Ο καιρός της Φλώρινας

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Μοναδικές αρχαιολογικές μαρτυρίες για τη Λύγκο των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων

Από το 2010 η  Εφορεία Αρχαιοτήτων Φλώρινας διενεργεί εποπτεία και παρακολούθηση των εκσκαφικών εργασιών, που πραγματοποιούνται για την εξόρυξη λιγνίτη στο πεδίο του ορυχείου της Αχλάδας. Η έρευνα μέχρι και σήμερα χρηματοδοτείται από την Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας Α.Ε.

Τον Δεκέμβρη του 2014, κάτω από οικοδομικά κατάλοιπα ρωμαϊκών χρόνων, εντοπίστηκε οργανωμένο νεκροταφείο με ευρήματα εντυπωσιακά, που φωτίζουν άγνωστες μέχρι σήμερα πτυχές του πολιτισμού που αναπτύχθηκε στη Λυγκηστίδα κατά την Αρχαϊκή και Κλασική Εποχή.
Την ύπαρξη αρχαίου οικισμού και ταφών στην αριστερή όχθη του Γεροπόταμου είχαν επισημάνει από παλιά οι ερευνητές. Ο χώρος ήταν γνωστός στην αρχαιολογική υπηρεσία ως νεκροταφείο ρωμαϊκών χρόνων, από τα οστά ανθρώπινων σκελετών που διακρίνονταν στην κοίτη ενός ρέματος, καθώς και από τις ταφικές ενεπίγραφες στήλες του 2ου και 3ου αι. μ.Χ που βρέθηκαν στην περιοχή, πολλές από τις οποίες εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Φλώρινας. Οι αναφορές των γραμματειακών πηγών στην αρχαία Λυγκηστίδα είναι ελάχιστες, ενώ έλλειπαν και τα αρχαιολογικά ευρήματα  που θα συμπλήρωναν τις ιστορικές μας γνώσεις για την περιοχή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο που προηγήθηκε της ενοποίησης του μακεδονικού κράτους από τον Φίλιππο Β΄. Μέχρι πρόσφατα, λόγω έλλειψης δεδομένων, επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη ότι η  περιοχή ήταν κοινωνικά και πολιτισμικά απομονωμένη.
Από τους αρχαίους συγγραφείς γνωρίζουμε τον διαχωρισμό της Μακεδονίας σε ορεινή – Άνω– και πεδινή –Κάτω- Μακεδονία. Οι σύγχρονοι νομοί Καστοριάς, Φλώρινας, Κοζάνης και Γρεβενών ανήκαν στην Άνω Μακεδονία. Μέσα στα γεωγραφικά όρια των παραπάνω νομών κατοικούσαν οι Ορέστες, οι Λυγκηστές, οι Εορδοί, οι Τυμφαίοι και οι Ελιμιώτες. Η Άνω Μακεδονία, απαρτιζόταν από ιδιαίτερα βασίλεια που τα αποτελούσαν συγγενικές φυλετικές ομάδες – έθνη, οργανωμένα με κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Η μακεδονική κοινωνία παρέμεινε βασισμένη στην αριστοκρατική δομή των γενών με άξονα συνοχής τη βασιλική εξουσία και διατήρησε τη φυλετική οργάνωση σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, ακόμα και μετά την ενσωμάτωση των τοπικών βασιλείων στο κράτος των Αιγών το 358 π.Χ από τον Φίλιππο Β’. Σύμφωνα με τον Στράβωνα, οι Λυγκηστές κατάγονται από τους Βακχιάδες, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την Κόρινθο στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Πρώτος γνωστός βασιλιάς της Λυγκηστίδας στα μέσα του 5ου αι. π.Χ., είναι ο γιος του Βρομερού, Αρραβαίος Α΄, εγγονή του οποίου θεωρείται η Ευρυδίκη, η μητέρα του Φίλιππου του Β΄. Η παράδοση αυτή έχει καταγραφεί στους μύθους και προβάλλει τη σχέση των κατοίκων της ορεινής Μακεδονίας με τη βορειανατολική Πελοπόννησο και την καταγωγή των βασιλικών οίκων (Τημενίδες των Αιγών, Βακχιάδες των Λυγκηστών) από τον Ηρακλή και το Άργος ή την Κόρινθο αντίστοιχα.
Η ανασκαφή στην Αχλάδα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι ταφές έχουν ξεπεράσει τις 170. Πρόκειται για ενταφιασμούς, με τα οστά κατά κανόνα σε κακή κατάσταση διατήρησης. Εκτείνονται χρονολογικά από τον 6ο μέχρι τον 4ο αι. π.Χ. και τα έθιμα ταφής παρουσιάζουν σαφέστατες ομοιότητες με άλλα νεκροταφεία της ίδιας περιόδου στη Μακεδονία, όπως στη Σίνδο, στις Αιγές, στο Αρχοντικό της Πέλλας και στην Αιανή. Σύμφωνα με τα ταφικά έθιμα των Μακεδόνων, ο νεκρός θάβεται με τα προσωπικά του κοσμήματα και αντικείμενα, που αποτελούν σύμβολα κύρους, αλλά και με αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν κατά τις ταφικές τελετές και παραπέμπουν σε δοξασίες για τη μετά θάνατον ζωή.

Οι άνδρες θάβονται με τα όπλα τους προβάλλοντας το ιδεώδες του πολεμιστή και οι γυναίκες με τα κοσμήματά τους. Οι πολεμιστές συνοδεύονται από ένα ή δύο δόρατα ή ακόντια, από σιδερένια ξίφη και μαχαίρια, οπλισμό που υπαινίσσεται πραγματικούς ανταγωνισμούς για κυριαρχία και κατοχύρωση εδαφικών κτήσεων. Τα όπλα, τα κοσμήματα, τα χρυσά ελάσματα χαρακτηρίζουν το φύλο και την κοινωνική υπόσταση του νεκρού, ενώ τα πήλινα και χάλκινα αγγεία, ειδώλια και σκεύη, σχετίζονται με ταφικές τελετουργίες και αντιλήψεις για τη μεταθανάτια ζωή. Βρέθηκαν χρυσά επιστόμια και εποφθάλμια με έκτυπη και στικτή διακόσμηση, χρυσοί ρόδακες και δισκάρια για τη διακόσμηση της ενδυμασίας, χρυσά και επάργυρα σκουλαρίκια. Τα επιστόμια, τα εποφθάλμια και τα υπόλοιπα ελάσματα συνδέονται πιθανότατα με τη διαδεδομένη αντίληψη ότι ο χρυσός έχει προστατευτική δύναμη. Λόγω της αφθαρσίας του είχε από πολύ νωρίς συνδεθεί με την έννοια της αθανασίας και της αιωνιότητας.
Χρυσός ρόδακας-που βρέθηκε στο ύψος     του στήθους του νεκρού
Τριγωνικό επιστόμιο.











Μεγάλος είναι ο αριθμός των χάλκινων κοσμημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται πόρπες και περόνες για τη συγκράτηση των ενδυμάτων, δαχτυλίδια απλά ή με παραστάσεις στη σφενδόνη, σκουλαρίκια και βραχιόλια απλά, αλλά και πολύσπειρα.
Χρυσά σκουλαρίκια

Τα αγγεία, πήλινα και χάλκινα, βρίσκονται συνήθως τοποθετημένα κοντά στα πόδια. Στις πρωιμότερες ταφές τα πήλινα αγγεία προέρχονται κυρίως από τοπικά εργαστήρια και περιλαμβάνουν σχήματα που έχουν  μεγάλη  διάρκεια και μακρά παράδοση στον Βορειοελλαδικό χώρο κατά τους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους.Τα αρχαιότερα μέχρι στιγμής εισαγμένα πήλινα αγγεία είναι προϊόντα του κορινθιακού κεραμικού εργαστηρίου, προορίζονται για αρωματικά έλαια και αλοιφές και χρονολογούνται στον 6ο και τον πρώιμο 5ο αι. π.Χ. Από το σύνολο της κεραμικής της Αχλάδας προκύπτει ότι η πλειονότητα των τεχνιτών ήταν ντόπιοι που δέχτηκαν επιρροές από μεγάλα καλλιτεχνικά κέντρα, όπως της Ιωνίας, της Κορίνθου και της Αθήνας, περιοχές με τις οποίες οι Μακεδόνες είχαν στενές εμπορικές σχέσεις. Οι ντόπιοι τεχνίτες υιοθετούσαν κοινούς τύπους  και μοτίβα, η απόδοση των οποίων υπήρξε ανάλογη με το βαθμό αφομοίωσης των καλλιτεχνικών ρευμάτων σε συνδυασμό με τις τοπικές ιδιομορφίες και παραδόσεις. Στη Μακεδονία δρούσαν κατά τα αρχαϊκά χρόνια και ξένοι τεχνίτες, χρυσοχόοι, κεραμείς, κοροπλάστες, οπλουργοί κ.λπ.
Οι ταφές του 4ου αι. π.Χ. συνοδεύονται από πολλά αττικά αγγεία, με σχήματα ιδιαίτερα δημοφιλή πανελλαδικά σε νεκροταφεία αυτής της περιόδου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας μελαμβαφής κάδος με πλαστικό διάκοσμο, με ανάγλυφη κεφαλή στην απόληξη της λαβής και σουρωτήρι στην εκροή, ο οποίος μιμείται μεταλλικά πρότυπα. Επίσης, ένα πλαστικό αγγείο σε σχήμα κεφαλής κριού και ερυθρόμορφη διακόσμηση με φύλλα κισσού στον λαιμό.
Πλαστικό κύπελο με μορφή κριαριού
Κορινθιακός αρύβαλλος

Κορινθιακό εξάλειπτρο αγγείο για αρωματικές αλοιφές
Τα ευρήματα της Αχλάδας πιστοποιούν συστηματικές εμπορικές και πολιτιστικές επαφές με σημαντικά κέντρα της νότιας Ελλάδας και των αποικιών, επαφές που επηρεάζουν εμφανώς την εγχώρια παραγωγή και αναδεικνύουν μια εικόνα χωρίς διαφορές σε σχέση με τα νεκροταφεία της ίδιας χρονολογικής περιόδου στον υπόλοιπο μακεδονικό χώρο.
Όπως αποδείχτηκε, η γη της Αχλάδας έκρυβε πολλές απαντήσεις και η τρέχουσα έρευνα συμπληρώνει με μοναδικό τρόπο τα κενά των πηγών για την ιστορία της Μακεδονίας και την εθνική ταυτότητα των Μακεδόνων. Από κοινού με τα ευρήματα της γειτονικής Αιανής, το ταφικό σύνολο της Αχλάδας εμπλουτίζει τον αρχαιολογικό χάρτη της περιοχής, τεκμηριώνει την ιστορική γνώση και σκιαγραφεί τη φυσιογνωμία του ελληνισμού της Άνω Μακεδονίας. Τα πρόσφατα μοναδικά για την περιοχή ευρήματα προβάλλουν γλαφυρά τον ενιαίο χαρακτήρα του ελληνικού πολιτισμού και αποδεικνύουν ότι, παράλληλα με τους Μακεδόνες της Κάτω Μακεδονίας, τα βασίλεια της Άνω Μακεδονίας, χαρακτηρίζονται στον 6ο και 5ο π.Χ. αι. από εύρωστη οικονομία και υψηλό βιοτικό και πολιτιστικό επίπεδο.
Λιάνα Γκέλου,
αρχαιολόγος Εφ. Α. Φλώρινα

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Η εγκατάσταση των Κιουταχειωτών στη Φλώρινα -Αρχιμ. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης



Αρχιμ. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης
Ήταν πολύ οδυνηρό το μήνυμα που έφθασε στην Κιουτάχεια ανήμερα της Παναγιάς το 1922, ότι το μικρασιατικό μέτωπο έσπασε. Έγινε ο τελευταίος εσπερινός το απόγευμα και την άλλη μέρα άρχισε η έξοδος. 16 Αυγούστου 1922. Ο Έλληνας διοικητής της Κιουτάχειας δεν επέτρεψε να ανεβούν οι πρόσφυγες στα βαγόνια που ήλθαν από το Εσκί Σεχίρ, με το “ακατανίκητο” επιχείρημα ότι ο ελληνικός στρατός είναι αήττητος.[1]

Γι’ αυτό μάζεψαν την ψυχή και τα δάκρυά τους και, μετά τον ύστατο χαιρετισμό των νεκρών στο κοιμητήριο, πήραν την στράτα στην δημόσια οδό Κιουτάχειας-Ινονού. Έγκυες γυναίκες, παιδιά -πολλά απ’ αυτά ορφανά-, βρέφη -ακόμη και αρτίτοκα- νέοι, γέροντες, άνδρες, όλοι μία μακάβρια φάλαγγα, με τα όνειρά τους χαμένα και τις ελπίδες σβησμένες. Πόσο σκληρό είναι ν’ αφήνεις την πατρίδα σου και να τραβάς στο άγνωστο! Και πόσο αναπάντεχο ήταν για όσους παραθέριζαν στα λουτρά της ΄Ιλιτζα -είκοσι χιλιόμετρα μακριά από την Κιουτάχεια- οι οποίοι αναγκάσθηκαν να φύγουν όπως ήσαν, χωρίς την δυνατότητα να πάρουν αυτά που είχαν στα σπίτια τους! Ένα πλήθος ανθρώπων που έχαναν τις εστίες και τις περιουσίες τους, αλλά έπαιρναν μαζί τους τον δυναμισμό, την πνοή του μικρασιατικού αέρα, την αθάνατη ψυχή τους που έμενε στητή και ολόρθη μπρος στον δυνάστη. Πολλοί έπαιρναν τα τιμαλφή τους, όμως άλλοι σφικτά κρατούσαν την ακριβή περιουσία τους, τα παιδιά τους, σαν την μάνα από την Καππαδοκία που μας απαθανατίζει ο Βενέζης:
 -Κυρά μ’, γιατί έχεις τα παιδιά δεμένα έτσι;
-Κι εγώ τα έλεγα:
 -Γιατί τα έχω δεμένα; Εσείς έχετε τις λίρες σας στα μέσα σας δεμένα, κι εγώ έχω τα παιδιά μ’ δεμένα στα μέσα μου. Εσείς κουβαλάτε τις λίρες σας, κι εγώ τα παιδιά μ’. [2]
Εγκατέλειπαν ξοπίσω τους εστίες, νεκρούς, αλλά και τους ζωντανούς νεκρούς στα τάγματα εργασίας, περί των οποίων γράφει ο Αναστάσιος Εφραιμίδης ότι από τους οκτακόσιους σαράντα Κιουταχειώτες «γλίτωσαν εκατόν πενήντα άτομα».[3] Άφηναν και μουσουλμάνους που η ψυχή τους ήταν γνήσια ορθόδοξη. Ιδού πώς τα αφηγείται ο αυτόπτης Αναστάσιος Εφραιμίδης, μικρό τότε παιδί:
Όταν η φάλαγγα διέσχιζε την πόλη προς την έξοδο, και συγκεκριμένα όταν περνούσε τη μουσουλμανική συνοικία της άλλοτε ενορίας του Αγ. Γεωργίου, αντικρίσαμε μια μεγάλη συγκέντρωση από άνδρες και γυναικόπαιδα μουσουλ­μάνους. Μουσουλμάνοι αγκάλιαζαν χριστιανούς και οι χανούμισσες αγκάλιαζαν Ελληνίδες με δάκρυα και λυγμούς. Είχαν γίνει μια μάζα με την φάλαγγα, την οποία ακολούθησαν μέχρι τη δημοσιά.[4]
Μέσα στην περιπέτεια και στον πόνο τους, διά μέσου Προύσης και Μουδανιών, έφθασαν στην Ανατολική Θράκη και από εκεί διασκορπίσθηκαν στα διάφορα αστικά κέντρα της Ελλάδος. Τα κύματα της ιστορίας τούς πέταξαν στα βράχια της Ελλάδος, όπου ως “προσφυγκάκια” πάλεψαν με τις αντιξοότητες, την καχυποψία, την μιζέρια, ρίζωσαν και μεγαλούργησαν. Όπως έγραφε ο Η. Βενέζης, «γυμνοί, πεινασμένοι, ανέστιοι, δεν αφήσαμε να αφανιστεί η ψυχή μας και το σώμα μας. Λέμε πως, δόξα τω Θεώ, πορευτήκαμε καλά και δεν λυγίσαμε. Με το χέρι στην καρδιά μπορούμε να πούμε πως όταν ήρθε η ώρα να περάσουμε απ’ τη Στενή Πύλη περπατήσαμε με το μέτωπο ψηλά, γιατί είχαμε κάμει το χρέος μας».[5]
Στην Φλώρινα εγκαταστάθηκαν από το 1922, μολονότι μερικοί ήλθαν το 1923 και κάποιοι ακόμη και το 1928. Επέλεξαν την Φλώρινα, διότι η πόλη μας -όπως την αντίκριζες παλιά από το βουνό- μοιάζει πολύ με την Κιουτάχεια. Άλλωστε οι περισσότεροι στην Κιουτάχεια ήσαν επαγγελματίες, τεχνίτες, μικροβιοτέχνες και λίγοι γεωρ­γοί.
Κατοίκησαν κυρίως σε σπίτια που άφησαν ανταλλάξιμοι Τούρκοι, οι οποίοι αναχώρησαν με πολλή πίκρα, αλλ’ όχι με τον αυτό φόβο. Στάθηκαν στα πόδια τους, παλεύοντας για την επιβίωσή τους με όσες δυνάμεις τους είχε αφήσει η πίκρα του ξεριζωμού. Χαρακτηριστικό τους, που αποδίδεται στα βάσανα που πέρασαν, είναι το ότι δεν μιλούσαν πολύ για την πατρίδα, μολονότι μέσα τους σιγό­καιε η νοσταλγία. Ο φόβος, ο πόνος, οι αγωνίες που πέρασαν και ο χαμός των αγαπημένων τους κρατούσε τα στόματά τους ημίκλειστα.
Η Φλώρινα δεν τους κατέτρεξε, αλλά τους συμπαραστάθηκε. Όλοι μαζί αποτέ­λεσαν μία πόλη της πολυφωνίας, της πολυπαιδείας, παράδειγμα για όσους αμφισβητούν την δυνατότητα συνύπαρξης διαφορετικών τάσεων και καταβολών.
Στην Φλώρινα -σύμφωνα με έκκληση του Συλλόγου το 1953- εγκαταστάθηκαν περίπου 250 οικογένειες,[6] από τις οποίες αργότερα μερικές μετεγκαταστάθηκαν σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπως στις πόλεις Θεσσα­λονίκη, Βέροια, Ξάνθη, Κομοτηνή.
Τα βάσανά τους και οι ποικίλες ανάγκες τούς ένωσαν από νωρίς στη νέα πατρίδα. Συνασπίσθηκαν και ήδη από το 1925 ίδρυσαν Σύλλογο με την επωνυμία «Σύλλογος των εν Φλωρίνη προσφύγων Κιουταχιωτών». Η ζωή τους ήταν άμεσα συνυφασμένη με τον Σύλλογο, ο οποίος -ειδικά στα πρώτα σκληρά χρόνια- υπήρξε ο φύλακας άγγελός τους. Καθώς οι περισσότεροι ήσαν αγράμματοι, ο Σύλλογος πληρούσε τις ανάγκες επικοινωνίας με τις δημόσιες υπηρεσίες.
Αναδιφώντας στο αρχείο του Συλλόγου, θα δούμε τις δραστηριότητές του, αναπο­λώντας και θαυμά­ζοντας εκείνους τους ταπεινούς ανθρώπους που έφυγαν απ’ αυτή την ζωή, διατηρώντας την ελπίδα του ξαναγυρισμού στην πατρίδα.
Η μεγαλύτερη εξυπηρέτηση που έκανε ο Σύλλογος, ήταν η έκδοση πιστο­ποιητικών που αιτούνταν οι συμπατριώτες, η πλειονότητα των οποίων, όπως είπαμε, ήσαν αγράμματοι. Έτσι ο Σύλλογος εξέδωσε πιστοποιητικά για πάρα πολλές περιπτώσεις: Για απαλλαγή φόρου οικοδομής, αιτήματα πολλά ιδίως κατά τα έτη 1933 και 1934˙[7] για την οικογενειακή κατάσταση, προκειμένου κάποιος να εγγραφεί στα μητρώα του Δήμου ή να πιστοποιηθεί ότι είναι προστάτης˙ για πιστοποίηση ότι κάποιος είναι άστεγος, ήδη από το 1931, όταν ακόμη και το 1934 υπήρχαν δεκαεννέα άστεγοι Κιουταχειώτες˙[8] για πιστοποίηση ότι κάποιος είναι άγαμος˙ για πιστοποίηση ηλικίας˙ για απαλλαγή από στρατιωτικές υποχρεώσεις ως προστάτης˙ για πιστοποίηση απορίας, προκειμένου κάποιος να εγγραφεί ατελώς στο Γυμνάσιο˙ για χορήγηση αδείας επαγγέλματος (γεωργού)˙ για πιστοποίηση ότι κάποιος τυγχάνει πρόσφυγας, προκειμένου να εγγραφεί στα μητρώα του Δήμου, ως αδήλωτος˙ για πιστοποίηση νομίμων κληρονόμων ή χηρείας˙[9] για την παραλαβή μηνιαίας αποζημίωσης από τον Δήμο˙ για πιστοποίηση τελέσεως γάμου στην Κιουτάχεια, σε περιπτώσεις μη υπάρξεως των σχετικών πιστοποιητικών από την Κιουτάχεια˙ για πιστοποίηση πρόσφυγος και κληρονόμων.
Έτος καμπής ήταν το 1925, όταν, όπως προείπαμε, ιδρύθηκε ο Σύλλογος με την υπ’ αριθμ. 21/14 Φεβρουαρίου 1925 απόφαση του Πρωτοδικείου Φλώρινας και με την επωνυμία «Σύλλογος των εν Φλωρίνη προσφύγων Κιουταχιωτών». Το Καταστατικό τυπώθηκε το 1927 στο τυπογραφείο Σ. Μ. Κωνσταντινίδη. Σκοπός του Συλλόγου ήταν «η παροχή βοηθείας υλικής και ηθικής προς πάντας τους εν Φλωρίνη και τοις πέριξ εγκατεστημένους ή εγκαταστησομένους πρόσφυγας τους καταγομένους εκ Κιουταχείας της Μ. Ασίας». Ως ημέρα εορτής ορίζονταν «η ημέρα του Αγίου Μηνά 11 Νοεμβρίου, καθ’ ην τελείται Αρχιερατική λειτουργία και είτα δεξίωσις εν τω οικήματι του Συλλόγου». Η δε σφραγίδα του Συλλόγου έφερε την ονομασία του Συλλόγου «μετά της χρονολογίας της ιδρύσεως, εν τω μέσω δε την εικόνα του Αγίου Μηνά».
Πρώτος Πρόεδρος του Δ. Σ. του νέου Συλλόγου ήταν ο Βασίλειος Παρασκευαΐδης, Αντιπρόεδρος ο Μηνάς Πεπονίδης, Γενικός Γραμματεύς ο Θεοφάνης Ιωακειμίδης, Ειδικός Γραμματεύς ο Βασίλειος Τσακίρογλου, Ταμίας ο Πέτρος Παπαδόπουλος και Σύμβουλοι οι Γεώργιος Αβραμίδης και Λεωνίδας Σολακίδης.
Στην τρίτη συνεδρίαση του Δ. Σ. γράφεται επί λέξει:[10] «Απεφάσισαν να πιάσουν δικηγόρον εξ ανάγκης διότι έχουσι έλληψεις της γλώσσας ελληνικής εν η περί πτώση έχοντας μια δουλειά δια να πάγυ μαζή και να τοις εκτελέση». Γίνεται αναφορά στον εν Θεσσαλονίκη διαμένοντα Αχιλλέα Ησαϊάδη, ο οποίος ορίσθηκε εκπρόσωπος του Συλλόγου «εις τον Ομοσπονδιακόν Σύλλογον» και ανέλαβε την υποχρέωση «διά την γρηγοροτάτην ενέργειαν της αστογεωργίας». Στην δε τέταρτη συνεδρίαση αποφασίσθηκε να σταλεί κάποιος «δια να πη προφορικός εις τον αντιπρόσωπον τα χάλια των συμπατριωτών μας». Στην πέμπτη συνεδρίαση ομοίως γίνεται αναφορά στην «χειροτάτην κατάστασιν των συμπατριωτών».
Στην συνεδρία της 1ης Ιανουαρίου 1926 το Δ. Σ. αποφάσισε να διαγράψει από το μητρώο του Συλλόγου τις 21 οικογένειες που μετοίκησαν οικογενειακώς.
Στις 4 Απριλίου 1926 το Δ. Σ. του Συλλόγου απεφάσισε -του Βασιλείου Παρα­σκευαΐδη μένοντος ουδετέρου- να αποστείλει στον Θεόδωρο Πάγκαλο το εξής τηλεγράφημα: «Κιουταχιώται σύσσωμος τάσσονται παρά πλευρόν υμών».
Στις 8 Ιουλίου 1927 πρότεινε τον Στυλιανό Αγακίδη ως μέλος της «παρά τη Τραπέζη επιτροπής» για τους πρόσφυγες.
Στις 20 Απριλίου 1928 το Δ. Σ. αποφάσισε να δώσει από το ταμείο του Συλλόγου 375 δρχ. υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου.
Στην συνεδρία της 17ης Αυγούστου 1928 -υπό την προεδρία του Παρασκευά Χατζηεφραιμίδη- αποφάσισε το Δ. Σ. «ίνα δώση ψίφον σύμφωνα με το ψιφοδέλτιον του κόμματος των Φιλελευθέρων δηλαδή τους κ. κ. Γ. Μόδη και Μ. Χατζή Τάσην». Ενωρίτερα, στις 12 Αυγούστου, είχαν αποφασίσει «να πειθαρχίσωσι εις τον Συνδιασμόν των Φιλελευθέρων». Τα φίλα προς τους Φιλελεύθερους προσκείμενα κομματικά αισθήματα του Συλλόγου φαίνονται και από το Πρακτικό της 23ης Αυγούστου του αυτού έτους, σύμφωνα με το οποίο αποφασίσθηκε «να σταλή Συγχαριτήρια τηλεγραφικώς εις τον κ. Βενιζέλον».
Ο Σύλλογος, παράλληλα, δεν έπαυε να μεριμνά για την οικιστική αποκατάσταση των συμπατριωτών.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 1928 αποφασίσθηκε να σταλεί τηλεγράφημα στην Γενική Διεύθυνση Εποικισμού,[11] «διότι η διορισθείσα επιτροπή διά την ανέγερσιν αστικής στεγάσεως ακανονίστως έδωσε εις εργολαβείαν δια την ύδρισιν των οικίσκων». Παρομοίως στις 30 του αυτού μηνός αποφάσισε να σταλεί τηλεγράφημα στο Πολιτικό Γραφείο της Επιτροπής Αποκαταστάσεως για να καταγγείλει «τα παράπονα του Προσφυγικού Λαού» για το ότι ο εργολάβος που αναδείχθηκε για την κατασκευή 25 οικίσκων θέλησε να κάνει φθηνή εργασία και σκανδαλωδώς «εχώρησεν καθαρόν κέρδος 92.500 δραχ.», η δε δημοπρασία «εγένετο ακανονίστως» και «ο Πετρόπουλος δεν έδωσε αρμόζουσαν προσοχήν». Στις 9 και 14 Δεκεμβρίου 1928, το Δ. Σ. συσκέφθηκε επί εγγράφου του Γραφείου Ανταλλαγής Φλωρίνης για να υποδείξει ιδιώτες πρόσφυγες «παρά τη Τοπική Επιτροπή Εθνικής Τραπέζης» και υπέδειξε τρία μέλη.
Στις 16 Δεκεμβρίου του αυτού έτους το Δ. Σ. κλήθηκε να συσκεφθεί επί του υπ’ αριθ. 1499/14 Δεκεμβρίου 1928 εγγράφου του Υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας Φλώρινας για το ζήτημα «των ενοικίων» που πλήρωναν οι πρόσφυγες στην Τράπεζα και αποφάσισε να σταλεί τηλεγράφημα στον Πρωθυπουργό Βενιζέλο, όπου θα περιγράφεται η κατάσταση «εις ην ευρίσκονται τα μέλη», η δε Τράπεζα να λάβει τα ενοίκια «από τα 25% τα οποία εκρατήθησαν».[12]
Την 28η Ιουλίου 1929 το Δ. Σ. του Συλλόγου συσκέφθηκε σε έγγραφο του Παμπροσφυγικού Συνεδρίου «περί του ζητήματος της Επιτροπής». Αποφασίσθηκε α) να μη σταλεί επιτροπή «ένεκα αδυναμίας του ταμείου ημών» και β) να σταλεί έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται ότι «συμφωνούμεν εις αυτούς μόνον ιδιεταίρως» και να ζητείται η ανέγερση στην Φλώρινα κρατικού συνοικισμού με 40-50 σπίτια «διά χήρας και τελείως απόρους».
Παραλλήλως ο Σύλλογος δεν έπαυσε να βοηθά οικονομικώς χήρες και πτωχές οικογένειες από το ταμείο του. Στα δε δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τον αδελφοκτόνο πόλεμο (1947-1949), ο Σύλλογος διένειμε στους «ανταρτόπληκτους» ιματισμό και χρήματα, προϊόν εράνου των Κιουταχειωτών της Βέροιας.
Στις 16 Μαρτίου 1930 συμμετέσχε στον έρανο υπέρ των ορφανοτροφείων και του Οικοτροφείου Φλώρινας με τριακόσιες δρχ.
Την 29η Μαΐου αποφάσισε να ανταποκριθεί σε αίτημα της ποδοσφαιρικής ομάδας στην Φλώρινα, της “Προποντίδος”, με το χρηματικό ποσό των 150 δρχ. Η “Προποντίς” -με την επωνυμία “Αθλητική ΄Ενωσις Προσφύγων Η Προποντίς”-ιδρύθηκε στις 12 Ιουνίου 1927 από πρόσφυγες του Πόντου και της Μ. Ασίας. Η ονομασία συμβόλιζε τη νοσταλγία της πατρώας γης. Εκτός από το ποδόσφαιρο, ο Σύλλογος είχε και δραστηριότητες στον κλασικό αθλητισμό.[13]  Διαλύθηκε το 1934.
Η 30η Οκτωβρίου ήταν σημαντική ημέρα, διότι κατ’ αυτήν αποφασίσθηκε η κατα­σκευή σημαίας του Συλλόγου, η οποία περιείχε την εικόνα του Αγίου Μηνά μαζί με την ονομασία του Συλλόγου «Σύλλογος Προσφύγων Κιουταχειωτών Φλωρίνης».
Στις αρχές του 1931 υπήρχαν 45 οικογένειες Κιουταχειωτών, οι οποίες ήσαν άστεγες. Γι’ αυτό στις 23 Απριλίου αποφασίσθηκε να τους δοθεί πιστοποιητικό ότι τυγχάνουν άστεγοι και άποροι.
Η προσπάθεια για την οικιστική αποκατάσταση των αστέγων Κιουταχειωτών συνεχίσθηκε καθ’ όλο το 1931. Στις 29 Ιουλίου διά μυστικής ψηφοφορίας ο Παρα­σκευάς Χατζηεφραιμίδης εξελέγη ως αντιπρόσωπος στη Νομαρχία για την διανομή 35 οικιών.
Δεν έλειψαν, βέβαια, και τα παρατράγουδα, διότι μερικοί εκμεταλλεύθηκαν την κατάστασή τους και εξαπάτησαν τον Σύλλογο. Έτσι στις 29 Μαΐου 1932 αποφασί­σθηκε να υποβληθεί μήνυση εναντίον του Β. Π. για εξαπάτηση του Συλλόγου. Στις 22 Ιανουαρίου 1932 του δόθηκε πιστοποιητικό αγαμίας, ενώ αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν έγγαμος. Σημειωτέον όμως ότι στις 10 Δεκεμβρίου ο Σύλλογος, φιλανθρώπως φερόμενος, βοήθησε τον Β. Π. , ευρισκόμενο στις φυλακές Καστορίας, με το ποσόν των 100 δρχ., όπως και τον Χ. Β. με το ποσόν των 80 δρχ.
Επειδή υπήρχαν Κιουταχειώτες που έφεραν την τέχνη της ταπητουργίας από την Κιουτά­χεια, αποφασίσθηκε στις 31 Μαΐου 1932 να σταλεί μέσω της Νομαρχίας αίτηση προς τον Ελληνικό Ταπητουργικό Οργανισμό για την ίδρυση παραρτήματος του Ορ­γανισμού στην Φλώρινα. Από όσο γνωρίζουμε, τέτοιο παράρτημα δεν ιδρύθηκε στην Φλώρινα. Υπήρχαν όμως Κιουταχειώτισσες που ύφαιναν στον αργαλειό κατ’ οίκον για λογαριασμό του Πέτρου Παπαδοπούλου ή άλλων εμπορευ­ομένων την ταπητουργία.
Ο Σύλλογος δεν είχε -ούτε μέχρι σήμερα απέκτησε- ιδιόκτητο χώρο για την στέγαση των γραφείων του. Γι’ αυτό στις 28 Νοεμβρίου 1932 μέσω Νομαρχίας έλαβε μία ομολογία των 6% από τις ανταλλάξιμες ομολογίες,[14] προερχόμενη από το Υπουργείο Προνοίας για την πληρωμή του ενοικίου των γραφείων.
Καθότι οι εποχές ήσαν τότε δύσκολες και οι Κιουταχειώτες δεν είχαν μεγάλη οικονομική άνεση, στις 27 Φεβρουαρίου 1933 το Δ. Σ. του Συλλόγου αποφάσισε να μειώσει την συνδρομή των μελών από 2, 50 δρχ., όπως προέβλεπε το Καταστατικό, σε 1 δρχ. Αυτό γινόταν «προς το συμφέρον των μελών του Σωματείου, άτινα ευρισκόμενα ως επί το πλείστον εις κατάστασιν ενδείας αδυνατούσι να εκπληρώσι την υποχρέωσιν ταύτην», αλλά και για να μπορεί να εισπράττει ο Σύλλογος τις συνδρομές χωρίς καθυστέρηση.
Σε Γενική Συνέλευση των μελών του Συλλόγου (19 Απριλίου 1934) αποφασίσθηκε «να μείνη ο Σύλλογος προσφύγων Κιουταχείας καθώς είναι» και να «μη δεχθή να αναμιχθή εις την ίδρυσιν του Πανπροσφυγικού Συλλόγου». Την ίδια απόφαση έλαβε το Δ. Σ. στις 22 Νοεμβρίου του αυτού έτους. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι στις 10 Δεκεμβρίου 1962 γνωστοποιείται στον υπουργό Δημήτριο Μακρή ότι ιδρύθηκε Σωματείο υπό την επωνυμία «Παμπροσφυγική Εστία Προσφύγων Νομού Φλωρίνης». Τα ζητήματα στέγασης, ανταλλαξίμων περιουσιών και αγροτικής απο­κα­τάστασης είναι και πάλι στους σκοπούς του Σωματείου.
Στις 24 Οκτωβρίου 1934 το Δ. Σ. του Συλλόγου αποφάσισε να στείλει στο «Γεωργικόν Γραφείον» και στον Δήμο κατάλογο ακτημόνων Κιουταχειωτών, για να συμπεριληφθούν «εις την κλήρωσιν του Γιατζάβου».[15]
Το Δ. Σ. απέστειλε έγγραφο (9 Νοεμβρίου 1934) στον Προϊστάμενο Γεωργικής περι­φερείας, στο οποίο εκτίθετο η ανάγκη γεωργικής αποκαταστάσεως των Κιουτα­χειω­τών. Ναι μεν τους χορηγήθηκαν κατοικίες, καθότι χαρακτηρίσθηκαν ως αστοί. Πράγματι δε, όπως αναγράφεται στο έγγραφο, σχεδόν όλοι οι συμπατριώτες ήσαν στην Κιουτάχεια ταπητουργοί -αν και όχι απόλυτα. Αλλά, «λόγω αδυναμίας», εγκατέλειψαν το κύριο επάγγελμά τους και στην Φλώρινα ήσαν αχθοφόροι, καραγωγείς, εργάτες κλπ. Επομένως «η συντήρησίς των είναι αδύνατος λόγω της μεγάλης ανεργίας και οικονομικής κρίσεως».[16] Γι’ αυτό υποβλήθηκε πίνακας των μελών, για τα οποία αιτούνταν να χορηγηθεί κάποιο αγροτεμάχιο κατά την διανομή των γαιών, «προς σωτηρίαν των τελείως δεινοπαθούντων πατριωτών».
Πάντα ταύτα συμπεριλαμβάνονται στις δραστηριότητες του Συλλόγου μέχρι το 1935.
Κατά τα επόμενα έτη, αντλώντας από τα αρχεία του Συλλόγου, μπορούμε να αναφέρουμε -κατά χρονική σειρά- τις εξής δραστηριότητες του Συλλόγου:
Στις 31 Οκτωβρίου 1951 ο Σύλλογος έλαβε την απόφαση[17] να καταρτίσει νέο μητρώο μελών, καθότι οι περισσότεροι ανεχώρησαν ή απεβίωσαν ή ο «κυριότερος λόγος ήναι ότη από το έτος 1938 και εντεύθεν πολλή από τους Συμπατριότας μας έχουνε νυμφευθή και έχουνε αποκτίση χοριστήν οικογένιαν από τους γωνίστον». Επίσης αποφασίσθηκε η τροποποίηση του άρθρου 10 του Καταστατικού, που έκανε λόγο για εισφορές των μελών σε δραχμές προπολεμικές και χρειάσθηκε να γίνει τροποποίηση σε εισφορές με δραχμές εκείνης της εποχής. Ελήφθη η απόφαση να καθορισθεί το ποσόν της μηνιαίας συνδρομής στις 2.000 δρχ., προκειμένου ο Σύλλογος «να ενισχήση τους τελίους απόρους ή Αρόστους διά Γάλα, Γιαούρτη ή για την Επίσκεψιν Ιατρού σε άροστον ή για την Εξαγοράν Φαρμάκον». Της συνδρομής απαλλάσσονταν τα άπορα μέλη του Συλλόγου.[18]
Το 1952 το Δ. Σ. απάντησε στο Τμήμα Ασφαλείας Φλώρινας, το οποίο ζήτησε από τον Σύλλογο ονομαστική κατάσταση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Το ίδιο έτος συμμε­τέσχε στο Παμπροσφυγικό Συνέδριο.
Την 9η Ιανουαρίου 1953 το Συμβούλιο συσκέφθηκε για «τον τρόπον της αστο­γεωργικής εγκαταστάσεως των Κιουταχειωτών» και αποφάσισε να υποβάλει υπόμνημα στον Πρωθυπουργό Παπάγο, στον υπουργό Συντονισμού και Γεωργίας. Το υπόμνημα έλαβε ο Γ. Μόδης, για να το επιδώσει ιδιοχείρως στον υπουργό.
Το 1953 απευθύνθηκε στην Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος (Δ/νση Κοινωνικής Πρόνοιας) και ζήτησε την έγκριση παράτασης του τιμήματος για προσφυγικούς οικισμούς από 1 Ιουλίου 1953 έως 30 Ιουνίου 1954. Την ίδια χρονιά υπέβαλε υπόμνημα στον Παπάγο για την «γεωργική εγκατάσταση» των Κιουταχειωτών. Αυτό δηλώνει ότι κάποιοι Κιουταχειώτες, μη έχοντες εργασία, αναζητούσαν αγροτικές εργασίες. Παρομοίως υπέβαλε αίτηση στο Υπουργείο Γεωργίας για την παραχώρηση έκτασης 300-400 στρεμμάτων αγρών. Κατά το αυτό έτος παραιτήθηκε ο Πρόεδρος του Συλλόγου, αλλά το Δ.Σ. απέρριψε την αίτησή του, «μέχρι πέρατος κατασκευής λαβάρου και διεξαγωγής νέων αρχαιρεσιών».
Το ίδιο έτος -επί προεδρίας Μιχαήλ Γρηγοριάδη- ο Σύλλογος απηύθυνε προς συμπατριώτες εκτός Φλώρινας έκκληση, στην οποία έγραφε ότι στην Φλώρινα από τις περίπου 250 οικογένειες παρέμεναν 90 περίπου. Με εξαίρεση ελαχίστων οικογενειών, οι περισσότεροι ήσαν «πένητες και γυμνητεύοντες, ασχολούμενοι ως επί το πλείστον ως αχθοφόροι, στυλβωταί, οδοκαθαρισταί κλπ.». Επίσης τονίζονταν η προσφορά και οι θυσίες των Κιουταχειωτών της Φλώρινας «τόσον κατά τον Ελληνοϊταλικόν πόλεμον όσον και κατά την ξενοκίνητον Σλαυικήν επιβουλήν». Γι’ αυτό ζητούνταν η αρωγή τους «εις τους σήμερον δυστυχούντας αδελφούς μας», ώστε να μπορέσει ο Σύλλογος να αντεπεξέλθει «εις την αναληφθείσαν υπ’ αυτού σταυροφορίαν» και να συμβάλει στην βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των απόρων αδελφών.
Επίσης σε υπόμνημα που υπέγραψαν 50 Κιουταχειώτες, ζητήθηκε από τα Υπουργεία Προνοίας και Βορείου Ελλάδος να απαλλαγούν από την υποχρέωση να πληρώσουν 1.200.000 δρχ., προκειμένου να τους δοθούν τα παραχωρητήρια 35 οικισμών. Στο έγγραφο, μεταξύ άλλων, αναγράφεται εν είδει παραπόνου: «Μέχρι σήμερον ουδεμία Κυβέρνησις μας επρόσεξε. Από το κράτος δικαίου του ΣΤΡΑΤΑΡΧΟΥ κ. ΑΛ. ΠΑΠΑΓΟΥ ελπίζομεν να ίδωμεν ημέρας καλάς και πιστεύομεν ότι και το δίκαιον αίτημά μας θα τύχη ικανοποιήσεως». Δυστυχώς το αίτημά τους δεν ικανοποιήθηκε. Το Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας απήντησε ότι τα ποσά καθορίσθηκαν σε χαμηλά επίπεδα, ώστε να «αποκλείεται η περίπτωσις οικονομικής αδυναμίας των υποχρέων», τα δε εισπραχθησόμενα ποσά θα διατεθούν αποκλει­στικά για τις στεγαστικές ανάγκες των προσφυγικών οικογενειών που δεν είχαν ακόμη αποκατασταθεί, «των στεγαζομένων από ετών υπό αθλίας συνθήκας εις τρώγλας και παραπήγματα».
Παρόμοιο αίτημα υπέβαλε το Δ. Σ. του Συλλόγου προς το Υπουργείο Γεωργίας (2 Μαρτίου 1953) για την παραχώρηση γης. Σε αυτό το έγγραφο αναγράφεται ότι οι Κιουταχειώτες δεν έλαβαν ούτε σπιθαμή γης και κατήντησαν «οι πτωχότεροι των όλων κατοίκων της πόλεως». Ιδού τι γράφεται παρακάτω: «Παρά την πενίαν και την αθλιότητά μας παραμείναμεν ολοψύχως και ακλόνιτοι πιστοί εις την Ελληνικήν ιδέαν καθ’ ον χρόνον άλλοι πλουσίως εγκατασταθέντες και πλουτίσαντες μετεβλήθησαν εις εντελώς όργανα της επιβολής του σλαυοκομμουνισμού ο οποίος εις τα εδώ μέρη είχε χαρακτήρα κυρίως Νοφικόν δηλ. Βουλγαρικόν. Εγίναμεν ο κύριος στόχος των συμμοριτών κατά τας επανειλημμένας εναντίον της πόλεως Φλωρίνης επιθέσεις των, Κιουταχειανοί εσφάγησαν και Κιουταχειατικοί οικισμοί επυρπολήθησαν». Γράφεται επίσης ότι οι ελπίδες τους είχαν στηριχθεί στην παραχώρηση 300-400 στρεμμάτων γης, στην οποία ήταν εγκατεστημένος ο καταργηθείς Γεωργικός Σταθμός,[19]  κατά δε τον Σύλλογο δεν ανήκε στον Δήμο, αλλά «ήτο ουσιαστικώς ανταλλάξιμος[20] ανήκουσα εις βακούφιον[21] ή Ιμαρέτ».[22]
Από το 1952 ως μέλη του Συλλόγου εγγράφονται και μη Κιουταχειώτες. Το δε 1979 άλλαξε η επωνυμία του Συλλόγου. Έκτοτε φέρει την ονομασία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΙΟΥΤΑΧΕΙΩΤΩΝ ΚΑΙ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ».
Αξιοσημείωτη είναι και μία πράξη εθνικής μνήμης των Κιουταχειωτών της Φλώρινας. Το 1976 -αναλώμασι Κιουταχειωτών- στην πλατεία Κιουταχείας ανεγέρθηκε η προτομή του Μακεδονομάχου Ιωάννη Ιωαννίδη. Ο καταγόμενος από την Κιουτάχεια Ιωαννίδης ήταν αριστούχος μαθητής του Γυμνασίου Τσοτυλίου, ένας από τους υποτρόφους που αποστέλλονταν στην Μεγάλη του Γένους Σχολή και σε σχολεία της ελεύθερης και υπόδουλης Ελλάδος. Εγκατέλειψε τα θρανία και κατετάγη στο σώμα του καπετάν Σκαλίδη. Φονεύθηκε στις 23 Μαρτίου 1906, κοντά στον ποταμό ΄Ιβενι της καμπής του Εριγώνα, στο ύψος του χωριού Σόβιτς, λίγο έξω από το Μοναστήρι.
Οι Κιουταχειώτες αποτελούν μέχρι σήμερα εκλεκτό κομμάτι της φλωρινιώτικης κοινωνίας, με αξιόλογη συμβολή στον πολιτισμό, στα γράμματα, στα δρώμενα της πόλης. Έχουν να επιδείξουν προσωπικότητες, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει ο περί­φημος για το ταλέντο του γλύπτης Αθανάσιος Μινόπουλος, πρώην Μιναρετζής. Ο Μινόπουλος είχε φιλοτεχνήσει πολλά μνημεία, προτομές και ανδριάντες. Αξίζει δε να τονισθεί ότι το 1966 έλαβε το πρώτο βραβείο στον πανελλήνιο και παγκύπριο διαγωνισμό της κυπριακής κυβέρνησης για την φιλοτέχνηση μνημείου του Μιχαλάκη Καραολή.[23]
Οι σήμερον εγκαταβιούντες στην Φλώρινα Κιουταχειώτες συνεχίζουν να είναι ενωμένοι στους άγουρους καιρούς μας και να χαλυβδώνουν την ενότητα και τη νοσταλγία της Κιουτάχειας. Τηρούν τα έθιμα, τις παραδόσεις, τα παραδοσιακά εδέσματα -τα σουτζούκια, τα κιουτσούκ-κουλούρ, τον παστουρμά, τον πασά μπουρέκ, το μαντί, τον σαρμά, το ατζέμ-πιλάφ- τους παραδοσιακούς χορούς και τις βεγγέρες[24]   ή επί το λαϊκότερο oturmak.
Λίγο-πολύ όμως δεν παύει η σκέψη τους να γυρίζει στην πατρίδα και ας είναι παιδιά δεύτερης γενιάς. Μοιάζουν με τον Μανόλη Αξιώτη που μονολογούσε: «Τόσα φαρμάκια, τόση συφορά κι εμένα ο νους να γυρίσει θέλει πίσω στα παλιά! Να’ ταν, λέει, ψέμα όλα όσα περάσαμε και να γυρίζαμε τώρα δα στη γη μας».[25] Μοιάζουν με τους τόσους πρόσφυγες που «ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ’ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα… Κι είπαν: Περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα, σαν το ψωμί, το νερό και τ’ αλάτι».[26]
Οι Κιουταχειώτες έχουν επίγνωση της ταυτότητός τους, γι’ αυτό και σέβονται την ετερότητα. Η ταυτότητα πάντοτε εμπερικλείει την διαφορετικότητα, την σχέση με τον Άλλο και τον κόσμο. Έχουν την κουλτούρα τους, που δεν περιορίζεται στα γράμματα και στις τέχνες, ούτε σε ένα σύστημα αξιών και κανόνων, αλλά σηματοδοτεί συγκεκριμένο τρόπο ζωής.[27] Βέβαια η ιδιαιτερότητα της κουλτούρας δεν σημαίνει απομόνωση, διότι οι διάφορες κουλτούρες «βρίσκονται σε μια δυναμική σχέση αλληλεξάρτησης».[28] Και οι Κιουταχειώτες βρίσκονται σε αυτή την άλλη­λεξάρτηση, μολονότι ο καθένας μας τείνει να θεωρεί ως έμφυτο ή αυτονόητο ό,τι του υπαγορεύει η κουλτούρα του, ενώ συναντά δυσκολίες για να κατανοήσει τον άλλο που συμπεριφέρεται διαφορετικά από αυτόν.
Όλοι μας -δυστυχώς ασυνείδητα και ενστικτωδώς- αντιδρούμε στο διαφορετικό, με δυσπιστία και φόβο. Όμως «η συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας περνά μέσα από την κατανόηση και την αποδοχή της ταυτότητας του Άλλου».[29] Είμαστε όντα κοινωνικά. Αυτό δηλώνει ότι «το Εγώ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το Εσύ. Ο εαυτός δεν υπάρχει παρά μέσα και διαμέσου των σχέσεών του με τους Άλλους».[30]  Άλλωστε ως Ορθόδοξοι δεν είμαστε κλεισμένοι και αποκλεισμένοι από τους άλλους. Ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας, όπως γράφει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, «δεν ταυτίζεται με μια περιοχή, με ένα λαό. Δεν γίνεται κλειστό κύκλωμα».[31]
Στις μέρες μας, που οι εθνικιστές και οι ρατσιστές παρουσιάζονται ως σωτήρες, χρειάζεται να κατανοήσουμε ότι, όσο περισσότερο αποδεχόμαστε την διαφορετι­κότητα, τόσο περισσότερο μπορούμε να ανανεωθούμε˙ ενώ όσο πιο πολύ περι­χαρακωνό­μαστε, τόσο πιο πολύ μισαλλόδοξοι γινόμαστε. Επίσης δεν φοβόμαστε την παγκοσμιοποίηση. Ο Χριστιανισμός ανδρώθηκε και μεγαλούργησε σε κόσμο παγκοσμιοποιημένο, που ευνόησε την διάδοσή του. Η παγκοσμιοποίηση δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε ομογενοποίηση, σε melting pot. Aντίθετα βλέπουμε ότι συνοδεύεται από έξαρση ταυτοτήτων και από κατακερματισμό εθνοτικού και τοπι­κού χαρακτήρα.[32] Μπορούμε να είμαστε η διάδοχη κατάσταση εκείνης της «ιδιόμορφης Κοινοπολιτείας» που, μετά από την κατάρρευση του Βυζαντίου, υπήρξε στην ορθόδοξη Ανατολή ανάμεσα στους λαούς που την απήρτιζαν, καθώς εξακο­λουθούσαν να διατηρούν μεταξύ τους στενούς ιστορικούς δεσμούς.[33]
Οι Κιουταχειώτες μπορεί να ήλθαν εδώ με διαφορετική κουλτούρα, αλλά δεν αντιστάθηκαν στην αλληλεπίδραση. Μπόλιασαν και μπολιάσθηκαν. ΄Ολοι μαζί, πρόσφυγες και γηγενείς, αποτέλεσαν την ζύμη της νέας Ελλάδος, με τις λαμπρές και μελανές σελίδες της. Η Ρωμηοσύνη είναι ιδέα και ίνδαλμα. «Η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο». ΄Η, κατά πως λέγει το άσμα μιας άλλης πονεμένης προσφυγιάς, «Η Ρωμηοσύνη εν’ να χαθεί, όντας ο κόσμος λείψει».[34]


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνόγλωσση
Ανθόπουλος Γ. (1996) Φλώρινα: Χρονολόγιο αθλητικών γεγονότων από το 1917 μέχρι το 1995, Φλώρινα.
Βενέζης Η. (1972) “Εκ βαθέων”, Μνήμη Μικράς Ασίας, Αθήνα: Νέα Εστία.
Του αυτού (1979) Μικρασία χαίρε, Αθήνα: Εστία.
Βρύζας Κ. (2001) Παγκόσμια Επικοινωνία και πολιτιστικές ταυτότητες, Αθήνα: Gutenberg.
Γιαννουλάτος Α. (2001) Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Αθήνα: Ακρίτας.
Γκέφου-Μαδιανού Δ. (1999) Πολιτισμός και εθνογραφία, σ. 208, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Εφραιμίδης Α. (1978) Οι λησμονημένοι ΄Ελληνες στη Μ. Ασία και τον Πόντο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, Αθήνα.
Του αυτού (1983) Μνήμες Μικρασιατικής τραγωδίας, Θεσσαλονίκη.
Εφραιμίδης Σ. (1960) Ιστορία-Λαογραφία του Κοτυαίου (Κιουταχείας), Θεσαλονίκη.
Πελαγίδης Ε. (1994) Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης.
Said E. (1996) Oριενταλισμός, Αθήνα: Νεφέλη.
Σωτηρίου Δ. (1983) Ματωμένα Χώματα, Αθήνα Κέδρος.
Της αυτής (1993) Οι νεκροί περιμένουν, Αθήνα: Κέδρος.
Χασιώτης Ι. (2000) Αναζητώντας την ενότητα στην πολυμορφία, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.
 Ξενόγλωσση
Berger M. (1990) Κhayr, The Encyclopaedia of Islam, τ. 4, σ. 1151-1153, v. Donzeletal: Brill.
Goodwin G. (1986) Külliyye, The Encyclopaedia of Islam, τ. 5, σ. 366, Leiden: Brill.

[1] Σ. Εφραιμίδης (1960) Ιστορία-Λαογραφία του Κοτυαίου (Κιουταχείας), σ. 266, Θεσαλονίκη.
[2] Η. Βενέζης (1979) Μικρασία χαίρε, σ. 108, Αθήνα: Εστία.
[3] Α. Εφραιμίδης  (1983) Μνήμες Μικρασιατικής τραγωδίας, σ. 31, Θεσσαλονίκη.
[4] Α. Εφραιμίδης (1978) Οι λησμονημένοι ΄Ελληνες στη Μ. Ασία και τον Πόντο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, σ. 9, Αθήνα.
[5] Η. Βενέζης (1972) “Εκ βαθέων”, Μνήμη Μικράς Ασίας, σ. 35, Αθήνα: Νέα Εστία.
[6] Στο από 2ας Μαρτίου 1953 έγγραφο του Συλλόγου προς το Υπουργείο Γεωργίας μνημονεύεται ότι στην Φλώρινα εγκαταστάθηκαν περίπου 100 οικογένειες Κιουταχειωτών, αριθμός που μάλλον προσεγγίζει στην πραγματικότητα.
[7] Σε πινακίδιο της Εκδικαστικής επί των ενστάσεων Επιτροπής της Οικονομικής Εφορίας Φλώρινας,  την 19η Μαΐου 1933 είναι καταχωρισμένα τα ονόματα 48 οικογενειαρχών Κιουταχειωτών, που υπέβαλαν το σχετικό αίτημα κατόπιν του από 22 Σεπτεμβρίου 1932 Διατάγματος.
[8] Σύμφωνα με την Εγκύκλιο του Υπουργείου Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως της 20ης Μαρτίου 1934 (Δ/νσις Αστικής Αποκαταστάσεως, Τμ. Αποκαταστάσεως Προσφύγων), που ερμήνευε το Ν. 6076 «Περί αστικής αποκαταστάσεως προσφύγων», εξαιρούνταν της οικιστικής αποκαταστάσεως «οι αποδεδειγμένως πλούσιοι πρόσφυγες κατ’ ελευθέραν ημών κρίσιν». Επιτρεπόταν  να  συγχω­νευθούν σε μία δύο συνεχόμενες κατοικίες που αποτελούνταν μόνο από ένα δωμάτιο, χωρίς άλλο βοηθητικό χώρο. Απαγορευόταν η μεταβίβαση χρήσης της κατοικίας στο σύνολό της ή εν μέρει σε άλλα πρόσωπα. Δικαιούνταν αποκαταστάσεως μόνο οικογένειες με δύο τουλάχιστον άτομα, συγγενείς μέχρι και δευτέρου βαθμού, κατά τον χρόνο της προσφυγιάς. Μεμονωμένα άτομα δικαιούνταν, μόνο εφ’ όσον ήσαν ορφανά από τους δύο γονείς και δεν είχαν αδέλφια. Τα τιμήματα ή μισθώματα των παραχωρουμένων ακινήτων εξοφλούνταν, εάν ήσαν οικόπεδα, εντός πενταετίας, και, αν ήσαν οικήματα ή καταστήματα, εντός δεκαπενταετίας. Αν η παραχώρηση του ακινήτου είχε γίνει ύστερα από την 1η Σεπτεμβρίου 1933, δινόταν έκπτωση 30%.  Δεν μπορούσε δε κάποιος να έχει στην κατοχή του συγχρόνως δύο κρατικά ακίνητα ή ένα κρατικό που δεν αποπληρώθηκε και άλλο ιδιωτικό. Στην περίπτωση που κάποιος πρόσφυγας δεν ήταν σε θέση να κτίσει στο οικόπεδο που του παραχωρήθηκε, έπρεπε να παραιτηθεί του δικαιώματός του, ώστε το οικόπεδο είτε να περιέλθει στο Υπουργείο για ανέγερση συνοικισμών, είτε να παραχωρηθεί σε πρόσφυγες που μπορούσαν να κτίσουν.
[9] Σε πρόχειρο μητρώο του Συλλόγου είναι καταχωρισμένες 18 χήρες.
[10] Στα εντός εισαγωγικών κείμενα του αρχείου τηρείται η γραφή του πρωτοτύπου.
[11] Στην Φλώρινα  λειτουργούσε γραφείο Εποικισμού. Το γραφείο Εποικισμού επόπτευε αγροτικούς επιστάτες, οι οποίοι ευθύνονταν για την αποκατάσταση των προσφυγικών οικογενειών. Το γραφείο Εποικισμού της Φλώρινας είχε έδρες  στο Αρμενοχώρι, στον Φιλώτα, στο Αμύνταιο. Ε. Πελαγίδης (1994) Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), σ. 109, Θεσσαλονίκη: Κυριακίδης
[12] Κατά την προμνημονευθείσα εγκύκλιο του ΥΚΥΑ, στα ακίνητα, που αγοράζονταν από την Εθνική Τράπεζα, χορηγούνταν έκπτωση 40% επί της αρχικής αξίας, εφόσον ο αγοραστής προκατέβαλλε ολόκληρο το τίμημα.
[13] Γ. Ανθόπουλος (1996) Φλώρινα: Χρονολόγιο αθλητικών γεγονότων από το 1917 μέχρι το 1995, σ. 22, Φλώρινα.
[14] Οι διαδικασίες αποζημιώσεων των προσφύγων παρουσίαζαν δυστοκία. Μετά το 1927 καθορί­σθηκε, εάν, μετά την ολοκλήρωση των πιστώσεων για τις αποζημιώσεις, αποδεικνυόταν ότι το χρέος είναι χαμηλότερο από την αποζημίωση, η ΕΑΠ να παραδώσει στον δικαιούχο Ομολογίες της Εθνικής Τράπεζας του 1926, με τόκο 8%, για το υπόλοιπο χρέος. Ε. Πελαγίδης, ό. π., σ. 145.
[15] Mάλλον εννοείται το “Γιάτσοβο”, περιοχή έξω από την Φλώρινα.
[16] Στο υπ’ αριθμ. 86/1 Απριλίου 1935 έγγραφο του Συλλόγου προς τη Νομαρχία Φλώρινας, φαίνεται σαφώς ότι κατά το έτος 1934 διατέθηκαν 722 δρχ. για βοηθήματα.
[17] Πολλές συνελεύσεις του Δ. Σ. και των μελών του Συλλόγου γίνονταν στο καφενείο της Φλώρινας “Διεθνές”.
[18] Περί της οικονομικής καταστάσεως του Συλλόγου σε μεταγενέστερα χρόνια μαθαίνουμε από έγγραφό του (18 Μαρτίου 1958) προς τη Νομαρχία Φλώρινας ότι δεν έχει απολογισμό, διότι κατά το έτος 1956 δεν υπήρξαν ούτε έσοδα ούτε έξοδα, ούτε εισπράχθηκαν συνδρομές. Προσέτι δεν έχει κινητή ή ακίνητη περιουσία.
[19] Ο Ιωάννης Κοντόπουλος το 1933 ίδρυσε τον Γεωργικό Σταθμό Φλωρίνης, ο οποίος καταργήθηκε το 1953, και αντ’ αυτού ιδρύθηκε η Γεωργική Σχολή. Στη Σχολή αγροτόπαιδες εκπαιδεύονταν σε διάφορες δεξιοτεχνίες, γεωργίας, κτηνοτροφίας, δενδροκομίας, μελισσοκομίας, γαλακτοκομίας, ξυλουργικής, οικοδομικής, σιδηρουργικής. Παρέχονταν επίσης άλλα μαθήματα τύπου Γυμνασίου. Η Σχολή ανήκε στο Υπουργείο Γεωργίας.
[20] Περί αυτού του θέματος υπάρχει επιστολή του Γ. Μόδη (6 Μαρτίου 1953), στην οποία αναφέρεται ότι η αλληλογραφία επιστρέφεται, διότι «σύμφωνα με το Σύνταγμα πρέπει να ζητηθή η γνώμη του Δήμου διά την δημοτικήν έκτασιν υπό απαλλοτρίωσιν».
[21] Από την αραβική λ. waqf (στην τουρκική vakif), που σημαίνει συγκρατώ, σταματώ, εμποδίζω. Σύμφωνα με το μουσουλμανικό δίκαιο, το βακούφι είναι δικαιοπραξία, με την οποία το φυσικό πρόσωπο παραιτείται από τα αγαθά του και τα διαθέτει ισοβίως για φιλανθρωπικό, ιερό ή κοινωνικό σκοπό.
[22] Το Ιμαρέτ ήταν αστική μονάδα που αποτελούνταν από μία αγορά, ένα τζαμί και αγαθοεργή ιδρύματα. Επίσης Ιμαρέτ ονομάζονταν και οι κουζίνες του ιδρύματος που προσέφεραν φαγητό στους πτωχούς. Κατ’ επέκταση σήμαινε πτωχοκομείο. Κατά την Encyclopaedia of Islam, τα ‘imaret είναι «κουζίνες σούπας». M. Berger (1990) Κhayr, The Encyclopaedia of Islam, τ. 4, σ. 1152, v. Donzeletal: Brill. Πρβλ. το λ. Külliyye στην ίδια εγκυκλοπαίδεια, τ. 5, σ. 366.
[23] Περισσότερα για το έργο και την προσωπικότητα του Μινόπουλου στην Διατριβή του συναδέλφου Καθηγητή Δημητρίου Μπέσσα «Εικαστική κίνηση στη Φλώρινα και ο ρόλος της στην αισθητική παιδεία του τόπου», σ. 314-318.
[24]  Eκ του λατινικού vegeo,ēre, κινώ, παρακινώ, ξυπνώ, είμαι ξύπνιος, δραστήριος. Το έθιμο ξεκίνησε υπό τύπον επισκέψεων και δεξιώσεων σε φιλικά σπίτια κατά τις νύκτες του χειμώνα. Παράλληλα με τα άλλα έθιμα τήρησε άρρηκτη την συνοχή του Ελληνισμού και ακμαία την πορεία του κατά την διάρκεια των δυσχερειών της δουλείας. Σε βεγγέρα κατά τους χειμερινούς μήνες του 1908-1909 ελήφθη η απόφαση για την ίδρυση του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου «Η Παλιγγενεσία», ο οποίος με τις διαλέξεις που διοργάνωσε, τόνωσε το εθνικό φρόνημα των Ελλήνων της Κιουτάχειας.
[25] Δ. Σωτηρίου (1983) Ματωμένα Χώματα, σ. 340, Αθήνα: Κέδρος.
[26] Δ. Σωτηρίου (1993) Οι νεκροί περιμένουν, σ. 160, Αθήνα: Κέδρος.
[27] Κ. Βρύζας  (2001) Παγκόσμια Επικοινωνία και πολιτιστικές ταυτότητες, σ. 170, 174, Αθήνα: Gutenberg.
[28] Κ. Βρύζας, ό. π., σ. 179.
[29] Κ. Βρύζας, ό. π., σ. 182.
[30] Κ. Βρύζας, αυτόθι.
[31] Α. Γιαννουλάτος (2001) Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σ. 131, Αθήνα: Ακρίτας.
[32] Κ. Βρύζας, ό. π., σ. 211.
[33] Ι. Χασιώτης (2000) Αναζητώντας την ενότητα στην πολυμορφία, σ. 48, Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.
[34] Κατά την Δ. Γκέφου-Μαδιανού, «δεν μπορεί παρά σε κάθε ομιλία να αντανακλώνται, έστω και μερικώς, η δύναμη και η εξουσία που οι εκάστοτε κοινωνικές σχέσεις εμπεριέχουν». Δ. Γκέφου-Μαδιανού (1999) Πολιτισμός και εθνογραφία, σ. 208, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. Σύμφωνα δε με τον E. Said, είναι «εξαιρετικά αμφισβητήσιμη» η άποψη πως «υπάρχουν γεωγραφικοί τόποι με αυτό­χθονες, ριζικά “διαφορετικούς” κατοίκους, οι οποίοι μπορούν να προσδιοριστούν με βάση κάποια θρησκεία, κουλτούρα ή φυλετική ουσία κατάλληλη» για την Ανατολή. E. Said (1996) Oριενταλισμός, σ. 388, Αθήνα: Νεφέλη.



http://mikrasiaflo.gr/