Ο άνθρωπος στην εξέλιξη του, πρώτα έριξε ένα ζώο στη φωτιά για να φάει η ίδια η φωτιά, που την θεωρούσε ζώο ή θεότητα, και μετά έμαθε να τρώει ψημένο κρέας. Αργότερα θυσίαζε ζώα στους Θεούς, αλλά και ανθρώπους, για να έχει την εύνοια των θεών. Ακόμη και οι εβραίοι, σε κάποιο πρώιμο στάδιο, Θυσίαζαν ανθρώπους στον Θεό. Για παράδειγμα η προσπάθεια του Αβραάμ να θυσιάσει τον Ισαάκ. Οι ανθρωποθυσίες υπήρχαν σε όλες σχεδόν τις αρχαίες Θρησκείες. Ακόμη και στην θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.
Δημήτρης Μεκάσης
Μια ανθρωποθυσία αναφέρει και ο Όμηρος στην Ιλιάδα, που έγινε τον12ο αιώνα π.Χ., τότε που ενωμένοι οι Έλληνες ξεκινούσαν από την Αυλίδα για να κυριεύσουν την Τροία. Κάτι όμως δεν πήγαινε καλά. O άνεμος δεν φυσούσε για να αποπλεύσει ο στόλος. Έτσι η Ιφιγένεια, κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, θυσιάστηκε από τον πατέρα της στη Θεά Άρτεμη, για να εξευμενιστούν οι Θεοί και να επιτρέψουν τον απόπλου του ελληνικού στόλου από την Αυλίδα προς την Τροία.
Οι Έλληνες όμως, νωρίς σταμάτησαν να κάνουν ανθρωποθυσίες και περιορίστηκαν στις θυσίες κατοικίδιων ζώων. Μετά την θυσία έτρωγαν το ψημένο κρέας του θυσιασμένου ζώου, καθώς οι ιερείς έψαχναν τα σπλάχνα του θυσιασμένου ζώου, για να προβλέψουν το μέλλον. Σήμερα στη Φλώρινα, και παρόλο που ο χριστιανισμός δεν δέχεται τις θυσίες, το αρχαιοελληνικό αυτό έθιμο διαιωνίζεται μόνο στη θεμελίωση του σπιτιού. Συνηθίζεται να σφάζουν ένα ζώο, πετεινό ή πρόβατο, και να ραντίζουν με το αίμα του τα θεμέλια. Μετά ψήνουν το ζώο και ακολουθεί γλέντι.
Είναι άγνωστο πότε οι αρχαίοι Έλληνες σταμάτησαν τις ανθρωποθυσίες, αλλά μάλλον νωρίς, κάτι που οφείλεται στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας και του πολιτισμού τους. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και στους υπόλοιπους λαούς της χερσονήσου του Αίμου. Μια ανθρωποθυσία αναφέρει ο Αρριανός στο έργο του "Αλεξάνδρου Ανάβασις". Το 335 π.Χ. ο Μέγας Αλέξανδρος έκανε την πρώτη του εκστρατεία εναντίων των Ορακών, Τριβαλλών, Γετών, Σαυροματών και Σκυθών. Νικώντας έφτασε μέχρι τον 'Ιστρο ποταμό, τον σημερινό Δούναβη, στην περιοχή της σημερινής Ρουμανίας. Εκεί έμαθε ότι οι Ιλλυριοί και οι Αυταριάτες και οι Ταυλέιντιοι αποστάτησαν και αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. O Αλέξανδρος κινήθηκε γρήγορα και οδήγησε τον στρατό του στον Αξιό ποταμό και μετά πέρασε κατά μήκος του Εριγώνα ποταμού και έφτασε στην πόλη Πέλλιο, που την είχε καταλάβει ο Κλείτος ο βασιλιάς των Ιλλυριών, επειδή η πόλη αυτή ήταν καλά οχυρωμένη από την εποχή του Φιλίππου. Οι ιστορικοί τοποθετούν αυτήν την αρχαία πόλη μεταξύ της Κρυσταλλοπηγής και της Κορυτσάς.
Γράφει λοιπόν ο Αρριανός για την μάχη στη Πέλλιο: "Οι άνδρες του Κλείτου είχαν πιάσει τα βουνά που έκλειναν την πόλη. Τα βουνά πρόσφεραν στρατηγικές θέσεις και ήταν σκεπασμένα με πυκνό δάσος. Σκόπευαν να επιτεθούν στους Μακεδόνες από παντού, αν τυχόν χτυπούσαν την περιοχή. O Γλαυκίας όμως, ο βασιλιάς των Ταυλαντίων, δεν είχε φανεί ακόμα. O Αλέξανδρος πλησίασε στην πόλη. Οι Ιλλυριοί, αφού θυσίασαν τρία αγόρια, τρία κορίτσια και τρία μαύρα κριάρια, όρμησαν για να πολεμήσουν με τους Μακεδόνες σώμα με σώμα. Μoλις συνεπλάκησαν όμως, οι Ιλλυριοί εγκατέλειψαν τις οχυρές Θέσεις που κατείχαν και τράπηκαν σε φυγή. Οι στρατιώτες του Αλέξανδρου βρήκαν τπ σφάγια της θυσίας να κείτονται στο έδαφος".
O βάρβαρος αυτός λαός της Βαλκανικής έκαμνε ανθρωποθυσίες και στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τότε που ο ελληνικός πολιτισμός βρισκόταν σε ψηλό επίπεδο. Φαίνεται πως δεν τους άγγιξε ο πολιτισμός των Ελλήνων και συνέχιζαν να ζουν με τις δικές τους παραδόσεις. Πίστευαν πως θυσιάζοντας τρία αγόρια, τρία κορίτσια και τρία κριάρια θα νικούσαν τον Αλέξανδρο. Έγινε όμως το αντίθετο, επειδή ο Αλέξανδρος γνώριζε καλά την πολεμική τέχνη.
Οι Ιλλυριοί ήταν γειτονικός λαός με τους Λυγκηστές, αλλά διέφεραν και φυλετικά και πολιτισμικά. Οι Λυγκηστές πίστευαν στους Δώδεκα θεούς και θυσίαζαν κατοικίδια ζώα, όταν οι Ιλλυριοί έκαμναν ανθρωποθυσίες.
Οι ανθρωποθυσίες, των λοιπών βαλκανικών λαών της αρχαιότητας, περιορίστηκαν από τη νομοθεσία των μεγάλων αυτοκρατοριών (Μεγάλου Αλεξάνδρου και Διαδόχων, Ρωμαίων και Βυζαντινών) και σταμάτησαν με την εμφάνιση της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού.
Οι περισσότερες βαλκανικές πόλεις έχουν περισσότερα από δυο ονόματα. Αυτό οφείλεται στο γλωσσικό πλούτο της βαλκανικής χερσονήσου, αλλά και στις μεγάλες αυτοκρατορίες που άρχισαν από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κράτησαν μέχρι το 1912.
H Φλώρινα, από τους τούρκους ονομαζόταν Φλωρίνε, από τους ντόπιους χωρικούς Λέριν, από τους βλάχους Χλέρνου και από τους αλβανούς Φολορίνα. Κοντά σε αυτές τις ονομασίες ας προστεθεί και η ονομασία "Φουρούν". Έτσι την ονόμαζαν οι Τάταροι, που ήταν στην υπηρεσία του Αλή Πασά.
Φωτογραφία από το αρχείο της Λέσχης Πολιτισμού Φλώρινας
Οι Τάταροι, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, εργαζόταν ως ταχυδρόμοι του τουρκικού κρά-τους, πριν ακόμη ιδρυθούν τα ταχυδρομεία. Αυτοί, καβάλα σε γρήγορα άλογα, μετάφεραν μόνο τα μηνύματα της εξουσίας (πασάδων, αγάδων και μπέηδων), από την μια άκρη της βαλκανικής μέχρι την άλλη. Πολλές φορές οδηγούσαν και τους ξένους περιηγητές με εντολή του εκάστοτε τοπικού πασά. Ένας τέτοιος περιηγητής ήταν και ο γάλλος Ούγκο Πουκεβίλ, ο οποίος πέρασε από την Φλώρινα την άνοιξη του 1807. Στο κείμενο αναφέρει την πόλη μας "Φλώρινα ή Φουρούν". H επίσημη ονομασία της ήταν Φλώρινα. H ονομασία Φουρούν ήταν στην γλώσσα των Τατάρων οδηγών του.
H ονομασία Φουρούν όμως ήταν περιορισμένη τις συνθηματικές λέξεις των Τατάρων ταχυδρόμων και δεν ήταν γνωστή στους κατοίκους της Φλώρινας. Μόνο στο βιβλίο του Πουκεβίλ αναφέρεται, ο οποίος ερχόμενος από την Βοσνία με οδηγούς Τατάρους ταχυδρόμους πέρασε από το Μοναστήρι ή Βιτώλια και την Φλώρινα και κατευθύνθηκε προς την Πτολεμαΐδα. Τότε η επίσημη ονομασία της Πτολεμαΐδας ήταν Καϊλάρια. Οι Τάταροι ταχυδρόμοι όμως την ονόμαζαν Σαριγκιορλά και Καραγιάνινα.
"Φουρούν" λοιπόν, άλλη μια ονομασία της Φλώρινας, στην συνθηματική - επαγγελματική γλώσσα των Τατάρων ταχυδρόμων του Αλή Πασά στις αρχές του 19ου αιώνα.
Allen Upward, The East End of Europe, London 1908, pp 283-297
The work of liberation— An Exarchist gendarmery officer— A Patriarchist village — Rural life in Macedonia — An oppressed taxpayer — Peter takes his precautions — Turkish tyranny — Peasant fear— The trail of the Comitadjis — A voice from America — A typical Turkish atrocity — The tyrant trembles — The grievance of Obsima.
About the time that I was setting out from Europe a band of liberators fell one night upon the Macedonian village of Rakovo, and burned it to the ground.
Rakovo lies about four hours from Monastir, and I decided to visit it in order to see for myself how the work of liberation is carried on. Before going 1 mentioned my intention to the Greek Bishop administering the diocese of Monastir. The Bishop told me that, shortly before the attack on their village, the people had come to him to complain that an Italian officer of gendarmery had advised them to turn Exarchists. The officer complained of gave the explanation that it must have been his dragoman, an explanation which I can fully believe. He had not since dismissed the dragoman, neither had he thought it worth while to take any other step to assure the villagers that the dragoman had not spoken with his authority.
The dragoman's advice could not have been sounder if he had been in the counsels of the Exarchists, instead of being an agent of the Powers who have insisted on aiding the Turkish Government to suppress the Exarchist bands. A Bulgarian band duly arrived in fulfilment of the warning, and set fire to every house in Rakovo in which there was no armed defender. How many of the inhabitants would have perished can only be guessed. But the flames that shot up in the night from the burning village were seen by a Greek band encamped on the mountains. The Greeks hastened to the rescue of their brethren, and, after a brief combat in which two or three lives were lost on both sides, the Bulgarians fled. That is a typical example of how the Folk War is waged. It is the warfare of the Dark Ages. We seem to be reading of the Danes and Saxons.
The burn-tout inhabitants took refuge in Monastir, where they were kindly received and cared for by the Greek community. The Greek charitable organisation of the town undertook the work of rebuilding their ruined homes for them ; and it was the
contractor employed on the work who acted as my guide on the present occasion.
The first part of the journey was by carriage, over a rough and broken road, across the plain of Monastir. At one point we were met by some peasants, who had come out to warn us that the way was foundrous farther on, and to direct us by another route. These local roads are the curse of Rumelia, because they are the first things that strike every traveller, and by them he judges the whole country. They are scarcely better than those of Russia.
The carriage way ended at Obsirna, a smaller village, lying at the entrance of the valley which has Rakovo at its upper end. The plain across which we had driven is one of the empty cells of the Macedonian honeycomb. The invading bands wander along the dividing ridges, and descend where they please. The more I studied local conditions, the more difficult it became to hope that the Folk War could be suppressed by the methods hitherto employed.
The village of Obsirna, I was informed by the inhabitants, contains only twenty-five houses. It is a typical instance of the fallacy of reckoning five persons to a house, in estimating this population. While I was questioning the people about their means of livelihood, I learned that some houses were richer in labour while others were richer in land. Thus, one patriarch was pointed out to me as having, I think, a dozen men in his "house." In short, we have here the primitive family group as it has existed at one time or another half over the world. These villagers are still living in a state of society which is familiar to sociologists. They own houses and lands and cattle, but they own them in families, and not as individuals. The members of the household whose labour is not needed at home are sent to earn money in the town, or further afield. The money is not regarded as theirs. It is earned on behalf of the household to which they belong, and in which they still retain their proprietary rights. Their earnings, or whatever they bring back with them, will go into the common fund, and they will be housed and fed on the same footing as the rest.
It would be misleading to speak of such labourers as domestic serfs, because they are, of course, the descendants or kinsmen of their patriarch. But that seems to be their economic condition. Even when they emigrate to the United States they continue to acknowledge their father's authority, and remit him a portion of their earnings.
This village of twenty-five " houses " owns no less than thirty mills, driven by the water which issues from the valley above. I examined one, owned by a wealthy villager named Peter. It was a small affair; one pair of millstones only were revolving inside a shed built over the stream, and the contents of a sack of com were being dribbled out through a hopper. The mill-owner, who has three such mills on his estate, told me that Obsirna formerly ground the corn of all the villages round about. Since the Folk War broke out their Bulgarian neighbours had ceased to bring their corn to these Patriarchist mills, but the more tolerant Moslems continued to come as before.
Peter proved a most interesting acquaintance, perhaps as favourable a type as could be found of the Christian peasant of Rumelia. He met us, along with the priest and headman, on our arrival, and conducted us to a house apparently selected for its superior accommodation. It was quite equal in size and convenience to an old-fashioned Swiss chalet, in those Swiss valleys which have not yet been irrigated by tourist gold. Indeed most of these Rumelian villages compared favourably with some I have seen in the Canton of Valais, particularly as regards cleanliness. The house I was shown into stood in a walled enclosure containing barns, stables, and pigsties. Scattered about the farmyard, I noticed a number of small wooden troughs, like dug-out canoes. These were the property of the pigs. In England the pigs have only one trough in common ; in Macedonia each pig has his own. The Macedonian pig is more civilised than his English brother.
Peter and his friends brought us upstairs and gave us wooden stools to sit on while coffee was being prepared. Peter was the most eloquent of the party, and from him I obtained my first real glimpse at the iniquities of Turkish rule.
The occasion was a favourable one. There were no gendarmes present, the vigilance of the authorities had been so far allayed, the room contained only sympathisers. I myself had come thither under the aegis of their Bishop — before my return I was asked to become their advocate with the Bishop, as will be seen hereafter. It was a golden opportunity to learn the truth about European Turkey, to penetrate beneath the glozing apologies of the corrupt functionaries, and see the frightful machinery of Turkish government at work.
Petros Papoulkas
And Peter told me a dismal tale. The greatest grievance, of course, was the taxation. Peter owns a hundred sheep— how many English villagers own three mills and a hundred sheep? — and on each he has to pay a tax of five piastres and ten paras, that is to say, an English shilling. Moreover, the tax is collected with unreasonable rigour. On the last visit of the tax-gatherer one of the sheep was dangerously ill. Peter drew his attention to its languishing condition, but in vain. The tax-gatherer, obedient to instructions from Salonika, was obdurate, and the suffering animal was inscribed. Within three days it had breathed its last !
Peter has also to pay nearly thirty shillings a year for exemption from military service. This tax is called the bedel, or bedale. The other men in his house pay fifteen shillings. He pays £12 a year in English money under the head of tithes. His mills pay £3 more. The tithe on wine comes to fifteen shillings. The road-tax is £1 for which he hardly gets value. Altogether he pays thirty Turkish pounds a year — say £25 English.
That is the total deduction, whether in the nature of rent, rates, taxes or tithes, from Peter's profits on his farm, his mills, his stock, his vineyard, and the labour of his household. A Greek friend estimates that Peter's sheep, which graze free on the mountain, ought to bring him in £50 a year. The tax on them would therefore appear to be a tithe. At that rate, his net annual income should be not far short of £200. And, as the same friend observed, a hundred pounds in Macedonia is equal to a thousand in England. The salary of the priest of Obsima, I ascertained, is eight Turkish pounds a year; but he receives gifts of food in addition.
As we have seen, these taxes are oppressively collected. It is not only on the sheep that the tax-gatherer casts a jaundiced eye. When Peter exhibits to him a hundred okes of wine as the produce of his vineyard, the tax-gatherer remorselessly writes down five hundred. It reminded me of a picturesque incident in one of the Comitadji books. The author has arrived hotfoot on the track of the tax-gatherer. The peasants make a similar complaint, and show him the small heap of corn-cobs which the sceptical tax-gatherer has just multiplied by five. The sympathetic visitor counts every corn-cob, and pronounces a burning malediction on the oppressor.
Alas! I have been a cross-examining counsel. I asked Peter if it had ever occurred to him to conceal any portion of his produce before the tax-gatherer's arrival He replied, with perfect frankness, " When we have much we hide it ; when we have little we are afraid to." The unfortunate tax-gatherer evidently has to trust rather to his judgment than his eyesight. By this time I had almost abandoned the hope of coming across any genuine Turkish outrage, any bona-fide instance of those horrors which have moved the Exarchist population to deliver themselves, or at least have moved kindly hearts in Sofia to deliver them, from their chains. I do not think that this was because I was less persevering than previous travellers who have enlightened Europe on the subject. I went through the country with my eyes and ears open, and I missed no opportunity of putting questions to peasants who have long been taught that Europe expects them to be against the Government I can only attribute the result to my having had some experience of peasants at home and abroad, and some slight practice in the art of eliciting the truth, both as a counsel and as a judge.
Undaunted by previous failures, I put the oft repeated question. Beyond oppressive taxation, had Obsima suffered anything at the hands of the authorities ?
And this time it seemed that I was not to be disappointed. Suffered ?— it was Peter who answered me — ah ! yes, they had suffered, they were still suffering, grievous things. Armed soldiers raided their peaceful village, ransacked their houses under the pretence of searching for concealed arms, stole their possessions and terrified their women. It was the truth coming out at last. The Comitadji writers were justified ; it was possible that they had even understated their case.
With my note-book open in my hand, I invited Peter to furnish me with details of these outrages, and he eagerly did so. It appeared that he was himself the principal sufferer. In fact, his house was the only one that had as yet been searched — searched, mark you, in spite of the personal assurance given by the headman to the sergeant that Peter was a law-abiding citizen. And wherefore, then, had he been singled out for this persecution? He was the victim of appearances. On their first visit — they had been three times in all — the gendarmes had most unfortunately found arms concealed on his premises. The arms consisted of a revolver and a number of rifle cartridges. The revolver was an old and worthless weapon preserved by Peter as a curiosity, much as halberts and crossbows are preserved in other private collections. The cartridges were there by accident.
A short time previously Peter had been shot at by a Bulgarian on the road. His horse had been wounded — Peter pressed me to adjourn to the stable and inspect the wound with my own eyes. The Bulgarian had fled from pursuit, after dropping a quantity of cartridges on the ground. Peter had picked up these cartridges and brought them home as mementoes, in fact, trophies; but they were Bulgarian cartridges, and the gendarmes had placed a false construction on his possession of them. He had even been dragged off to the prison of Monastir and detained there for some days on suspicion.
I invited details of the robberies committed by the gendarmes, or soldiers — for the peasants seem to draw no distinction between the two forces. On one occasion, after a visit from the sergeant, Peter had found himself the poorer by a pair of stockings.
I asked if any woman had been touched. No ; but they were frightened when they saw the soldiers come.
Such was the story of Peter, as told to me by himself in the presence of his friends and neighbours. I did not doubt one word of it; I dispensed with the corroborative evidence of the wounded horse.
My sympathies were wholly with Peter in his undeserved misfortunes. But what had I come out to see? Three vilayets drenched in blood to save Peter from the loss of a pair of stockings?
That the women of Obsima were alarmed by the sight of soldiers in their midst was very likely true, although in other villages the presence of the soldiers seemed very welcome. Speaking broadly, I should be inclined to say that many of these Rumelian peasants are afraid of the Turkish troops. They are equally afraid of ghosts. The question is whether one fear is any better founded than the other, or whether both are traditional instincts which time and education will obliterate.
We must again fall back on the Comparative Method. I once took part in a Liberal meeting in an English village. It was well attended. The candidate spoke long and eloquently, but did not elicit a single cheer. A Nonconformist minister followed in a humorous vein, but did not elicit a single laugh. The other speakers were not more fortunate than they. We were coming away, feeling very much depressed, when one of the villagers ran after and caught up the carriage. He said: "That was a grand meeting. Everybody was delighted."
" But you never cheered ! You never laughed ! "
“ Ah ! that was because the squire had a man sitting at the back of the room watching us. But we were drinking in every word."
Now, that is peasant fear. It is the inherited instinct of the Folk. Every Liberal candidate in a rural constituency in the south of England must have come across it. It is a commonplace with Liberal agents that this fear exists, and that it must be allowed for in their arrangements. The fear may be well-grounded, or it may be ill-grounded; but while it still flourishes in England, in spite of ballots and board-schools and halfpenny papers, and all the other guarantees of freedom, we must be prepared to find something very like it when we go abroad.
Whatever be the case with regard to the women, the men of Obsirna are not wanting in courage. The village is renowned in the country-side for its stubborn refusal to accept liberation at the hands of the Comitadjis. Even in the rising of 1903, when so many Patriarchist villages were lured away by the Bulgarian promises, Obsirna held out. I found that the example made of its neighbour, Rakovo, had not daunted the spirit of Obsirna. In one house into which I was taken — Peter's own, I believe — I found the roof too low for comfort. My host laughed as he remarked, " We are waiting till the Bulgarians burn our village to rebuild our houses in better style." Others hinted, in the same light-hearted tone, that when the Bulgarians came they would find Obsirna ready for them. In short, they seemed to be looking forward, with some eagerness, to such a visit; or, as they say in Ireland, they were spoiling for a fight. However much such a spirit is to be regretted, there is something extremely cruel in the spirit which can make no allowance for it. Humanitarians are too ready to put human nature in handcuffs.
Obsirna may defy the Bulgarian bands, but so long as she speaks a dialect resembling the Bulgarian, she stands in danger of liberation, not by them, but by the Powers. The danger has been realised. Obsirna has started a little school for the first time, and a patriotic native is training the new generation in Greek. We rode on to Rakovo on horses belonging to the friendly Peter, who would accept no payment in return. The little valley was as peaceful as if no armed band had ever traversed it, and on the hills above the sheep were browsing in happy ignorance of taxes and tax-gatherers.
After an hour or two we reached the opening into another small upland plain like that of Nisia, and in the neck, commanding the issue from the valley, stood what had once been Rakovo.
It was a wilderness of ruins. Rakovo had been a larger place than Obsirna, possessing a fine church and a considerable school, and the desolation covered half a mile. Blackened walls were standing roofless amid chaotic heaps of fallen stones over which it was difficult to clamber. The one or two houses that had escaped rose amid the wreck hke a few solitary teeth in the jaw of some decrepit crone. The efforts of the Greek charitable society had completed about twenty new ones, of rough but solid construction, yet even their courtyards were still cumbered with ruins. Such of the inhabitants as had ventured back wandered with drooping heads among the shapeless rubbish heaps, searching for the site of their homes. They seemed rather ghosts than men. I did not hear them laugh at the Bulgarians. Rakovo had been liberated indeed.
The only cheerful spirit in the place was a man newly returned from the United States. He had been thrown out of work by the financial crisis over there; and so the collapse of the Trusts had sent a little ripple of distress all the way into ruined Rakovo. For, of course, he also had remained, on the other side of the Atlantic, a vassal of the " house." He introduced me to his venerable father. The American had told me he belonged to the Republican Party, and I wondered whether he had given his support to President Roosevelt on orders received from Macedonia.
The priest of Rakovo also had a son in the United States, who was prospering as a baker. He showed me a letter from his boy, and it proved to be a piece of evidence bearing on this inquiry ; for it was written on a sheet of paper with the printed heading : "greek macedon bakery" Consider that. Messieurs the Comitadjis ! You may do your worst to Bulgarise Rakovo ; you will find it harder to Bulgarise the Greek Macedon Bakery!
What an answer to the claim of Sofia, the claim that every Macedonian who uses a Slave dialect must belong to her! Here, in the heart of Macedonia, on the very track of her desolating bands, amid the charred monuments of her vengeance, I had come upon this clear voice, speaking from a continent of whose existence Alexander did not dream, to tell me, to tell Europe, to tell even the agents of Sofia, what the Macedonians "wish themselves."
The story of the destruction of the village was told me by the muktar, a man of strong but not very amiable character, who barely thanked me for what my dragoman advised me would be a substantial contribution to the relief fund.
He said that a small party of soldiers had come into the place about an hour before the Bulgarians, and warned them that they were about to be attacked. The officer in command had asked where they would wish him to post his men for their defence. The muktar had replied, with some harshness, " We are not generals; you ought to know your own business. Post your men where you think best"; and the soldiers had then decamped without waiting for the enemy. The Greek band, on the other hand, had performed marvels, slaying no less than sixty Bulgars, with a loss of only two on their own side.
I had not the heart to cross-examine the poor creatures amid their ruined homes, but the greater part of the Bulgarian corpses must have been mysteriously spirited away during the night, as when the Greek Consul arrived on the scene next day he found only two or three.
The headman of Rakovo was clearly no Turcophile, but I shall not seek to attenuate his evidence on that account. He led me round what had been the village, and pointed out the site of the school, remarking that it was the second time that their school had been burnt down in three years. I asked who had burned it the first time, and he answered, “The soldiers."
At last! Take heart, my Christian friend, for at last we are on the scent of a real Turkish atrocity. It has not been easy work; we have had to inquire long and painfully, but now our perseverance is about to be rewarded, and we may say of the Turk what we will. I asked why the soldiers had been guilty of such a deed. " They did it by mistake. They had been sent against a Bulgarian village which had taken part in the insurrection, and they came to Rakovo by mistake. The soldiers admitted that they had done wrong."
One feels that they ought not to have admitted it. The outrage is robbed of its full flavour. The soldiers ought to have treated the affair as a jest, and cut the throats of any complaining villagers.
They do 30 in all impartial books about Macedonia. " Did the Government do nothing ? "
''Oh yes, the Government paid for rebuilding the school. They gave so many piastres a day to the men who were at work on it till it was finished."
My Christian friend, what are we to do? These wretched peasants give us no help. How can we work up the right degree of indignation against a Sultan whose soldiers apologise when they have done wrong, and who repairs the wrong almost before he is asked? The ground keeps slipping from under our feet. We shall have to look else- where for an object for our philanthropic wrath. We may even have to turn it on some Christian monarch. Suppose we try the ruler of the Congo State ?
The inhabitants of Rakovo, fresh from their experience of the Christian liberator, hardly showed proper dread of the Moslem tyrant. Thirty of the ferocious soldiers at whose name Europe has learned to shudder were now quartered in the village, and the villagers, so far from craving deliverance from these "official bandits," were practically hugging them to their bosoms.
Summon up all your fortitude, my Christian friend, and let us listen to the Christian headman of what was Rakovo. He is making a complaint; he considers that he has a grievance against the lieutenant in command of the Turkish troops. He, the muktar, has given the lieutenant quarters in a house in the centre of the village. But the officer has objected to the accommodation, and requested the headman's leave to shift his quarters to a more salubrious house on the outskirts. The headman has refused to gratify the tyrant's caprice. " Stay where I have put you," he had said to him sternly. “You are wanted there for our protection. If you don't like my decision, go and complain to your vali! "
Is there such a thing as the reductio ad absurdum in Fairyland ? Is it possible for fanaticism to see when it has overshot the mark? If so, I commend to you, my Christian friend, to you, Messieurs the Comitadji writers, who have deafened Europe with the wrongs of Macedonia, that little picture of Macedonia as it is. I had come out to see another Macedonia from this. I had come out to see poverty stricken Christians cowering before every passing Turk. And in this remote spot, up among the snow laden hills, I had found a Turkish officer, in command of a detachment sent thither to protect the Christians from each other, denied his choice of a lodging, bullied by a Christian headman, and told to complain if he dared. He had dared. The Governor-General of Monastir, to whom I submitted the case, had already heard of it. The muktar had lodged die lieutenant in the next house to his own, out of a selfish desire for his personal security. The lieutenant had found the house insanitary, and the rest of the villagers were quite willing for him to shift his quarters. But the headman was firm, and I fancied that the vali himself was half afraid to interfere lest he should find himself browbeaten by the Consuls, and held up to execration in half the newspapers of Europe.
Such is Turkey in Europe, as I found it.
Only one stroke remained to complete the picture, and it awaited me on my return through Obsima. The tax-ridden villagers, with Peter at their head, approached me with a petition. Would I, on my return to Monastir, speak to their Bishop on their behalf? They had a grievance, a very mild one to be sure, against the Bishop. They did not think he was showing enough energy in the business of their new church. Had they no church already? I inquired. They had a church, but it was not good enough. They wanted to put up a more imposing edifice, and they had saved up the money to pay for it, with some help from the Bishop. Permission had been applied for, the firman had come down from Constantinople, but after the burning of Rakovo it had been suspended, as they believed, lest the erection of the new church should draw down on them the attention of the Exarchists. But they were prepared to take the risk, and they begged me to stir up the Bishop, that he might in turn stir up the vali.
Peter, Peter, my honest, nay, my generous, friend— for did you not lend me three horses without charge ? — it goes to my heart to tell you that if, out of what the tax-gatherer has spared, you have enough money to build a superfluous and splendid church you must be better off than certain Christians living very near indeed to the centre of civilisation, almost within the shadow of a great cathedral, under the most enlightened of County Councils, in the full blaze of newspaper publicity, with half a dozen Bishops and ten thousand Christian ministers to attend to their least cry !
Postscript
The confident tone of the Obsirna villagers in speaking of a Bulgarian attack showed me pretty clearly that the revolver and cartridges captured from Peter did not exhaust their store of concealed arms. Not long after my visit the authorities made a more successful perquisition, and fifteen of the unlucky villagers were carried off to prison in consequence. It seems a cruel thing to punish the loyal Christians for taking measures to defend them- selves against the aggressions of robbers and blood- thirsty assassins sent against them by a foreign State. But such are the orders of the Powers, and the Turks dare not favour the victims more than the terrorists.
Στην πλατεία Ηρώων ανάβει η μεγαλύτερη φωτιά τα Χριστούγεννα. Η Φλώρινα έχει ένα έθιμο αιώνων για τα Χριστούγεννα: σε κάθε γειτονιά της, οι κάτοικοι ανάβουν και μία φωτιά! Έχουν δε και έναν άτυπο ανταγωνισμό μεταξύ τους, ποιος θα φτιάξει τη μεγαλύτερη. Στις περισσότερες από αυτές, οι «διοργανωτές» κερνάνε κρασί, τσίπουρο, φασολάδα, ενώ οι μπάντες παίζουν στις μεγαλύτερες και πιο κεντρικές
Πρόκειται σαφώς για ένα προχριστιανικό και με παγανιστική προέλευση έθιμο. Όπως όμως με όλα τα έθιμα, από τη στιγμή που μας «βολεύουν» και μας αρέσει η διατήρησή τους, τα αποδεχόμαστε και τα συνεχίζουμε, προσδίδοντας τους και στοιχεία από τη δική του θρησκεία ο καθένας.
Οι φωτιές λοιπόν της Φλώρινας, είναι πλέον μια γιορτή που προσελκύει πολλούς τουρίστες. Οι γειτονιές ανταγωνίζονται ποια θα κάνει την μεγαλύτερη φωτιά και θα τραβήξει άρα και τον περισσότερο κόσμο. Παλιότερα, βάζανε φύλακες στα ξύλα που μάζευαν πολλές μέρες πριν, γιατί έπεφτε κλέψιμο...υλικών από τους ανταγωνιστές. Ακόμη και ξυλοδαρμοί έχουν σημειωθεί. Θύμα του ανταγωνισμού, πέφτουν και τα παλιά καδρόνια του σιδηροδρόμου, τα οποία είναι στοιβαγμένα στο σταθμό, μιας και έχουν αντικατασταθεί από τσιμεντένια.
Η φωτιά της πλατείας Ηρώων, είναι συνήθως η μεγαλύτερη της «φωτιά» της Φλώρινας».
Προς τον
Πρωθυπουργό της Ελλάδος
κ. Λουκά Παπαδήμο
Κοινοποίηση:
Πρόεδρο Ελληνικής Δημοκρατίας
Πρόεδρο Βουλής των Ελλήνων
Υπουργό Εξωτερικών
Πολιτικούς Αρχηγούς
Έδεσσα, 6 Δεκεμβρίου 2011
Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ
Σας συγχαίρουμε για την ανάληψη των καθηκόντων σας σε μία πολύ κρίσιμη κατάσταση, και σας ευχόμαστε καλή επιτυχία στο έργο σας.
Με την παρούσα επιστολή θέλουμε να σας στηρίξουμε για:
.α) Να μην υποκύψετε στις έντονες πιέσεις που θα σας ασκηθούν στην Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 9ης Δεκεμβρίου 2011 από ορισμένους “εταίρους” μας για “τροποποί-ηση”, προς το χειρότερο, των θέσεών μας για την ένταξη της ΠΓΔΜ στους διεθνείς οργανισμούς, όπως με περίσσιο θράσος σας προτρέπει και ο κ. Γκρούεφσκι στην επιστολή που σας έστειλε.
.β) Να μην επηρεαστείτε από την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης της 5ης Δεκεμβρίου 2011, η οποία εντάσσεται σε μία σειρά μεθοδευμένων πιέσεων προς την Ελληνική Κυβέρνηση για υποχωρήσεις στις απαιτήσεις των Σκοπιανών. Με αυτή την απόφαση το Διεθνές Δικαστήριο, προσπαθώντας να κρατήσει άδικες ισορροπίες, το μόνο που κατορθώνει είναι να μας αποδείξει ότι είναι ελεγχόμενο από πολιτικά συμφέροντα και δεν αποφασίζει με νομικά κριτήρια, όπως θα έπρεπε.
Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων και ιδιαίτερα εμείς οι Μακεδόνες, μη συμμετέχοντες σε κανένα πολιτικό ή κομματικό παιχνίδι εξουσίας, θεωρούμε εντελώς φυσιολογικό να ζητήσουμε, όσο πιο έντονα μας επιτρέπει η ευγένειά μας, η νέα Ελληνική Κυβέρνηση συνεργασίας και η επικείμενη σύνοδος κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης να γίνουν αφορμή για να υιοθετηθούν, επιτέλους, από την Ελληνική κυβέρνηση οι παρακάτω αυτονόητες και πάγιες θέσεις μας:
α) Να εγκαταλειφθεί η πολιτική των υποχωρήσεων της Ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, επειδή ενθαρρύνει την πολιτιστική λεηλασία του Ελληνικού πολιτισμού και την διεκδίκηση Ελληνικών εδαφών από τους Σλάβους των Σκοπίων και ταυτόχρονα προσβάλλει την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Επιπλέον, μετά από τόσα χρόνια, αποδείχθηκε επιζήμια και αντιπαραγωγική,
β) Να δηλωθεί ότι οι Έλληνες δεν θα δεχθούν ποτέ στην οριστική ονομασία του γειτονικού κράτους να περιλαμβάνεται το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό του, όπως ακριβώς έχει αποφα-σισθεί στην σύσκεψη των Ελλήνων πολιτικών αρχηγών υπό την προεδρία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας στις 18 Φεβρουαρίου 1992, και από την Διάσκεψη Κορυφής των ηγετών της ΕΟΚ στην Λισσαβόνα στις 26 Ιουνίου 1992.
γ) Να τεθεί σε δημοψήφισμα το όποιο όνομα αποφασισθεί για την οριστική ονομασία του γειτο-νικού κράτους και να αποφασίσει Δημοκρατικά ο Ελληνικός λαός για ένα τόσο σημαντικό θέμα, όπως ακριβώς έχουν δηλώσει ότι θα κάνουν και οι Σκοπιανοί.
Κύριε πρωθυπουργέ, ελπίζουμε ότι θα ανταποκριθείτε στα δίκαια και αυτονόητα αιτήματά μας με το ίδιο σθένος και αποφασιστικότητα που αντιμετωπίζεται τα οικονομικά προβλήματα της πατρίδας μας.
Με εκτίμηση
Ακολουθεί Κατάλογος Συλλόγων και Φορέων που υποστηρίζουν την επιστολή
ΣΥΛΛΟΓΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΟ “ΚΟΙΝΟ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ”
Α) Σύλλογοι από την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας της Ελλάδος
Γ) Σύλλογοι από την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας της Ελλάδος
Εταιρεία Μελέτης και Έρευνας της Ιστορίας των Σερρών
Πολιτιστικός Σύλλογος Πεντάπολις Σερρών
Σύλλογος Σιδηροκαστρινών και περιχώρων “Το Ρούπελ”
Πολιτιστικός Μακεδονικός Σύλλογος “Μέγας Αλέξανδρος” Χαρωπού Σερρών
Λαογραφικός Πολιτιστικός Σύλλογος Χρυσοχωράφων Σερρών
Πολιτιστικός Σύλλογος Σκοτουσαίων Σερρών
Δ) Σύλλογοι προερχομένων από τμήμα της Ιστορικής Μακεδονίας εντός της ΠΓΔΜ
Σύνδεσμος Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης «Καρτερία»
Ε) Σύλλογοι προερχομένων από τμήμα της Ιστορικής Μακεδονίας εντός της Βουλγαρίας
Σύλλογος Σταρτσοβιτών «ο Άγιος Μηνάς» Νέου Πετριτσίου Σερρών
Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Σερρών-Μελενίκου
Αδελφότητα Κυριών και Δεσποινίδων Μελενίκου “Η Αρμονία”
Σύλλογος Ευελπίδων Μελενίκου
ΣΤ) Σύλλογοι από την υπόλοιπη Ελλάδα
Παμμακεδονική Συνομοσπονδία Αθηνών.
Ομοσπονδία Δυτικομακεδονικών Σωματείων Αθηνών.
Συνομοσπονδία Μακεδόνων Λεκανοπεδίου Αττικής.
Σύνδεσμος «Αλέξανδρος Φιλίππου Έλλην Μακεδών»
Σύνδεσμος Γυναικών Θεσσαλονίκης εν Αθήναις
Σύνδεσμος Μακεδόνων και Θρακών Παπάγου-Χολαργού
Σύλλογος Μακεδόνων Βόλου
Σύνδεσμος Πολιτών Ρήγας
Δ) Σύλλογοι από όλον τον κόσμο
Παμμακεδονική Ένωση Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής
Παμμακεδονική Ένωση Καναδά
Παμμακεδονική Ένωση Αυστραλίας
Παμμακεδονική Ένωση Ευρώπης
Παμμακεδονική Ένωση Αφρικής
H πρώτη Web tv των γνήσιων γηγενών Μακεδόνων είναι γεγονός. Η συνεχούς ροή εκπομπή θα μεταδίδει παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια από όλη τη Μακεδονία μας.
ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΥΤΗ ΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΤΗ ΒΟΗΘΕΙΑ ΟΛΩΝ ΟΣΟΙ ΕΧΟΥΝ ΠΑΛΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΝΑ ΤΑ ΜΟΙΡΑΣΤΟΥΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΤΕΙ ΤΟ ΥΛΙΚΟ ΤΗΣ WEB TV.
ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΩΝ ΓΗΓΕΝΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ.
Η επέτειος της 8ης Νοεμβρίου 1912 καθιστά επιτακτική ανάγκη τη στροφή στα γεγονότα εκείνης της περιόδου με την προσδοκία πως η ανάκληση αυτού ταυ ιστορικού παρελθόντος θα συνδράμει ποικιλότροπα στην αντιμετώπιση ανάλογων
συγκυριών του δικού μας παρόντος ή μέλλοντας
Επιθυμώντας λοιπόν να συνεισφέρουμε στην προσπάθεια αυτή φρονούμε ότι επιβάλλεται να μιλήσουμε για τη Φλώρινα της τουρκοκρατίας ως πλαισίου στο οποίο διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις εκείνες που συνέβαλαν στην πρόσκληση του ελληνικού στρατού και επομένως στην απελευθέρωση της πόλης από τον οθωμανικό ζυγό.
Η Φλώρινα, πρωτεύουσα του ομώνυμου καζά, υπήρξε έδρα του ελληνορθόδοξου Μητροπολίτη Μογλενών και ανήκε διοικητικά στο Βιλαέτι Μοναστηρίου. Σύμφωνα με πληροφορίες του έτους 1905 που μας παρέχει το ανέκδοτο Αρχείο της Ι. Μητροπόλεως Μογλενών η πόλη έχει 406 0ρθόδοξες οικογένειες, ενώ ο «Οδηγός της Ελλάδος απάσης...» του N. Ιγγλέση, ο οποίος εκδίδεται στα 1910 ανεβάζει το συνολικό πληθυσμό της πόλης σε 10.000 κατοίκους. Η πόλη της Φλώρινας είναι έδρα καϊμακάμη, διαθέτει σύμφωνα με τον ίδιο οδηγό δύο υποκαταστήματα τραπεζών και εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει, είναι πως ο αστικός της πληθυσμός εμφανίζεται εξαιρετικά δυναμικός, τόσο στο πεδίο των οικονομικών συναλλαγών που αναπτύσσονται την περίοδο αυτή της διείσδυσης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, όσο και στο επίπεδο της κοινοτικής αυτοδιοίκησης η οποία έχει παραχωρηθεί στα πλαίσια των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων του Χάττ-ι-Χουμαγιούν (Hatt-ı Hümayun).
Όπως μαρτυρούν τυπικά αρχεία, αλλά και το αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, γύρω από την πόλη μας, η οποία υπήρξε κέντρο της ελληνικής προπαγάνδας σε όλη την περίοδο του μακεδονικού αγώνα, έλαβαν χώρα ορισμένες από τις πιο καίριες συγκρούσεις αυτής της αναμέτρησης. Αναφορικά με το θέμα αυτό ο πρόξενος της Ελλάδος στο Μοναστήρι Ν. Ξυδάκης γράφει το Δεκέμβριο του 1906 στον 'Έλληνα Υπουργό Εξωτερικών: «διέπραξαν άλλως οι Βούλγαροι το μέγιστον σφάλμα να μην απιστήσωσι την προσοχήν των απ’ αρχής εις την Φλώριναν. Εάν εκράτουν της πόλεως Φλωρίνης πάσα η πεδιάς και τα περιορί¬ζοντα αυτήν όρη θα είχαν απολεσθεί ανεπιστρεπτί...». Οι αρχές επομένως από τις οποίες εμφορούνταν οι κάτοικοι της Φλώρινας αποτελούσαν το πιο σημαντικό κίνητρο για την ίδρυση των σχολείων της κοινότητας, για τα οποία μάλιστα χτίζεται και κοινοτικό οίκημα μετά την αγορά του κτήματος ταυ Ιζέτ πασά, όπως μαρτυρούν τα τοπικά αρχεία αλλά και η ντόπια προφορική παράδοση. Σύμφωνα λοιπόν με το βιβλίο της Δημογεροντίας Φλώρινας, στην κοινότητα, η οποία διοικείται από 4 δημογέροντες, 4 Εφόρους και 2 Επιτρόπους της Εκκλησίας τον Αγίου Γεωργίου, λειτουργούν ένα Αρρεναγωγείο ή Αστικό Σχολείο με 8 δασκάλους και κατά τον Ιγγλέση με 233 μαθητές, ένα Παρθεναγωγείο 4ταξιο με 3 δασκάλες και 110 μαθήτριες και 3 Νηπιαγωγεία με 230 νήπια. Όταν λοιπόν το Ελληνικό Βασίλειο αποφασίζει κάτω από την επίδραση προϋποθέσεων που θα προσδιοριστούν πιο κάτω, να απελευθερώσει τη Μακεδονία, οι κάτοικοι της Φλώρινας αλλά και της μείζονος περιοχής της είναι ώριμοι ιδεολογικά, συγκροτημένοι οικονομικά και οργανωμένοι σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης σε τέτοιο μάλιστα βαθμό άστε η απελευθέρωση να μην είναι παρά ένα απόλυτα φυσικό επακόλουθο. Κι αν εμμένω σε αυτό τι σημείο το κάνω γιατί πιστεύω πως οι ένοπλες αναμετρήσεις δεν κερδίζονται αν δε διαμορφωθούν οι οικονομικές προυποθέσεις για τη στήριξη τόσο των ειρηνικών επαναστάσεων όσο και της εποποιίας του λαμπρού μακεδονικού αγώνα ο οποίος υπήρξε ο προθάλαμος της κυοφορούμενης απελευθέρωσης.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ
ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
(1878-1943)
Για μια τέτοια λοιπόν πόλη, όπως θα έλεγε κι ο Περικλής στον Επιτάφιο του, κινδύνεψαν ο Ι. Άρτης και οι συμπολεμιστές του το απόγευμα εκείνο της 7ης προς την 8η Νοεμβρίου 1912, υπηρετώντας τα όραμα της Μεγάλης Ελλάδας του Ελευθερίου Βενιζέλουu. Είχαν προηγηθεί η σύναψη της σερβοβουλγαρικής συνθήκης της 13ης Μαρτίου 1912 και η προσέγγιση Ελλάδος-Βουλγαρία η οποία οδήγησε στην ελληνοβουλγαρική συνθήκη της 16ης Μαΐου 1912, μια συνειδητή στην ουσία επιλογή του 'Έλληνα πρωθυπουργού, που επιτάχυνε, παρά τις αρνητικές προειδοποιήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, τη μεταβολή ταυ εδαφικού καθεστώτος στο Βαλκανικό χώρο. Ειδικότερα, η απελευθέρωση της Φλώρινας υπήρξε το επιστέγασμα της προέλασης προς ΒΔ του κεντρικού τμήματος της στρατιάς η οποία είχε καταλάβει τα στενά της Κέλλης και του Κιρλί Δερβέν.
Ως εδώ οι απόψεις τόσο των ιστορικών όσο και των βασικών πρωταγωνιστών δηλαδή του Μητροπολίτη Πολυκάρπου και του υπίλαρχου Ιωάννη Άρτη συμφωνούν. Η διάσταση απόψεων ανάμεσα στους δύο άνδρες αφορά κυρίως τη διαδικασία παράδοσης της πόλης.
Η εκδοχή του Μητροπολίτη Πολυκάρπου η οποία δημοσιεύεται πρώτη στο τοπικό «Έθνος», σε μια περίοδο που ο ίδιος είναι Μητροπολίτης Βεροίας και Ναούσης περιλαμβάνει ορισμένα κύρια σημεία που αφορούν τη δράση του Μητροπολίτη. Η μαρτυρία λοιπόν του Μητροπολίτη αναφέρεται πρώτα στην από μέρους του πρόσκληση των δασκάλων και διδασκαλισσών των σχολείων Φλωρίνης, με πρόθεση τη μετάδοση της σύστασης για προπαρασκευή της ελληνικής σημαίας αναγκαίας για την υποδοχή του ελληνικού στρατού. 'Έπειτα εμμένει στη διαρροή της πληροφορίας αυτής στους Τούρκους και στην κάλυψη που του πρόσφερε πρόθυμα ο Γιουσούφ μπέης, μια χειρονομία που έπρεπε να ανταποδώσει ο Μητροπολίτης, όταν οι Τούρκοι προσέτρεξαν φοβισμένοι σ’ αυτόν για προστασία. Η πρόταση για κοινή συνεδρίαση Ελλήνων και Τούρκων δημογερόντων εν όψει της επικείμενης κατάληψης της πόλης από τους Σέρβους, ήταν η έκφραση της προσπάθειας του Μητροπολίτη να εξασφαλίσει τη συναίνεση των Τούρκων για κοινή δράση υπέρ των ελληνικών θέσεων και κατά των σέρβικων αξιώσεων.
Ακολουθεί στην τrπαράθεση των σκέψεων του Μητροπολίτη η συναπόφαση για αποστολή Επιτροπής προκρίτων στον ελληνικό στρατό με στόχο την επίσπευση των ενεργειών του για προέλαση και κατάληψη της Φλώρινας, ενώ δίνεται έμφαση στην από μέρους του ίδιου και του μουφτή υποδοχή τόσα του Ι.
Άρτη όσο και των ανδρών του και στη μετάβαση όλων με συνοδεία του Μητροπολίτη στη Μητρόπολη. Τέλος επισημαίνεται η απόρριψη πρότασης των Σέρβων για παράδοση της πόλης, δυο ώρες μετά την άφιξη του ελληνικού στρατού. Οι διαφορετικές εκτιμήσεις του Ιωάννη Άρτη οι οποίες δημοσιεύονται από τον κύριο Μέλλιο στο ίδιο τεύχος του Αριστοτέλη που δημοσιεύονται και οι απόψεις του Πολύκαρπου, επαναπροσδιορίζοντας ορισμένα δεδομένα τονίζουν ότι δεν είναι ακριβές ότι η κατάληψη της πόλης από το ιππικό ήταν αποτέλεσμα των ενεργειών του Μητροπολίτη και της από μέρους του πρόσκλησης του στρατού. H Θέση που προβάλλεται είναι πως η κατάληψη είναι αποτέλεσμα θετικής πρωτοβουλίας του Ιωάννου Άρτη ο οποίος εκτίμησε πως οι καταπτοημένοι Τούρκοι που κατέκλυζαν το δρόμο Φλώρινας - Μοναστηρίου αλλά και την ίδια την πόλη, κυνηγημένοι από τους Σέρβους, δεν αντιπροσώπευαν σοβαρή απειλή για τους άντρες του. Στο δημοσίευμα του Ι. Άρτη τονίζεται ακόμα πως είναι αληθινό ότι ο Μητροπολίτης έσπευσε αμέσως με τον Μουφτή να παραδώσουν την πόλη, όπως δεν είναι πραγματικό γεγονός το ιστορούμενο από το Μητροπολίτη θέμα της καθοδήγησης της ίλης ως τη Μητρόπολη.
Ωστόσο οι αποκλίσεις που σημειώνονται από τους δύο πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης της πόλης δεν είναι δύσκολο να γεφυρωθούν. H εκδοχή της Επιτροπής των Δημογερόντων οι οποίοι προσκαλούν τον ελληνικό στρατό υποστηρίζεται και σε σχετικά δημοσιεύματα των Γ. Μόδη και Τέγου Σαπουντζή, είναι εναρμονισμένη με το κλίμα της ιδεολογικής προπαρασκευής που μνημονεύτηκε πιο πάνω και επιπλέον δεν αναιρεί τον ισχυρισμό του Άρτη για ανάληψη πρωτοβουλίας από τη μεριά του, αφού στις ταραγμένες εκείνες εποχές οι κίνδυνοι για την Επιτροπή παραμόνευαν, ενώ οι επικοινωνίες της εμπροσθοφυλακής και τον κύριου όγκου του στρατού καθυστερούσαν αναγκαστικά εξαιτίας της απουσίας τεχνικής υποδομής. O δεύτερος μάλιστα ισχυρισμός του Άρτη για καθυστέρηση της παράδοσης της πόλης από το Μητροπολίτη είναι αληθινός, αφού ο τελευταίος ως αρχηγός της θρησκείας είχε επωμιστεί ευθύνες για τους Τούρκους με τους οποίους συμβίωναν χρόνια οι κάτοικοι της πόλης. Φαίνεται όμως πως ο Μητροπολίτης επέλεξε γρήγορα το καθήκον απέναντι στον ελληνισμό του οποίου ήταν πνευματικός ποιμένας κι έτσι παρέδωσε την πόλη, πείθοντας παράλληλα και το Μουφτή να δεχτεί την παράδοση. H αναίμακτη είσοδος του ελληνικού στρατού στην πόλη ήταν αποτέλεσμα της γενναιότητας του Ι. Άρτη και της σύνεσης τον Μητροπολίτη Πολύκαρπου.
Την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη τη μέρα στη Φλώρινα μας δίνει ανάγλυφη η πέννα του Γ. Μόδη στο διήγημά του «πώς παραδόθηκε η Φλώρινα». Κι επειδή η τέχνη εξασφαλίζει την αμεσότητα στην πρόσληψη του μηνύματος ας τον διαβάσουμε: «Η Φλώρινα ήταν άνω-κάτω. O Τουρκικός στρατός υποχωρούσε απ’ το Μοναστήρι ύστερα από τριήμερη μάχη με τους Σέρβους... Φάλαγγες πεζικού, κανόνια, άλογα, μεταγωγικά, αστυνομικά. χωροφύλακες, πυροβολητές χωρίς κανόνια, φαντάροι χωρίς τουφέκια, άνθρωποι και ζώα όλοι ανακατωμένοι, κατατσακισμένοι, αποκαρδιωμένοι, με τη σφραγίδα της ήττας στα σκυμμένα κεφάλια τους περνούσαν σε διαδοχικά και ατέλειωτα μπουλούκια χωρίς καμιά τάξη και σειρά. Τα αξιοθρήνητα λείψανα του υπερήφανου Αυτοκρατορικού Στρατού ένα πια σκοπό είχαν: τη φυγή».
Πέρα από τις επικής διάστασης εικόνες είναι διάχυτη στο απόσπασμα η συμπάθεια για τους ξεριζωμένους είναι η ίδια η ανθρώπινη καλοσύνη που θα κάνει τον Πολύκαρπο να επιδιώξει την προστασία των Τούρκων της Φλώρινας. Μόνο που δέκα χρόνια μετά στη Μικρά Ασία δε θα υπάρξει ανταπόδοση αυτής της γενναιοφροσύνης. Κι εκείνος ο ξεριζωμός θα σημαδέψει ανεξίτηλα το μέλλον του ελληνισμού.
Απο δω και πέρα, όπως ιστορεί στις αναμνήσεις του ο Παναγιώτης Δραγουμάνος, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων της περιόδου, η εμπροσθοφυλακή του Συντάγματος εισήλθε στις 14 μ.μ. στην πόλη, αφόπλισε τους τούρκους, συνέλαβε 1.300 οπλίτες αιχμαλώτους, ενώ μέρος του συντάγματος που διοικούσε ο αντισυνταγματάρχης Ζαχαρόπουλος διατέθηκε για τη φρούρηση των αιχμαλώτων και των καταστημάτων. Τότε ήλη Σέρβων ζήτησε να διανυκτερεύσει στην πόλη κάτι που επιτράπηκε. Τέλος στις 8 Νοεμβρίου μπήκε στην πόλη ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος ο οποίος έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Οι κάτοικοι κατά την αφήγηση τον Δραγουμάνου καταπατούσαν τα τούρκικα φέσια τους για να δείξουν πως είναι πλέον ελεύθεροι. Ακολούθησε δοξολογία στο τέμενος του ελληνισμού τον Άγιο Γεώργιο. H δοξολογία αυτή σηματοδότησε την αρχή του ελεύθερου βίου των κατοίκων της Φλώρινας. Και ήταν σημαντικό να θυμηθούμε ότι οι πρόγονοί μας κατέκτησαν την ελευθερία αυτή γιατί την άξιζαν, γιατί όλοι, σλαβόφωνοι ή βλαχόφωνοι, 'Έλληνες στη ψυχή και στο φρόνημα. Τη λαμπρή αυτή κληρονομιά κληροδότησαν μέσα από αγώνες, έργα παρακαταθήκες, τρόπαια νικών αλλά και επιτύμβια θυσιών σ’ εμάς τους μεταγενέστερους.
Χρέος λοιπόν ιερό όλων μας να συνεχίσουμε να φυλάμε τις δικές τους Θερμοπύλες αντιπαρατιθέμενοι σε κάθε απόπειρα σπίλωσης της πολιτιστικής μας ταυτότητας, χάλκευσης της εθνικής μας μνήμης και φαλκίδευσης της πατρογονικής μας κληρονομιάς. Γιατί όπως λέει ο Ανδρέας Κάλβος «θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία».
Πίσω από την Εθνική Τράπεζα λειτουργεί η Δημοτική Αγορά, «ΤΟ παζάρι». Αξίζει μια επίσκεψη για ψώνια και αν είναι Τετάρτη και Σάββατο η ποικιλία των προϊόντων είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Είναι η μέρα που έρχονται οι γυναίκες, τοπικοί παραγωγοί, με τα γνήσια προϊόντα της Φλωρινιώτης γης και ενίοτε με τις παραδοσιακές ενδυμασίες τους από τον άξονα Σκοπιάς, Πολυποτάμου και Υδρούσας φέρνουν και πωλούν τα καλούδια τους από όλο τον Νομό.
Ένα παζάρι με γιαγιάδες από τα γύρω χωριά που διαλαλούν τσούσκες, καυτερές πιπεριές και πολλά άλλα εκλεκτά ντόπια
προϊόντα. Είτε θέλετε να ψωνίσετε κάτι είτε όχι, κατεβείτε στη λαϊκή να ζήσετε αυτό το παζάρι, να αισθανθείτε τις μυρωδιές του, τις φωνές και τα παζαρέματα, τα χρώματα κάθε λογής.
Η Κέλλη -καθαρεύουσα Κέλλα, (παλαιά ονομασία Γκορνίτσοβο) είναι ένα χωριό του νομού Φλώρινας που ανήκει στον δήμο Αμυνταίου. Έχει 805 κατοίκους (Απογραφή 2001). Το χωριό βρίσκεται 27 χιλιόμετρα ανατολικά από την Φλώρινα και 22 χιλιόμετρα από το Αμύνταιο.Το χωριό είναι κτισμένο σε υψόμετρο 934 μέτρων.
Το όνομα του οικισμού θεωρείται ότι προέρχεται από τη λατινική λέξη cella (= κελάρι), καθώς το χωριό μοιάζει με κλειστό χώρο σαν κελάρι, όπως είναι κτισμένο σε κοιλάδα που οριοθετούν τρία βουνά.
Οι κάτοικοι τον χωριού Κέλλη υπέστησαν πολλά κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Αγωνίσθηκαν για την διατήρηση του ελληνισμού, για την ορθοδοξία, και για τις οικογένειές τους. Πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες, είτε ως αγγελιοφόροι, είτε ως τροφοδότες των ελληνικών σωμάτων. Και το μαρτυρικό τούτο χωριό είχε θύματα που δολοφονήθηκαν άνανδρα, όπως οι: Χρήστος Σαπουντζής, Χριστόπουλος Κων/νος του Μιχαήλ, ο Ρώμας Κων/νος, Ντίνος Ιωάννου, Μέτσης Κων/νος, και Γιώργος Παπάς ο οποίος οδηγήθηκε στη Βεύη από τον αρχικομιτατζή Τζόλε και αφού βασανίστηκε άγρια πέθανε μαρτυρικά, μέσα σε πυρακτωμένο κλίβανο. O Δίνας Αθανασίου Ρώμας βρήκε οικτρό θάνατο με τσεκούρι στις 26 Μαΐου 1903 ενώ πήγαινε στο Αμύνταιο.
Ανεκτίμητες υπηρεσίες στον αγώνα πρόσφεραν ο Πέτρος Παπαναστασίου, ο οποίος ήταν στο σώμα του καπετάν Καραβίτη και Ρέμπελου. 'Έξω από την Κέλλη έγινε σκληρή μάχη, όπου συνεπλάκησαν με τους ανθέλληνες και σκοτώθηκαν αρκετοί Κρήτες, συνελήφθη δε ο οδηγός τους Γρηγόρης Σαπουντζής, ο οποίος βασανίστηκε. O Γρηγόρης ήταν αγγελιοφόρος των ελληνικών σωμάτων και συμμετείχε πολλές φορές σε μάχες, με το σώμα του Ρέμπελου. Επίσης πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες η Καλλιόπη Στούμπου του Παντελή και ο Παντελής Τράϊκου τον Κων/νου ο πατέρας του σκοτώθηκε σε συμπλοκή. O Γεώργιος Κύριας του Αθανασίου, ήταν αγγελιοφόρος και τροφοδότης, προσφέροντας στον αγώνα πολλές υπηρεσίες.
Απογραφές Πληθυσμού στην Κέλλη: 1913 - 1.103 άτομα 1920 - 1.095 άτομα 1940 - 1.577 άτομα 1951 - 1336 άτομα 1961 - 1.680 άτομα 1971 - 1.064 άτομα 1981 - 877 άτομα
Πηγές:
Gorničevo [Αυστριακός Χάρτης]. Γκορνίτσοβον καζά Φλωρίνης, χριστιανικός οικισμός [Χάρτης Κοντογόνη].
Γκορνίτσοβον Φλωρίνης: «έχει 100 οικογενείας χριστιανικάς, εκκλησίαν και 4 καλά χάνια, έτι δε και σταύλους εν ταις οικίαις» [Σχινάς 1886].
Gornitzevo, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].
Γκορνίτσοβο, το 1902 είχε 116 οικογένειες [Πετσίβας].
Γορνίτσοβον, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και μικτό χωριό (εξαρχικών και πατριαρχικών) μετά. Προσήλθαν στο πατριαρχείο 30-35 οικογένειες [Προξενείο Μοναστηρίου 1908].
Γκορνίτσοβον Φλωρίνης, 120 ορθόδοξοι Έλληνες και 600 ορθόδοξοι Έλληνες τρομοκρατούμενοι υπό των Βουλγάρων από το 1904 [Χαλκιόπουλος 1910].
Γορνίτσοβον Σόροβιτς, 1.103 άτομα (580 άρρενες και 523 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].
Γκορνίτσοβον Φλωρίνης, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα [ΦΕΚ 259 / 21.12. 1918].
Γκορνίτσοβον Φλωρίνης, 983 άτομα (464 άρρενες και 519 θήλεις). 189 οικογένειες [Απογραφή 1920].
Μετονομασία του οικισμού από Γκορνίτσοβον σε Κέλλη [ΦΕΚ 55 / 15. 2. 1926].
Κέλλη (Γκορνίτσοβον) Φλωρίνης, 1.093 άτομα (499 άρρενες και 594 θήλεις), εκ των οποίων τρεις ήταν πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (οι δύο άρρενες). Ομοδημότες ήταν 1.074 και 19 ετεροδημότες. Απογράφηκαν αλλού 92 δημότες [Απογραφή 1928].
Κέλλα Φλωρίνης, 1.577 άτομα (771 άρρενες και 806 θήλεις) [Απογραφή 1940].
Από το χωριό ήταν ο βοεβόδας Τάνε Κλιάντσεφ, η τσέτα του οποίου αριθμούσε 35 άντρες [Δραγούμης, 176].
Στις 7 Αυγούστου 1903, ο οθωμανικός στρατός συγκρούστηκε στο χωριό με αυτονομιστές και σκότωσε εννέα από αυτούς [Δραγούμης, 222].
Το χωριό γνώρισε την πρώτη επίθεση ελληνικής ένοπλης ομάδας, στις 3 Ιουνίου 1906 [Dakin, 342].
Τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου 1906 οι ομάδες των οπλαρχηγών Βαγγέλη Νικολούδη και Γιάννη Καραβίτη επιτέθηκαν το χωριό για δεύτερη φορά. Οι Έλληνες είχαν ξεκινήσει από το χωριό Νέγκοβαν, με διαταγή (του προξενείου Μοναστηρίου) να κάψουν το Γκορνίτσεβο. Μάλιστα ένα άλογο ήταν φορτωμένο δοχεία με πετρέλαιο. Το σχέδιο της ελληνικής οργάνωσης έχει γίνει ωστόσο γνωστό στον οθωμανικό στρατό, από δηλώσεις κομπασμού του οδηγού των ελληνικών σωμάτων Γρηγόρη Σαπουντζή, σε κάποιους μουσουλμάνους γνωστούς του: «θα μεταβώ να κάψω το χωριό». Μόλις οι Έλληνες μπήκαν στο Γκορνίτσεβο, οι οθωμανοί στρατιώτες τους περίμεναν. Ακολούθησε μάχη, κατά την οποία οι πρώτοι είχαν δώδεκα νεκρούς, μεταξύ των οποίων και τον οπλαρχηγό Νικολούδη [Προξενείο Μοναστηρίου, 5/8/1906, έγγραφο 511. Καραβίτης, 457-459. ΔΙΣ, 222. Dakin, 340-341. Βακαλόπουλος Β, 216].
Στις 25 Ιουνίου 1907, το μέλος της ελληνικής οργάνωσης Σάββας Χατζηχαρίσης δολοφόνησε το βοεβόδα Κλιάντσεφ από το Γκορνίτσεβο [δισ, 245].
Τον επόμενο μήνα σκοτώθηκε από τον οθωμανικό στρατό στο Μορίχοβο, ο βοεβόδας Τάνε από το Γκορνίτσεβο [ΔΙΣ, 256 και Βακαλόπουλος Β, 283].
Γνωστοί πατριαρχικοί από το χωριό που συνεργάστηκαν με την ελληνική οργάνωση ήταν: ο δάσκαλος Παπανεκτάριος που συμμετείχε στη ομάδα του Αντώνη Ζώη, ο Μήτσος Δρίλιας που σκοτώθηκε από την τσέτα του Τάνε το Μάιο του 1905 και ο πρώην ληστής και οπλαρχηγός των Ελλήνων Ζήσης Δημούλιος, που σκοτώθηκε στη Μπάνιτσα τον Απρίλιο του 1908 [ΔΙΣ, 164, 360, 377].
Γεννήθηκε στην Κέλλη της Φλώρινας το 1876. Ήταν γιος του Χρήστου Σαπουντζή, που το 1902 δολοφονήθηκε από τους κομιτατζήδες. Μετά το θάνατο τον πατέρα του, κατατάσσεται στο σώμα του καπετάν Ρέμπελου, με το γαμπρό του Μηνά Τσάλκο και συνεχίζει ασταμάτητα τον αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Από το 1904 έως το 1906 τον βρίσκουμε στο σώμα του I. Καραβίτη και μετά στο σώμα του Ε. Νικολούδη. Στις 14 Ιουλίου 1906 παίρνει μέρος στη μάχη του Γκορνίτσοβου (Κέλλης) με το σώμα τον Νικολούδη, όπου και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος και φυλακίζεται στο Μοναστήρι. Μετά πάροδο λίγων μηνών δραπετεύει από τις φυλακές και συνεχίζει τον αγώνα μέχρι το 1908. Στις 31/11/1908 με εντολή του κομιτάτου συμμετέχει στην εξόντωση του διαβόητου Βοεβόδα Τζόλε, στο κέντρο της Φλώρινας. Αργότερα δώρισε το σπίτι και το καφενείο του πατέρα του στην κοινότητα, με σκοπό να γίνει εκκλησία. Πρόκειται για το σημερινό Ιερό Ναό του Αγίου Αθανασίου στο κέντρο τον χωριού.
Γεννήθηκε στο Γκορνίτσοβο (σημερινή Κέλλη), το 1848. Υπήρξε άριστος συνεργάτης και τροφοδότης των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων της περιοχής, φανατικός υπερασπιστής της ελληνικής ιδέας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Για τις πεποιθήσεις του αυτές, ήταν ήδη γραμμένος στο μαύρο κατάλογο των κομιτατζήδων και γι' αυτό την 26 Ιουλίου τον 1902 δολοφονήθηκε άνανδρα μέσα στο μαγαζί του, που διατηρούσε στο χωριό. Άφησε γυναίκα και επτά παιδιά. Σύμφωνα με την επετηρίδα των αναγνωρισμένων Μακεδονομάχων του τότε Υπουργείου Στρατιωτικών ο Γρηγόριος Σαπουντζής του Χρήστου και Χρήστος Σαπουντζής αμφότεροι από την Κέλλη Φλώρινας είναι αναγνωρισμένοι πράκτορες οργάνου Α' τάξεως του Μακεδονικού Αγώνα.
Ο Στέργιος (Τέγος) Σαπουντζής γεννήθηκε το 1877 στο Γκορνίτσοβο (Κέλλη) Φλώρινας.
Η πατρική τον οικογένεια καταγόταν από το χωριό Κέλλη. O παππούς του ήταν ο αρχηγός της οικογένειάς του, που αποτελούνταν από πολλά μέλη. Ένας από τους θείους του, ο Χρήστος δολοφονήθηκε. Δραστηριοποιήθηκε στον ένοπλο αγώνα κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων, ήδη από το 1903, χρονιά κατά την οποία εντάχθηκε ως οπλίτης στο σώμα του γαμπρού του, οπλαρχηγού Μηνά Τσάλκου, που δρούσε στην περιοχή Αμυνταίου. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Φλώρινα, όπου διατέλεσε διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Φλωρίνης και ανέλαβε να συντονίζει τις Ελληνικές κινήσεις στην περιοχή της Φλώρινας. Συνεργάσθηκε με τον εκπρόσωπο του Μακεδονικού Αγώνα Βασίλειο Μπάλκο, ο οποίος χρημάτισε καθηγητής στο οικοτροφείο ημιγυμνάσιο της Μοδεστείου Σχολής Πισοδερίου. Μετά την αποχώρηση του Μπάλκου, ο Τέγος ανέλαβε να διευθύνει τον αγώνα, συνεργαζόμενος με τον Μητροπολίτη Πολύκαρπο και άλλους προκρίτους.
Πολλές φορές συνεργάστηκε σε επιχειρήσεις με τους οπλαρχηγούς Ευάγγελο Νικολούδη και Ιωάννη Καραβίτη. Ήταν ένθερμος αγωνιστής και πατριώτης.
Στις 15 Ιουλίου του 1906 οργάνωσε την επιχείρηση του Γκορνιτσόβου (Κέλλης), συντονίζοντας τα σώματα των Ευ. Νικολούδη και Ι. Καραβίτη. Στη γενέτειρα του Τέγου Σαπουντζή, κρύβονταν Βουλγαρικά σώματα με την ανοχή μέρους των κατοίκων. Έτσι σε συνεννόηση με το Ελληνικό Προξενείο Μοναστηρίου και τον πρόξενο Νικόλαο Ξυδάκη, συναποφασίστηκε η επίθεση στο χωριό. Η επιχείρηση όμως προδώθηκε, καθώς ο Στ. Σαπουντζής στον ενθουσιασμό του, εκμυστηρεύτηκε σε δύο Οθωμανούς, γνωστούς του, ότι προτίθεται να επιτεθεί στο Γκορνίτσοβο. Έτσι κατά την είσοδο των Ελληνικών σωμάτων, συνάντησαν Οθωμανικό στρατιωτικό απόσπασμα. Ακολούθησε σφοδρή μάχη κατά την οποία οι Έλληνες είχαν δώδεκα νεκρούς, μεταξύ των οποίων και τον Ευάγγελο Νικολούδη. Ο Στέργιος Σαπουντζής συνελήφθη και φυλακίστηκε στις φυλακές Μοναστηρίου, από τις οποίες δραπέτευσε λίγο αργότερα.
Όταν δολοφονήθηκε στη Φλώρινα ο περιβόητος εγκληματίας Τζόλε Γκέργκες την παραμονή του έτους 1909, καταδιωκόμενος από τους Τούρκους έφυγε στην Αθήνα. Όταν επέστρεψε συνελήφθη και φυλακίστηκε στις φυλακές του Μοναστηρίου. Οι Τούρκοι είχαν αντιληφθεί ότι εργάζονταν στον Μακεδονικό αγώνα ως πρωτεργάτης. Εκεί αθωώθηκε χάρη στην φιλία που είχε με τον φιλέλληνα Τούρκο Ιζέτ Πασά. Στον πόλεμο του 1912, συνελήφθη και πάλι από τους Τούρκους για να αφεθεί ελεύθερος αργότερα.
Πριν καταληφθεί η Φλώρινα από τους Έλληνες, ο Μητροπολίτης, ο Τέγος, και Μουφτής συνεδρίασαν κι αποφασίστηκε να σταλεί επιτροπή στο Αμύνταιο με τον Αρχιμανδρίτη Παπαθανάση Παπαθανασίου και άλλους προκρίτους, να παρακαλέσουν τον Διοικητή να επισπεύσουν το συντομότερο να καταλάβουν την Φλώρινα. Μετά την απελευθέρωση, διορίστηκε δήμαρχος της πόλεως της Φλώρινας, τιμής ένεκεν για τους εθνικούς αγώνες του και για την ικανότητά τον. Στα πλαίσια της Θητείας του ως δημάρχου συνετέλεσε στην ανέγερση του Δημοτικού Νοσοκομείου, καθώς και για τον εξοπλισμό του με επιστημονικά όργανα. Απεβίωσε την 20η Ιανουαρίου 1960.
Πηγές
Εκλογικός κατάλογος του δήμου Φλώρινας του 1914
Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος (επιστημονική επιμέλεια), Αφανείς, γηγενείς Μακεδονομάχοι, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008, σσ. 168, 169
Γεώργιος Πετσίβας (επιμέλεια), Ιωάννη Καραβίτη, Ο Μακεδονικός Αγών, Αθήνα 1994, τόμος Α΄, σελ. 314
Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα 1979, σελ. 222
Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος (επιστημονική επιμέλεια), Αφανείς, γηγενείς Μακεδονομάχοι, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 169
Γεώργιος Πετσίβας (επιμέλεια), Ιωάννη Καραβίτη, Ο Μακεδονικός Αγών, Αθήνα 1994, τόμος Α΄, σελ. 314
Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα, Αθήνα 1979, σελ. 222
Στις υπώρειες του Καϊμακτσαλάν, στο έμπα του φθινοπώρου, σε μια μαγική βραδιά από μεγάλους Έλληνες μουσικούς, σε μια λίμνη που δένει τους θρύλους της πρωτοΜακεδονίας με τους δρόμους του κρασιού που έφτασαν από τα αρχαία χρόνια στις μέρες μας διοργανώθηκε με απόλυτη επιτυχία το 1ο Φεστιβάλ Βεγορίτιδας.
Πάνω σε μια πλωτή εξέδρα στις όχθες της λίμνης Βεγορίτιδας, που έφτιαξε με εξαιρετική φροντίδα ο Ελληνικός Στρατός, με την αμέριστη βοήθεια του στρατηγού Φράγκου Φραγκούλη, που έξησε τα παιδικά του χρόνια στον Άγιο Παντελεήμονα, η «Ορχήστρα του Δρόμου» παρουσίασε τις μουσικές και τα τραγούδια που έχουν γράψει η Ρεμπούτσικα και ο Καλαντζόπουλος με την νέα δυναμική φωνή της Ματούλας Ζαμάνη.
Ορχηστρικά, βαλς χρωματισμένα με χάλκινα, ηλεκτρικές κιθάρες, βιολί και ακορντεόν, ανέκδοτα τραγούδια αλλά και γνωστές μελωδίες που σημάδεψαν τη ζωή τους σε μία ηλεκτρική μελοδραματική παράσταση!
Την «Ορχήστρα του Δρόμου» αποτελούσαν οι αναντικατάστατοι:
* Φέργκους Κάρυ - κοντραμπάσο,
* Νίκος Παπαβρανούσης - τύμπανα,
* Ανδρέας Συμβουλόπουλος - πιάνο, ακορντεόν και κρουστά.
* Παντελής Στόικος στην τρομπέτα και ο
* Θάνος Σταυρίδης στο ακορντεόν
Σ’ αυτή τη μαγική βραδιά, μετά από απόφαση του Δήμου Αμυνταίου που την εκδήλωση συνδιοργάνωσε με τον «Οργανισμό Πολιτιστικών Εκδηλώσεων Πρεσπών – Φλώρινας», τιμήθηκε ο Ολυμπιονίκης Ηλίας Ηλιάδης, που στέφθηκε πριν λίγες μέρες παγκόσμιος πρωταθλητής του τζούντο στο Παρίσι. Το Αμύνταιο τιμώντας τον Ολυμπιονίκη μας αποφάσισε το νέο γυμναστήριο που ανεγείρεται στο Φιλώτα να το ονομάσει «Ηλίας Ηλιάδης». Την τιμητική βράβευση του Δήμου ακολούθησε έκτακτη τιμητική βράβευση για τον σπουδαίο αθλητή από τον Αρχηγό του ΓΕΣ κ. Φραγκούλη Φράγκο. Ο Ηλίας Ηλιάδης είναι υπολοχαγός του Ελληνικού Στρατού.
Ο χαρακτήρας του φεστιβάλ της Βεγορίτιδας θα είναι στο μέλλον αναπτυξιακός και πολιτιστικός. Η Φλώρινα αλλά και η Έδεσσα θα παρουσιάζουν τα παραδοσιακά τους προϊόντα και θα δένουν το χθες με το σήμερα, τους θρύλους της πρωτοΜακεδονίας με τη σημερινή δύσκολη εποχή. Εδώ παράγονται και θα προσφερθούν τα υπέροχα ξινόμαυρα που είναι γνωστάσε όλον τον κόσμο.