Ο καιρός της Φλώρινας

Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Στο Μοναστήρι, στα Βιτώλια


Ήρθαν και φέτος οι Μακεδόνες της διασποράς, ήρθαν για το Παγκόσμιο Συνέδριό τους. Και συνέδριό μας, αφού κι εμείς Μακεδόνες είμαστε, αλλά Μακεδόνες στην Πατρίδα. Και έγιναν και το Συνέδριο στη Φλώρινα και το Αντάμωμα στη Σιταριά κι είχαν όλα επιτυχία. Μα εγώ το νου μου τον είχα αλλού: στο τρίτο μέρος της όμορφης συνάντησης, σε μια σπάνια ευκαιρία για μια σπάνια εκδρομή. Δευτέρα 15/7/2013, εκδρομή στο Μοναστήρι των Σκοπίων, σ’ αυτό που πολύ κακώς κάποιοι από εμάς αποκαλούμε Μπίτολα σαν τους σημερινούς του κατοίκους. Κάτι σαν την Κωνσταντινούπολη, που με τ’ όνομα του ιδρυτή της πρέπει να τη λέμε κι όχι με την παραφθορά της φράσης «εις την Πόλιν», που χρησιμοποιείται σήμερα ως όνομά της. Αποβραδίς τα σκοπιανά μέσα ενημέρωσης προετοίμασαν το κοινό τους, όπως αυτά ήθελαν, για την επίσκεψή μας αυτή. Αλλά υπήρχε σοβαρότατος λόγος να είναι ευγενικοί μαζί μας οι αρκετοί δημοσιογράφοι που μας περίμεναν στη αρχαία Ηράκλεια και μας ρωτούσαν, προσπαθώντας να κερδίσουν τις απαντήσεις που ήθελαν. Και που τους βόλευαν. Μα εμείς είχαμε έναν ιερό σκοπό. Ήμασταν προσκυνητές ενός τόπου όπου άνθισε η ελληνικότητα και τα άνθη της μοσκοβολάνε ακόμη. Έτσι, λίγα χιλιόμετρα από τη Νίκη, λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορά μας, βαδίσαμε σε μέρη-ντοκουμέντα. Δε χρειαζόταν να πούμε εμείς τίποτε, μιλούσαν οι πέτρες από μόνες τους. Είχαμε την πλήρη εφαρμογή της παροιμιακής φράσης « μιλάνε και οι πέτρες ακόμα». Κι όχι απλώς μιλούσαν, αλλά κραύγαζαν, αφού ελληνικά διαβάσαμε στη βάση του αγάλματος της Ολύμπιας θεάς, ΔΙΟΝΥΣΙΑ έγραφε στις θέσεις του αρχαίου θεάτρου της Ηράκλειας, όπου παίζονται κάποιες φορές αρχαιοελληνικά δράματα-αυτό είναι πραγματικό επίτευγμα-, κραύγαζαν ακόμη και τα ψηφιδωτά τα τόσο όμοια με αυτά της αρχαίας Πέλλας. Αλλά μήπως και το όνομα της πόλης το προερχόμενο από τον Ηρακλή, αυτόν που θεωρούσαν πρόγονό τους οι αρχαίοι Μακεδόνες, οι Έλληνες κι αληθινοί Μακεδόνες φυσικά, και αυτό δεν ήταν από μόνο του απόδειξη και ντοκουμέντο; Αλλά, στην Ηράκλεια και οι σημερινές επιγραφές που κατατοπίζουν τους επισκέπτες αποδείξεις της μόνης αλήθειας είναι, καθώς το όνομα της δικής μου πατρίδας, της Φλώρινας, γράφουν όλες επάνω: Λυγκηστίς. Άρα; Δε χρειαζόταν, λοιπόν, να μας το πει η έξοχη ξεναγός μας, η Μοναστηριώτισσα στην καταγωγή Ελληνίδα. Δε χρειαζόταν να λέει τα εντελώς αυτονόητα. Είχαμε μάτια και τα βλέπαμε, τα λόγια ήταν τελείως περιττά. Μπορούσε και μας έλεγε τα επιπλέον, μας έκανε τις συστάσεις με πρόσωπα του ένδοξου παρελθόντος αυτής της ένδοξης και ηρωικής και πολύκλαυστης, όπως την έχουν χαρακτηρίσει, πόλης. Της πόλης όπου, σύμφωνα με κάθε μελετητή, πριν από έναν μόλις αιώνα κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Μα… Και την έβλεπα ψυχραιμότατη την ξεναγό μας. Κι από μέσα μου θαύμαζα κι απορούσα πώς το μπορεί. Και τι ακριβώς να νιώθει άραγε και ποια συναισθήματα άραγε κατοικούν εντός της κάθε φορά που πάει επισκέπτρια στη γη των γονιών της. Και μόνον υπέθετα. Δεν τολμούσα να ρωτήσω. Απλώς φανταζόμουν. Κι επιβεβαίωνα πως πατρίδα δεν είναι κατ’ ανάγκην ο τόπος όπου ζεις. Την πατρίδα την κουβαλάς εντός σου όπου κι αν ζεις. Και, καθώς για την πατρίδα υπάρχουν πολλοί ορισμοί, την ώρα της επίσκεψής μας στο κοιμητήριο δίπλα στην αρχαία Ηράκλεια, «πατρίδα είναι κι οι αγαπημένοι μας νεκροί», τον ορισμό του αγαπημένου Δασκάλου, του Δεληκωσταντή, θυμήθηκα την ώρα που διαβάζαμε τα ελληνικά ονόματα πάνω στις μαρμάρινες πλάκες των μνημάτων, τον ορισμό που έδωσε αυτός ο ξεχωριστός Ίμβριος, που, όπως καταλαβαίνετε, κάτι παραπάνω από εμάς ξέρει περί πατρίδας… Μα η κορύφωση των συναισθημάτων, ο αληθινός συγκλονισμός, μου συνέβη μες στον ναό του Αγίου Δημητρίου, για τον οποίο, όσο κι αν είχα προετοιμαστεί διαβάζοντας, δεν μπορούσα να φανταστώ: ούτε τη μεγαλοπρέπεια, ούτε την επιβλητικότητα, ούτε την εξοχότητα! Ούτε φυσικά ένα τόσο υπέροχο τέμπλο! Ένα τέμπλο που, όσο τέλεια και να μπορέσουν να σου το περιγράψουν, και πάλι δεν μπορείς να το φανταστείς και να το συλλάβεις! Κι όλα αυτά σ’ ένα ναό χτισμένο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, της σκλαβιάς. Κι επειδή η αλήθεια είναι συντριπτική, απαγορεύεται αυστηρά η φωτογράφιση στο ναό.* Γιατί απλώς δε γίνεται να μην απαγορεύεται. Γιατί αν κυκλοφορήσει έστω και μία φωτογραφία με τα ονόματα των αγίων του φοβερού αυτού τέμπλου στα ελληνικά, έστω και μία ελληνικότατη πινακίδα σ’ ένα ναό που χτίστηκε μόλις το 1830, τότε ένα ολόκληρο οικοδόμημα καταρρέει στο δευτερόλεπτο-και δεν εννοώ το ναό που, δόξα τω Θεώ, είναι γερός, κατάγερος και τους φέρνει άφθονο χρήμα! Μιλώ για το άλλο οικοδόμημα που χτίζεται επί χρόνια, ένα αυθαίρετο κτίσμα που δεν μπορεί να γκρεμιστεί από μπουλντόζα, ένα κατασκεύασμα χωρίς θεμέλια, γιατί δε χτίστηκε πάνω στην αλήθεια. Κι ούτε καν την ακουμπάει. Δεν πειράζει που δεν άφησαν την ξεναγό μας να πει έστω και μία φράση μες στο ναό. Δεν πειράζει που την έκοψαν τόσο απότομα. Ίσως και να μη χρειαζόταν, αφού τα πάντα μιλούσαν εκεί μέσα. Κι έλεγαν πολλά. Έλεγαν τα πάντα. Και όλοι μας καταλάβαμε πως, μόλις 14 χιλιόμετρα από τα σύνορά μας, βοά η αλήθεια. Και το σπουδαιότερο είναι πως αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά και οι ίδιοι οι διαστρεβλωτές της. Αυτό είναι ολοφάνερο. Γι’ αυτό και δρουν όπως δρουν. Γιατί η αλήθεια καίει σαν το μεσημεριανό ήλιο τώρα το καλοκαίρι εδώ, στη μία και μόνη και αληθινή Μακεδονία. Κι όπως συμβαίνει με κάθε καυτή αλήθεια, όποιος δεν μπορεί να την αντέξει για πολύ αναζητάει τη σκιά του ψέματος για να κρυφτεί. Κι έπειτα παλεύει, σκεπάζοντας την αλήθεια και με τρόπους σκοτεινούς, να κάνει το ψέμα του να μοιάζει με αλήθεια και, ακόμη, να καταφέρει τους άλλους να το πιστέψουν. Κι όλο αυτό, γιατί αυτό τον συμφέρει και αυτό τον βολεύει. Και γι’ αυτό δεν τον νοιάζει καθόλου η αλήθεια. Η ξεναγός μας, λοιπόν, μας είπε υπέροχα όλα τα άλλα, αυτά που δε θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε χωρίς τη δική της καθοδήγηση: ανάμεσα στα πολλά άλλα, μας έδειξε το εγκαταλειμμένο σήμερα Προξενείο, όπου ο δικός μας Ίων Δραγούμης έπαιρνε τις σημαντικές αποφάσεις κι έγραφε τα λόγια του τα πύρινα για τη Μακεδονία-καταλαβαίνετε ποια Μακεδονία-, που, αν δεν τρέξουμε να τη σώσουμε, δε θα σωθεί κανείς μας. Μας οδήγησε στο συγκρότημα των τεράστιων ελληνικών σχολείων της πόλης, όπου σήμερα κάνουν μάθημα άλλα παιδιά. Και μας είπε και πράγματα εξαιρετικά παρήγορα και σπουδαία: για το ιδιαιτέρως σημαντικό έργο που επιτελούν οι δραστήριοι σύλλογοι των Μοναστηριωτών που ζουν στον τόπο μας σήμερα («Όταν δε βοηθάει η Πολιτεία, βρίσκονται κάποιοι ωραίοι τρελοί που παλεύουν και τα καταφέρνουν»)... Με όλα αυτά και μ’ άλλα τόσα η σημερινή μας επίσκεψη στο Μοναστήρι, στην κοντινή μας πόλη την οποία διασχίζει ο ποταμός Υδραγόρας (!), καταλάβαμε όλοι μας πολύ καλά πως η ελληνικότητα δε σβήνεται και δε χάνεται από τόπους όπου έχει αφήσει το δυνατό της στίγμα, από τόπους όπου έχει χαραχτεί με τόση γενναιοδωρία. Και το Μοναστήρι, τα γνωστά μας Βιτώλια, είναι ένας από αυτούς τους τόπους που είναι τελικά πολλοί και παντού σκορπισμένοι. Και εξαιρετικά ευλογημένοι… Αρνούμενη επίμονα να επιστρέψω 15/7/2013, Καστοριά Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου Εκπαιδευτικός-συγγραφέας *Όσο εκπληκτικό είναι αυτό το τέμπλο άλλο τόσο εκπληκτικό είναι το γεγονός πως δεν κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο ούτε μία (!) φωτογραφία έστω μιας από τις γραμμένες στα ελληνικά εικόνες του. Ούτε μία! Επίσης, όλες οι λήψεις στο εσωτερικό του ναού, αποκλειστικά από τους ίδιους φυσικά, γίνονται πάντα από μακριά και με πολλή προσοχή, ώστε να μη φανεί ούτε ένα ελληνικό γράμμα. Ούτε ένα! (Καταλαβαίνουμε όλοι πως είναι άλλο να λέμε πως η περιοχή ήταν ελληνική στην αρχαιότητα κι είναι τελείως άλλο να βλέπουμε πως εξακολουθούσε να είναι ελληνική ως πριν από 180 χρόνια-η Ιστορία, όπως όλοι ξέρουμε πολύ καλά, αποδεικνύει πως ήταν ελληνική ως πριν από 100 μόλις χρόνια...)Αλλά δόξα τω Θεώ που ο επισκέπτης του ναού μπορεί να δει αυτές τις θαυμάσιες εικόνες και δεν έχουν σβήσει ούτε αναποδογυρίσει ούτε αλλοιώσει τις επιγραφές τους, όπως έχουν κάνει σε άλλες περιπτώσεις. Πάλι καλά! Γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν φοβερό και μόνον ως ενδεχόμενο!... Αφιερώνεται με θερμές ευχαριστίες στην Παμμακεδονική, που μας έδωσε αυτήν τη σπάνια ευκαιρία, και, φυσικά, στην αξιοθαύμαστη Μοναστηριώτισσα που μας ξενάγησε. Και στο συνάδελφο και συνταξιδιώτη από Φλώρινα Κυριάκο, που και τι δεν ήξερε για τον τόπο που επισκεπτόμασταν… Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "ΟΔΟ" της Καστοριάς στις 25/7/2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια: