός» Θεσσαλονίκη
Ομοσπονδία Δυτικομακεδονικών Σωματατείων Θεσσαλονίκης (72 σύλλογοι-μέλη)
“Ομάδα 21” Μακεδονίας – Θράκης Θεσσαλονίκη
Πανελλήνιος Σύλλογος Απογόνων Μακεδονομάχων «Ο Παύλος Μελάς» Θες/νίκη
Παμμακεδονική Ένωση Μακεδονικού Αγώνα - Θεσσαλονίκη
Σύλλογος Κοζανιτών Θεσσαλονίκης «Άγιος Νικόλαος»
Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ν.Σερρών Θεσσαλονίκης
Σύλλογος Σκοπηνών Θεσσαλονίκης “Ο Ορφέας”
Ένωση Βαβδινών Θεσσαλονίκης
Πολιτιστικός Σύλλογος “Εμμανουήλ Παππάς” Θεσσαλονίκης
Πολιτιστική και Επιμορφωτική Εταιρεία Αρναίας Χαλκιδικής
Γ) Σύλλογοι από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας της Ελλάδος
Εταιρεία Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών
Πολιτιστικός Σύλλογος Πεντάπολις Σερρών
Σύλλογος Σιδηροκαστρινών και περιχώρων “Το Ρούπελ”
Πολιτιστικός Μακεδονικός Σύλλογος “Μέγας Αλέξανδρος” Χαρωπού Σερρών
Λαογραφικός Πολιτιστικός Σύλλογος Χρυσοχωράφων Σερρών
Πολιτιστικός Σύλλογος Σκοτουσαίων Σερρών
Δ) Σύλλογοι προερχομένων από τμήμα της Ιστορικής Μακεδονίας εντός της ΠΓΔΜ
Σύνδεσμος Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης «Καρτερία»
Ε) Σύλλογοι προερχομένων από τμήμα της Ιστορικής Μακεδονίας εντός της Βουλγαρίας
Σύλλογος Σταρτσοβιτών «ο Άγιος Μηνάς» Νέου Πετριτσίου Σερρών
Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Σερρών-Μελενίκου
Αδελφότητα Κυριών και Δεσποινίδων Μελενίκου “Η Αρμονία”
Σύλλογος Ευελπίδων Μελενίκου
ΣΤ) Σύλλογοι από την υπόλοιπη Ελλάδα
Παμμακεδονική Συνομοσπονδία Αθηνών.
Ομοσπονδία Δυτικομακεδονικών Σωματείων Αθηνών.
Συνομοσπονδία Μακεδόνων Λεκανοπεδίου Αττικής.
Σύνδεσμος «Αλέξανδρος Φιλίππου Έλλην Μακεδών»
Σύνδεσμος Γυναικών Θεσσαλονίκης εν Αθήναις
Σύνδεσμος Μακεδόνων και Θρακών Παπάγου-Χολαργού
Σύλλογος Μακεδόνων Βόλου
Σύνδεσμος Πολιτών Ρήγας
Δ) Σύλλογοι από όλον τον κόσμο
Παμμακεδονική Ένωση Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής
Παμμακεδονική Ένωση Καναδά
Παμμακεδονική Ένωση Αυστραλίας
Παμμακεδονική Ένωση Ευρώπης
Παμμακεδονική Ένωση Αφρικής
Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011
Η WEB TV ΤΩΝ ΓΗΓΕΝΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΕΙΝΑΙ ΓΕΓΟΝΟΣ
H πρώτη Web tv των γνήσιων γηγενών Μακεδόνων είναι γεγονός. Η συνεχούς ροή εκπομπή θα μεταδίδει παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια από όλη τη Μακεδονία μας.
ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΥΤΗ ΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΟΛΩΝ ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΤΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΤΕΙ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΗΣ WEB TV.
ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΩΝ ΓΗΓΕΝΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ.
macedonianstv on livestream.com. Broadcast Live Free
http://www.livestream.com/macedonianstv
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)