Ο καιρός της Φλώρινας

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

The Cambridge Ancient

ILLYRIANS AND NORTH-WEST GREEKS,
540-360 B.C., Volume 6, chapter 9d, N.G.L. HAMMOND

Page 433
‘’The North-West Greeks occupied a large area, extending in the west from the Gulf of Ambracia to the Gulf of Oricum and in the east to an imaginary line from the upper Achelous valley to the upper Erigon valley.
Their country was well-watered, mountainous and rich in pasture and forests and they engaged extensively in transhumant pasturalism. Their way of life differed little from that of the southern Illyrian tribes, and they too were organised in tribal groups (ethne) which were made up of constituent small tribes (phylai). The main groups from the south to the north were called Thesproti, Athamanes, Molossi, Atintanes, Chaones, Parauaei, Orestae, Elimiotae, Lyncestae and Pelagones’’. (see CAH III. 3, 271).


Pages 433-434
That the Epirotic tribes and the Macedonian tribes spoke Greek in the fifth century b.C., and indeed much earlier, has been argued in CAH III.3, 284. The conclusive evidence is in the decrees of the Molossian state c. 369 B.C., which are entirely Greek in language, onomastics and tribal forms. The names of the persons were given to them in the fifth century, presumably by Greek grandparents, and the names of the tribes had no doubt a very long history. Moreover, as the Molossian state can have formed only out of tribes of common language, it follows that the Thesprotian tribes spoke Greek, as three such tribes were members of the Molossian state. At the end of the sixth century, when the Orestae and their neighbours were ‘’Molossian’’ tribes, they too must have spoken Greek to join that state. Finally, if the Amymni of one decree are the same as the Amymones, a Chaonian tribe it follows that the Chaonian group spoke Greek, as we should indeed infer from the fact that the Greek-speaking Thesprotians accepted Chaonian command in 429 b.C., and that the Greek-speaking Epirote League later accepted the Chaonians as members. Nor was this Greek speech derived from the Corinthians and Corinthian colonists; for the dialect of the inscriptions was not Corinthian Doric (indeed even the alphabet was not Corinthian). It was evidently their own traditional Greek, probably West Greek, as some recorded inquiries at Dodona seem to show’’.

Οι σπουδαιότερες Μακεδονικές πόλεις της Λυγκιστήδος

Ηράκλεια.
Πόλη της περιοχής της Λυγκηστίδος η οποία κατελάμβανε την
πεδιάδα μεταξύ Φλωρίνης και Μοναστηρίου. Ήταν χτισμένη παρά την Εγνατία οδό, νότια του Μοναστηρίου, επί του ποταμού Λύγκου. Την ίδρυσε ο βασιλιάς Φίλιππος Β΄ το 359-358 π.Χ., που αποσκοπούσε στην προάσπιση της Μακεδονίας ,από τις επιδρομές, από βορρά των Παιόνων, και δυσμάς των Ιλλυριών κ.τ.λ.
Ο Στέφανος ο Βυζάντιος αναφέρει είκοσι τρεις (23) πόλεις με αυτό το όνομα. Αυτή την Ηράκλεια την αναφέρει ως, “Ηράκλεια Μακεδονίας, Αμύντα του Φιλίππου κτίσμα. Το εθνικόν Ηρακλεύς και Ηρακλειώτης και Ηρακλεώτης”. Αμύντας ο Φιλίππου είναι ο Αμύντας Β΄. Συνεπώς αν είναι έτσι, αν δηλαδή ίδρυσε την πόλη ο Αμύντας Β΄, το πιθανότερο είναι ότι ο Φίλιππος Β΄ την επανίδρυσε και την επεξέτεινε. Η ονομασία Ηράκλεια, δόθηκε προς τιμήν του Ηρακλή, του γενάρχη των Μακεδόνων βασιλέων. Οικοδομήματα και μνημεία έδωσαν στην πόλη ενδιαφέρουσα σημασία. Την περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, η Ηράκλεια μετονομάστηκε σε Πελαγονία και Ηράκλεια Πελαγονίας. Αναφέρεται από τον Ιεροκλή, το Στράβωνα (Ζ΄ 323), τον Πολύβιο
(ΛΔ΄ 12, 7) και τον Πτολεμαίο (Γ΄12, 30).

Λεβαίη (Λεβαία).
Βρισκόταν στην Άνω Μακεδονία, στη Λυγκηστίδα, στη σημερινή Φλώρινα. Το όνομα Λεβαία φέρει και ο σημερινός οικισμός του
δήμου Φιλώτα του νομού Φλωρίνης. Ο Ηρόδοτος αναφέρει την πόλη Λεβαία ως ευρισκόμενη, “ες την άνω Μακεδονίην” (Η΄ 137). Η πόλη αναφέρεται σε σχέση με τους αδελφούς Γαυάνη, Αέροπο και Περδίκκα, τους οποίους ο Ηρόδοτος θεωρεί ως ιδρυτές του Μακεδονικού κράτους. Οι ανακαλύψεις σημαντικών αρχαιολογικών ευρημάτων στην περιοχή Βεγόρας - Λεβαίας δίνουν στη Λεβαία ιδιαίτερη σημασία, αφού η πόλη που ανακαλύφθηκε φαίνεται ότι ήταν η πρώτη πρωτεύουσα των αρχαίων Μακεδόνων, πριν από την Έδεσσα. Η άποψη αυτή έχει βάση, δεδομένου ότι ο Ηρόδοτος λέει ότι στη Λεβαία υπήρχε βασιλιάς, αναφέροντας σχετικά: “…απίκοντο ες Λεβαίην πόλιν. Ενθαύτα δε εθήτευον επί μισθώ παρά τω βασιλέϊ, ο μεν ίππους νέμων, ο δε βους, ο δε νεώτατος αυτών Περδίκκης τα λεπτά των προβάτων.
Ήσαν δε το πάλαι και αι τυραννίδες των ανθρώπων ασθενέες χρήμασι, ου μούνον ο δήμος. Η δε γυνή του βα σιλέος αυτή τα σιτία σφι έπεσσε…”.
(Η΄137). ‘’…Έφθασαν στην πόλη Λεβαία. Εδώ υπηρέτησαν με μισθό το
βασιλιά, ο μεν βόσκοντας τα άλογα (Γαυάνης), ο δε τα βόδια (Αέροπος), και ο πιο νέος ο Περδίκκας τα μικρότερα ζώα (γιδοπρόβατα). Τον παλαιό καιρό φτωχοί ήταν και οι βασιλείς, όχι μόνο ο λαός. Η γυναίκα του βασιλιά, αυτή η ίδια ζύμωνε το ψωμί τους...’’.


Λύγκος.
Ο Στέφανος ο Βυζάντιος αναφέρει γι΄ αυτήν τα εξής: ‘’Λύγκος,
πόλις Ηπείρου. Στράβων εβδόμη. Εκλήθη από Λυγκέως. Το εθνικόν
Λυγκησταί. Το θηλυκόν Λυγκηστίς. Λέγεται και Λύγκιος ως Λύττιος. Λέγεται και
Λυγκεύς’’.

Βεύη.
Ο Στέφανος ο Βυζάντιος αναφέρει στη λέξη: ‘’Βεύη, πόλις
Μακεδονίας, και προς αυτή Βεύος ποταμός. Το εθνικόν Βευαίος’’. Έκειτο στην Άνω Μακεδονία, στη Λυγκηστίδα. Σήμερα υπάρχει οικισμός με την ονομασία Βεύη στο δήμο Μελίτης Φλωρίνης.

Πέτρες.
Σημαντικός οικισμός της ελληνιστικής περιόδου στην περιοχή
Πέτρες του δήμου Αμυνταίου Φλωρίνης, για το όνομα του οποίου δεν έχει δοθεί οριστική απάντηση. Βρισκόταν στο βόρειο άκρο της Εορδαίας και ήταν το πρώτο αστικό κέντρο που συναντούσε κανείς κατά τη διέλευσή του από τη Λυγκηστίδα στην Εορδαία. Περικλειόταν από τείχος και το πολεοδομικό σύστημα ήταν προσαρμοσμένο στην τοπογραφία της περιοχής. Ήταν αγροβιοτεχνική πόλη με οικονομική ευμάρεια και υψηλό βιοτικό επίπεδο.
Διέθετε εργαστήρια κεραμικής, μεταλλοτεχνίας και πιθανότατα γλυπτικής. Τα σπίτια ήταν οργανωμένα σε ομάδες τριών ή τεσσάρων και ήταν κτισμένα το ένα σε επαφή με το άλλο. Όργανωμένο σύστημα παροχής νερού κατέληγε σεκρήνες σε διάφορα σημεία της πόλης. Η πρώτη οικοδομική φάση του οικισμού ανάγεται στο δεύτερο ήμισυ του 4ου π.Χ. αιώνα, πιθανότατα στο πλαίσιο της επεκτατικής πολιτικής του Φιλίππου. Η πόλη απέκτησε την ολοκληρωτική μορφή της κατά το 2ο π.Χ. αιώνα, κάλυπτε όλη σχεδόν την έκταση του λόφου, 200 περίπου στρέμματα, και αριθμούσε περίπου 5.000 κατοίκους.

ΟΙ ΕΠΑΡΧΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Κατά τους χρόνους της ακμής του αρχαίου Μακεδονικού βασιλείου, η
Μακεδονία περιελάμβανε δεκαοκτώ επαρχίες. Ο αριθμός των επαρχιών
διαφοροποιείται και αλλού και αναφέρονται περισσότερες. Οι κύριες από
αυτές ήταν οι ακόλουθες:

1. Αλμωπία. Κατελάμβανε το νοτίως του όρους Βόρα τμήμα της Κεντρικής Μακεδονίας, στη κλειστή λεκάνη ανάμεσα από το Βόρα και το όρος Πάϊκο. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Εύρωπος (Αλμωπία), ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Όρμα και η Άψαλος.

2. Βισαλτία. Αποτελούσε το δυτικότερο έδαφος της Ανατολικής Μακεδονίας, στην πεδιάδα της Νιγρίτης, ως τις εκβολές του Στρυμόνος όπου και η Αμφίπολις. Εξετείνετο μεταξύ του όρους Βερτίσκου και του ποταμού Στρυμόνος. Στο Μακεδονικό στρατό παρέτασσε μία ίλη εταίρων, την ίλη της Αμφιπόλεως. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Βισαλτία, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Όσσα, η Άργιλος και η Βέργα.

3. Βοττιαία. Βρισκόταν στην Κεντρική Μακεδονία, ανατολικώς της Αλμωπίας και Ημαθίας και δυτικώς του Αξιού ποταμού, μεταξύ Λουδία (Λοιδία) και Αξιού, όπου σήμερα η επαρχία Γιαννιτσών. Στην επαρχία της Βοττιαίας ήταν η πρωτεύουσα της Μακεδονίας η Πέλλα. Στο Μακεδονικό στρατό συγκροτούσε τη Βοττιαία ίλη των εταίρων. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Πέλλα, δεύτερη πρωτεύουσα του κράτους, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Άλωρος, αι Ίχναι, η Αταλάντη, η Γορτυνία και η Ειδομένη.

4. Ελιμία ή Ελίμεια ή Ελιμιώτιδα. Εκτεινόταν μεταξύ Πίνδου προς δυσμάς και Καμβουνίων και Τιταρίου όρους προς νότον. Στη μέση κοιλάδα του ποταμού Αλιάκμονος, όπου σήμερα το νότιο τμήμα του νομού Κοζάνης και το βορειοανατολικό του νομού Γρεβενών. Προ του Αερόπου Α΄, ήταν χωριστό ανεξάρτητο βασίλειο. Πρώτος γνωστός βασιλιάς της Ελίμειας θεωρείται ο Αρριδαίος ο πατέρας του Δέρδα, σύμφωνα με την πληροφορία κατά την οποία, ‘’Δέρδας Αρριδαίου παις ανεψιός Περδίκκα και Φιλίππου’’. (Ο Περδίκκας και ο Φίλιππος που αναφέρονται είναι αδέλφια του Αλεξάνδρου Α΄). Στο Μακεδονικό στρατό παρέτασσε ιδιαίτερη τάξη πεζεταίρων, την Ελιμιώτιδα τάξη. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Έλιμα, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Αίανα, Κέρτος, Φυλακαί, Τύρισσα και Εράτυρα.

5. Εορδαία. Πολύ παλαιότερα οι Εορδαίοι κατοικούσαν στην άνω κοιλάδα του Εορδαϊκού, στη σημερινή περιοχή της Κορυτσάς και της Μπίγλιστας. Εκδιωχθέντες, εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της λίμνης Βεγορίτιδος και της σημερινής επαρχίας Πτολεμαΐδος. Έκειτο δυτικώς του όρους Βερμίου. Προ του Αερόπου Α΄, ήταν και αυτή χωριστό ανεξάρτητο βασίλειο. Στο Μακεδονικό στρατό παρέτασσε ιδιαίτερη τάξη πεζεταίρων, την Εορδαία τάξη. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Εορδαία, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Άρνισσα, αι Κέλλαι και η Βέγορρα. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος στη λέξη Εορδαίαι αναφέρει:
‘’Εορδαίαι, δύο χώραι, Μυγδονίας και Μακεδονίας. Εισί και άλλαι δύο, η μεν Ιβηρίας η δε Θράκης, από Εορδού τινος. Ο οικήτωρ Εορδαίος…’’.

6. Ηδωνίδα. Ονομαζόταν και Άντανδρος (Αριστοτ., παρά Στέφ. Βυζ., στη λέξη Άντανδρος). Ήταν η ανατολικότερη Μακεδονική επαρχία. Έκειτο μεταξύ Στρυμόνος και Νέστου, όπου σήμερα οι νομοί Δράμας και Καβάλας, ενώ προς νότον βρεχόταν από το Αιγαίο πέλαγος. Περιελάμβανε ολόκληρη την περιοχή του Παγγαίου, ενώ σε αυτήν υπαγόταν και η Θάσος. Γενάρχης και επώνυμος των Ηδωνών ήταν ο Ηδωνός, υιός του Άρεως και της Καλλιρρόης, θυγατέρας του Νέστου. Εκτός των Ηδωνών, οι οποίοι έδωσαν το όνομά τους στη χώρα, εκεί ήσαν εγκατεστημένοι και οι Πίερες, όπως αναφέρεται από το
Θουκυδίδη, οι οποίοι διωχθέντες εκ της πατρίδος των έκτισαν την πόλη Μεθώνη, ομώνυμη της Μεθώνης της Πιερίας. Πρωτεύουσα πόλις της Ηδωνίδος ήταν η Μύρκινος, η οποία αναφέρεται από το Θουκυδίδη (Δ΄106- 108), και κατόπιν η Αμφίπολις, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν οι Φίλιπποι, η Απολλωνία, η Γαληψός, η Οισύμη, το Δάτον και η Νεάπολις.

7. Ημαθία. Βρισκόταν στην Κεντρική Μακεδονία, ανατολικώς του Βερμίου και μεταξύ των ποταμών Αλιάκμονος και Λουδία. Υπήρξε ο πυρήν του Μακεδονικού βασιλείου, το οποίο επί Περδίκκα Α΄ ονομαζόταν βασίλειον της Ημαθίας. Ευρίσκετο στην περιοχή του σημερινού νομού Ημαθίας και της επαρχίας Εδέσσης. Στο Μακεδονικό στρατό παρέτασσε μία τάξη πεζεταίρων και μία ίλη εταίρων τη Λευγαία ίλη.

8. Κρηστωνία. Βρισκόταν στην Κεντρική Μακεδονία, μεταξύ Βισαλτίας και Μυγδονίας, στο σημερινό νομό Κιλκίς έως το όρος Δύσωρον (Κρούσια), από τον Αξιό έως το Στρυμόνα. Στο Μακεδονικό στρατό συγκροτούσε μία ίλη εταίρων. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Κρηστών, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Αντιγόνεια, η Ξυλόπολις και η Τέρπυλλος.

9. Λυγκηστίδα ή Λύγκον. Αποτελούσε τμήμα της Δυτικής Μακεδονίας,
εκτεινομένη μεταξύ της λίμνης Λυχνίτιδος (Αχρίδος) και του όρους Βόρα. Απλωνόταν στη μέση κοιλάδα του Εριγώνος και στις λίμνες Πρέσπες, όπου σήμερα ο νομός Φλωρίνης. Ο πρώτος βασιλιάς της Λύγκου ο Αέροπος, όπως αναφέρει ο Μελισσεύς στα Δελφικά, ήταν υιός του Ημαθίωνος. Αυτό από μόνο του προσδιορίζει τη συγγένεια των Μακεδονικών εθνών (φυλών). Προ του Αερόπου Α΄ ήταν ανεξάρτητο βασίλειο. Από τη Λυγκηστίδα καταγόταν η δυναστεία των Βακχιαδών, οι οποίοι ήσαν αντίζηλοι των Αργεαδών. Μέλη της
δυναστείας ανήλθαν στο θρόνο της Μακεδονίας. Η Λυγκηστίς ήταν η μόνη επαρχία της Άνω Μακεδονίας, η οποία, προ του Φιλίππου, είχε έλθει σε σύγκρουση με το κεντρικό βασίλειο της Μακεδονίας. Στο Μακεδονικό στρατό παρέτασσε μία τάξη πεζεταίρων, τη Λυγκηστίδα τάξη, η οποία παρατασσόταν μαζί με την Ορεστίδα τάξη. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Ηράκλεια (Λυγκηστική), ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Μελιττών, η Βεύη, η Κέλλη και η Άθακος. Η Λύγκος αναφέρεται από το Θουκυδίδη κατά τη δεύτερη εκστρατεία του βασιλιά Περδίκκα Β΄ και του Σπαρτιάτη στρατηγού Βρασίδα εναντίον του Αρραβαίου το 422 π.Χ. (Θουκυδ., Δ΄123-124).

10. Μυγδονία. Βρισκόταν ανατολικώς του Αξιού, στις λίμνες Λαγκαδά και Βόλβη, έως το Στρυμονικό κόλπο και τη σημερινή περιοχή της Θεσσαλονίκης. Στο Μακεδονικό στρατό συγκροτούσε δύο ίλες εταίρων, την Απολλωνία ίλη και την Ανθεμουσία ίλη. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Θεσσαλονίκη. Δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Θέρμη, η Χαλάστρα, η Σίνδος, η Στρέψα, η Στάγειρος, η Απολλωνία και η Λητή.

11. Οδομαντική. Βρισκόταν βορείως της Ηδωνίδος, στο μεταξύ Ροδόπης και Στρυμόνος τμήμα της Ανατολικής Μακεδονίας, όπου σήμερα ο νομός Σερρών. Από τα βόρεια ορεινά τμήματα της επαρχίας αυτής, αλλά και της Ηδωνίδος, στρατολογήθηκαν οι Οδρύσσες ιππείς, οι οποίοι υπήρξαν πολύτιμοι στη στρατιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Σίρις (Σέρραι), ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Σκοτούσσα και η Γαρησκός.

12. Ορεστίδα. Εκτεινόταν στα παρά την Ήπειρο σύνορα της Δυτικής
Μακεδονίας, μεταξύ Αλιάκμονος και Αώου και ιδιαίτερα στη άνω κοιλάδα του Αλιάκμονος και στις πηγές του Εορδαϊκού, όπου σήμερα ο νομός Καστοριάς και η κοιλάδα της Μπίγλιστας στην Αλβανία. Προ του Αερόπου Α΄ ήταν χωριστό ανεξάρτητο βασίλειο. Στο Μακεδονικό στρατό παρέτασσε ιδιαίτερη τάξη πεζεταίρων, την Ορεστίδα τάξη. Από την Ορεστίδα καταγόταν ο οίκος του Ορόντη, ο Κρατερός και άλλοι. Ορεστίς ελέγετο και η σημερινή λίμνη της Καστοριάς. Ο Στράβων αναφέρει για την Ορεστίδα. ‘’Η δ΄ Ορεστίς πολλή, και όρος έχει μέγα μέχρι του Κόρακος της Αιτωλίας καθήκον και του Παρνασσού,
περιοικούσι δ΄ αυτοί τε Ορέσται και Τυμφαίοι…’’. ‘’Η δε Ορεστίς έχει μεγάλη έκταση, έχει και μεγάλο όρος που εκτείνεται έως τον Κόρακα της Αιτωλίας και τον Παρνασό, γύρω από αυτό δε κατοικούν οι ίδιοι οι Ορέσται και οι Τυμφαίοι….’’. (Γεωγρ., Ζ΄ απόσπ. 6). Πόλεις της Ορεστίδος ήταν το Κέλετρον, η Αμαντία, η Αρμονία και το Άργος Ορεστικόν.

13. Μακεδονική Παιονία. Ήταν η βορειότερη Μακεδονική χώρα. Στη μέση κοιλάδα του Αξιού, όπου σήμερα η Γευγελή, το Τίτο Βέλες και η Στρώμνιτσα. Στο στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου παρέτασσε χωριστό τμήμα ιππικού. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν οι Στόβοι, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Αντιγόνεια, Άβυδος, Αλμάνα, Αμυδών, Βυλάξωρα, η Δόβηρος, η Άστιβος, η Δερρίοπος (Δευρίοπος), το Αστραίον. (Το Αστραίον είναι η σημερινή πόλη Στρώμνιτσα. Αναφέρεται από τον Τίτο Λίβιο ως Astraeum (XL 24) και τον Πτολεμαίο (Γ΄13,27) ως Αίστραιον. Αστραίος είναι ο έναστρος, ο προερχόμενος εκ των άστρων. Με το ίδιο όνομα υπήρχε ποταμός της Μακεδονίας μεταξύ Βεροίας και Θεσσαλονίκης. ‘’Αιλιανός, Περί ζώων, ΙΕ΄ 1’’).

14. Πελαγονία. Βρισκόταν δυτικότερα της Παιονίας, βορειότερα από τη
Λυγκηστίδα, στην άνω κοιλάδα του Εριγώνος. Προς βορράν και δυσμάς συνώρευε με την Ιλλυρία. Εκτεινόταν προς το ανώτερο τμήμα του Αξιού, στο σημερινό Μοναστήρι έως τους Στόβους. Στην περιοχή αυτή κυριαρχούσαν, τον περισσότερο καιρό οι Λυγκησταί, έως ότου επί βασιλείας του Αερόπου Α΄, ενσωματώθηκαν στο κεντρικό Μακεδονικό βασίλειο. Αναφέρεται ήδη από τον Όμηρο, ο οποίος παράγει το όνομά της από τον Πελαγόνα, υιό του Αξιού. Το 359 π.Χ. προσαρτήθηκε στο Μακεδονικό βασίλειο από το Φίλιππο Β΄. Στο
Μακεδονικό στρατό παρέτασσε μία τάξη πεζεταίρων την Πελαγονία τάξη. Ο Στράβων αναφέρει ότι: ‘’Τριπολίτις γουν η Πελαγονία ελέγετο, ης και Άζωρος ήν, και επί τω Ερίγωνι πάσαι αι των Δευριόπων πόλεις ώκηντο, ων το Βρυάνιον και Αλαλκομεναι και Στύβαρα’’. (Γεωγρ., Ζ΄ 7.9). ‘’Η Πελαγονία ονομαζόταν τριπολίτις, και σ΄ αυτήν ανήκε και η Άζωρος. Όλες οι πόλεις των Δευριόπων ήταν κτισμένες στις όχθες του Ερίγωνος και κάποιες από αυτές ήσαν το Βρυάνιον, οι Αλαλκομεναί και Στύβαρα’’. Πρωτεύουσα πόλη της ήταν
η Πελαγονία, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν το Πισσαίον, οι Αλκομεναί, η Αυδάριστος. Η Πελαγονία παρέμεινε ενσωματωμένη στο Μακεδονικό κράτος μέχρι της Ρωμαϊκής κατακτήσεως. Επί Βυζαντινών αποτελούσε τμήμα μιας των δύο επαρχιών της Μακεδονίας.

15. Πιερία. Ήταν η νοτιότερη Μακεδονική επαρχία. Εκτεινόταν κατά μήκος των συνόρων προς τη Θεσσαλία. Απλωνόταν από τον Όλυμπο και τα Πιέρια έως το Θερμαϊκό κόλπο, όπου σήμερα ο νομός Πιερίας. Στο Μακεδονικό στρατό συγκροτούσε μία ίλη εταίρων. Κύριες πόλεις της ήταν η Μεθώνη, η Πύδνα και το Δίον, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν το Αιγίνιον, το Ηράκλειον, τα Λείβηθρα, η Πέτρα, η Πίμπλεια και η Φίλα.

16. Σιντική. Βρισκόταν εκεί όπου ευρίσκεται η σημερινή επαρχία Σιντικής (Σιδηροκάστρου). Εκτεινόταν όμως και στη μέση κοιλάδα του Στρυμόνος, έως το Μελένικο, στη σημερινή Βουλγαρία. Πρωτεύουσα πόλις της ήταν η Ηράκλεια Σιντική, ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Τρίστολος και η Παρθικόπολις.

17. Τυμφαία ή Στυμφαία ή Στυμφαλία ή Στυμφαλίτιδα. Απλωνόταν προς τις ανατολικές κλιτύες της Πίνδου και της Τύμφης, έως τα Χάσια και την Καλαμπάκα, την οποία ο Στράβων τοποθετεί στην Τυμφαία. Προ του Αερόπου Α΄, ήταν χωριστό ανεξάρτητο βασίλειο. Από την Τυμφαία καταγόταν οι πριγκηπικοί οίκοι του Πολυσπέρχοντος, του Πολεμοκράτους, του Ανδρομένους κ.ά. Στο Μακεδονικό στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου παρέτασσε χωριστή τάξη πεζεταίρων, την Τυμφαία τάξη.

18. Χαλκιδική. Βρισκόταν όπου και η σημερινή Χαλκιδική. Προ του Φιλίππου Β΄ στη Χαλκιδική υπήρχαν πολλές αποικίες των νοτίων Ελλήνων. Όλυνθος, Ποτίδαια κ.τ.λ. Χάρις στα μεταλλεία σιδήρου, ο Φίλιππος εγκατέστησε εκεί τα εργαστήρια όπλων, τα οποία τόσο βοήθησαν το Μέγα Αλέξανδρο στον ανεφοδιασμό της στρατιάς του στην Ασία. Στο Μακεδονικό στρατό οι Χαλκιδείς συγκροτούσαν μία ίλη εταίρων. Κύριες πόλεις της ήταν η Ποτίδαια και η Όλυνθος (Ηρόδ, Ζ 122), ενώ δευτερεύουσες πόλεις της ήταν η Σάνη, η οποία ήταν αποικία των Ανδρίων, (Θουκ., Δ΄108-110, Ηρόδ., Ζ΄22), η Άσσα
(Ηρόδ, Ζ΄122), η Σάρτη (Ηρόδ, Ζ΄122, ), η Μένδη (Ηρόδ., Ζ΄123), η Σκιώνη (Ηρόδ., Ζ΄123), η Άφυτις (Ηρόδ., Ζ΄123, Θουκ., Α΄64-66), η Μηκυβέρνη (Ηρόδ., Ζ΄122), η Σερμύλη (Ηρόδ., Ζ΄122, Θουκ., Α΄64-66), η Τορώνη (Ηρόδ., Ζ΄122, Θουκ., Δ΄108-110), η Σίγγος (Ηρόδ., Ζ΄122), η Θύσσος (Ηρόδ., Ζ΄22, Θουκ., Δ΄108-110), αι Κλεωναί (Ηρόδ., Ζ΄22, Θουκ., Δ΄108-110), η Ολόφυξος (Ηρόδ., Ζ΄22, Θουκ., Δ΄108-110), η Αιγή (Ηρόδ., Ζ΄123), η Θέραμβος (Ηρόδ.,Ζ΄123) και το Δίον (Ηρόδ., Ζ΄22, Θουκ., Δ΄108-110)


florina-history ΔΟΓΑΣ Ι. ΜΗΝΑΣ

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδος


Κατά την Ελληνιστική εποχή οι συνθήκες είχαν ωριμάσει, έτσι ώστε οι βασιλείς ιδρύουν πόλεις σε διάφορες περιοχές της επικράτειάς τους. Στην Άνω Μακεδονία ο Αντίγονος Γονατάς έχτισε στην περιοχή του Αξιού την Αντιγόνεια, ενώ ο Φίλιππος Ε', το 183 π.Χ., έχτισε, σύμφωνα με μαρτυρία του Αίβιου, μία πόλη στην κοιλάδα του Εριγώνα, στην οποία έδωσε το όνομα Περσεΐς προς τιμήν του γιου του Περσέα. Από επιγραφικές μαρτυρίες γνωρίζουμε επίσης την ύπαρξη των πόλεων Γρήια, Στύβερρα, Τέλα, Ευδάριστος στην Εορδαία, Δερρίοπος, Ελίμεια και Πελαγονία αντίστοιχα.
Κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου μακεδονικού πολέμου οι περισσότερες συγκρούσεις μεταξύ Ρωμαίων και Μακεδόνων έγιναν στην Άνω Μακεδονία και προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στην περιοχή. Μετά τη μάχη της Πύδνας, το 168-167 π.Χ., και τη λήξη του τρίτου μακεδονικού πολέμου, η Λυγκηστίδα και η Εορδαία, μαζί με τις άλλες περιοχές της Άνω Μακεδονίας, αποτέλεσαν την τέταρτη μερίδα. Το 148-147 π.Χ., με τη μετατροπή της Μακεδονίας σε ρωμαϊκή επαρχία, δόθηκαν στις περιοχές αυτές ιδιαίτερα προνόμια εξαιτίας της ανεχτικής στάσης τους απέναντι στους καταχτητές Ρωμαίους. Ωστόσο, παρά την επίδειξη φιλορωμαϊκής διάθεσης, φαίνεται ότι τα πρόσωπα των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων διατηρούσαν ανέπαφη την εθνική τους συνείδηση. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί η μελέτη των ιστορικών ονομάτων, στη χρήση των οποίων διαφαίνεται η κλασικιστική μόδα της εποχής, ενώ διατηρούνται και οι οικογενειακές παραδόσεις.
Το καθεστώς της ελευθερίας, που παραχώρησαν οι Ρωμαίοι, διευκόλυνε και διατήρησε την επικοινωνία και τις πολιτιστικές επαφές της Άνω και Κάτω Μακεδονίας, γεγονός που συνέτεινε στη διατήρηση των πολιτισμικών χαρακτηριστικών για μακρό χρονικό διάστημα και μετά τη ρωμαϊκή κατάχτηση. Ενισχυτικό στοιχείο της άποψης αυτής προσφέρουν και οι πολυάριθμες, ελληνικές στο σύνολό τους, επιγραφές των πρώτων
μεταχριστιανιχών αιώνων. H παντελής έλλειψη λατινικών επιγραφών δείχνει ότι όχι μόνο δεν άλλαξε ο πολιτισμικός χαραχτήρας του καταχτημένου χώρου, αλλά αντίθετα σταδιακά αφομοιώθηκαν οι Ρωμαίοι καταχτητές.
Γύρω στο 130 με 120 π.Χ, κατασκευάζεται η Εγνατία οδός από τον ανθύπατο Γναίο Εγνάτιο. H οδός, που σε πολλά σημεία της ακολούθησε προϋπάρχοντες δρόμους, είχε αρχικό προορισμό τη διακίνηση των ρωμαϊκών στρατευμάτων. Ξεκινούσε από τη Ρώμη και, μέσω της Αππίας οδού, έφθανε στο Δυρράχιο και από εκεί, κατευθυνόμενη ανατολικά, κατέληγε στο Βυζάντιο.
Ουσιαστικά, ήταν βασικός κόμβος κυκλοφορίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, όχι μόνο για στρατιωτικούς λόγους αλλά και για τους επιχειρηματίες και τους εμπόρους της εποχής, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν οικονομικά όλες οι περιοχές από τις οποίες διερχόταν. Στους χρόνους της ύστερης αρχαιότητας πολλοί από τους σταθμούς της Εγνατίας οδού έγιναν κάστρα ή οχυρωμένοι οικισμοί και ορισμένοι εξελίχθηκαν σε σημαντικές βυζαντινές πόλεις.
θέσεις Ελληνιστικής εποχής, εκτός από αυτή των Πετρών και του λόφου του Αγίου Παντελεήμονα, εντοπίστηκαν σε αρκετές περιοχές του νομού. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη ελληνιστικών οικιστικών εγκαταστάσεων στο Αμμοχώρι, στις Άνω Κλεινές, στην Παλαίστρα, στον Παπαγιάννη, στην Πρώτη, στην Τριανταφυλλέα, στον Άγιο Παντελεήμονα, στη Βεγόρα και στην αγροτική περιοχή Αμυνταίου. Σε πολλές από αυτές διαπιστώνονται και προγενέστερες φάσεις, κυρίως της εποχής του Σιδήρου, αλλά και η μεταγενέστερη επιβίωσή τους στα ρωμαϊκά και καμιά φορά και στα βυζαντινά χρόνια.
Σημαντικές φθορές υπέστησαν οι πόλεις και η ύπαιθρος κατά τη διάρκεια του ρωμαϊκού εμφύλιου πολέμου (48-42 π.Χ.), μεταξύ Καίσαρα και Πομπηίου. Οι απώλειες από τις πολεμικές συγκρούσεις κατά τους δύο τελευταίους προχριστιανιχούς αιώνες, τόσο στην οικονομία όσο και στο έμψυχο δυναμικό, επέφεραν την πληθυσμιακή αποδυνάμωση και τη σταδιακή οικονομική παρακμή της περιοχής. Σύμφωνα με το γεωγράφο Στράβωνα η Άνω Μακεδονία ερημώθηκε και κατοικούνταν κατά κώμες. H βελτίωση των γενικών συνθηκών κατά την αυτοκρατορική εποχή ευνόησε την εκ νέου άνθηση των λίγων στην περιοχή πόλεων, χωρίς να μεταβάλλει ριζικά την εικόνα. O πληθυσμός της περιοχής φαίνεται ότι πολλαπλασιάζεται, όπως αποδεικνύεται από την αύξηση του αριθμού των Θέσεων. Απαριθμώντας απλώς τις σημαντικότερες από αυτές τις Θέσεις, αναφέρουμε τον μεγάλο αριθμό γλυπτών και επιγραφών που προέρχονται από την Αχλάδα, καθώς και τους ρωμαϊκούς οικισμούς στη Βεύη, στο Εθνικό, στις Κάτω Κλεινές. Σημειώνουμε ακόμη τους οικισμούς στη Μελίτη, στο Παρόριο, στη Σιταριά, στην Κάτω Υδρούσα, στην Αγία Παρασκευή, στο Αντίγονο, στο Λιμνοχώρι, στον σύγχρονο οικισμό των Πετρών και στην αγροτική περιοχή μεταξύ Βεγόρας και Λακκιάς, όπου έγιναν πριν μία εικοσαετία δοκιμαστικές τομές και αποκαλύφτηκαν αποθηκευτικοί χώροι αγροτικού συγκροτήματος. Αρκετοί από τους οικισμούς αυτούς επιβιώνουν και κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

florina-history (Η Φλώρινα και η περιοχή της, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας 2002)

O ανασκαφικός χώρος στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα

Στην εποχή του Φιλίππου B' τοποθετείται με μεγάλη πιθανότητα η πρώτη οργανωμένη εγκατάσταση στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα, στην πόλη της Φλώρινας, όπως αποδεικνύει η κεραμική των παλαιότερων ανασκαφικών στρωμάτων. H ανεύρεση, όμως, κεραμικής της 2ης χιλιετίας σε μεταγενέστερα στρώματα είναι ενδεικτική της κατοίκησης της Θέσης από τα προϊστορικά ακόμα χρόνια. O οικισμός που ανασκάπτεται, από τις αρχές της δεκαετίας του '80 στη Θέση αυτή, ανήκει στην Ελληνιστική εποχή και απλώνεται επάνω στα άνδηρα της βόρειας πλαγιάς του λόφου. Λίγο χαληλώτερα βρίσκεται το πρώην ξενοδοχείο «Ξενία», όπου την περίοδο 1930-1934 ανασκάφτηκε από τους A. Κεραμόπουλλο και Γ. Μπαχαλάκη τμήμα της ίδιας αρχαίας πόλης, τα λείψανα της οποίας εξαφανίστηκαν μέσα στη δεκαετία του '60, κατά την ανέγερση του «Ξενία».
O ανασκαμμένος ως σήμερα χώρος, επάνω σε επάλληλα άνδηρα, καταλαμβάνει έκταση 8 περίπου στρεμμάτων. Έχουν αποκαλυφθεί 4 οικοδομικά τετράγωνα με προσανατολισμό από τα ανατολικά προς τα δυτικά, που χωρίζονται από τρεις κάθετους δρόμους, πλάτους 3 μ., και ορίζονται από δυτικά από δρόμο ανάλογου πλάτους, που οριοθετεί και τη θέση του ψηλότερου ανδήρου. Επάνω από τον δρόμο αυτόν έχουν ερευνηθεί τμήματα και άλλων οικοδομικών τετραγώνων, που χωρίζονται με κάθετους δρόμους που συνεχίζονται και στα ψηλότερα άνδηρα. Οι δρόμοι αυτοί δεν είναι πάντα εντελώς ευθείς, καθώς οι εξωτερικοί τοίχοι των κτηρίων γωνιάζουν μερικές φορές μέσα σ' αυτούς περιορίζοντας τα κατωφεριχά οδοστρώματα. Μικρότεροι δρόμοι, πλάτους 1-1,50 μ., μέσα στα οικοδομικά τετράγωνα διευκόλυναν την πρόσβαση στα σπίτια και την αποχέτευση των όμβριων υδάτων. Μερικές φορές στους δρόμους υπήρχαν και βαθμίδες που διευκόλυναν την άνοδο στα ψηλότερα επίπεδα, αλλά και αποχετευτικοί αγωγοί καλυμμένοι με λίθινες πλάκες.
Κάθε οικοδομικό τετράγωνο περιελάμβανε 4-5 σπίτια με ισάριθμους χώρους το καθένα. Ένας χώρος ήταν σχεδόν πάντα υπαίθριος.
Οι αποθηκευτικοί χώροι είχαν τις περισσότερες φορές μεγάλα πιθάρια τοποθετημένα μέσα στο δάπεδο. Σε πολλά από αυτά βρέθηκαν υπολείμματα καμμένων σιτηρών. Υπήρχαν και χώροι με εστίες, αλλά και εργαστηριακοί με κλιβάνους και υπολείμματα εγκαταστάσεων επεξεργασίας κυρίως σιδερένιων αντικειμένων. Οι τοίχοι των κτηρίων στο κάτω μέρος τους ήταν λίθινοι και στο επάνω πλίνθινοι, επιχρισμένοι συχνά με λευκά κονιάματα. Τα δάπεδα ήταν συνήθως χωμάτινα, αλλά μερικές φορές ήταν στρωμένα με φυσικές ψηφίδες ή κομμάτια κεραμιδιών. H στέγαση γινόταν με κεραμίδες που αρκετές από αυτές είχαν εγχάραχτη διακόσμηση ή έφεραν σφραγίδες με επιγραφές, όπως ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ.
Στην ανασκαφή του οικισμού βρέθηκε πλήθος πήλινων αγγείων, απλών αβαφών, μελαμβαφών, με ανάγλυφη διακόσμηση, αλλά και με επίθετα χρώματα. Στον οικισμό πρέπει να υπήρχε εργαστήριο κατασκευής τουλάχιστον ανάγλυφων αγγείων, όπως δείχνει η ανεύρεση μητρών και σφραγίδων, σε πολλά όμως αγγεία αναγνωρίζονται οι ίδιες μήτρες κατασκευής με ανάγλυφα αγγεία της Πέλλας. Τα διακοσμητικά Θέματα είναι ποικίλα, φυτικά, σκηνές της καθημερινής ζωής, κυρίως όμως μυθολογικά (κυριαρχούν τα Θέματα του τρωικού κύκλου), που αποδεικνύουν καλή γνώση της μυθολογίας από τους κατοίκους του οικισμού. Οι ενσφράγιστες λαβές αμφορέων από διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου (Θάσο, Ρόδο, Κω, ιταλική χερσόνησο κλπ.) και το πλήθος των νομισμάτων (Μακεδόνων βασιλέων, Πέλλας, Αμφίπολης, Θεσσαλονίκης, αλλά και αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα) αποδεικνύουν εκτεταμένες εμπορικές συναλλαγές. Η λατρεία των Θεών του ελληνικού πανθέου (της Αφροδίτης, της Άρτεμης, της Μητέρας των Θεών, του Ερμή κλπ.) αποδεικνύεται από τις απεικονίσεις τους κυρίως στα πήλινα ειδώλια. Το πλήθος των υφαντικών βαρών αποδεικνύει μία ανεπτυγμένη υφαντουργία, ενώ ο μεγάλος αριθμός των γεωργικών εργαλείων και οι ποσότητες των αποθηκευμένων σιτηρών μαρτυρούν την ενασχόληση των κατοίκων με τη γεωργία και διάφορα είδη οικοτεχνίας (επεξεργασία μεταλλευμάτων, κοροπλαστιχή κλπ.).
Από το νεκροταφείο του οικισμού είναι γνωστοί μόνον τρεις λαξευτοί θαλαμωτοί τάφοι της Ελληνιστικής εποχής, με διάδρομο εισόδου και καμαρωτή οροφή, που ανασκάφτηκαν παλαιότερα στις υπώρειες της ανατολικής πλαγιάς του λόφου.
H κατοίκηση του οικισμού έληξε με μία πυρκαγιά στις αρχές του 1ου αιώνα π.Χ. Τα ευρήματα της ανασκαφής εκτίθενται στον δεύτερο όροφο του Αρχαιολογικού Μουσείου Φλώρινας.

florina-history (Η Φλώρινα και η περιοχή της, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας 2002)

Κλασική περίοδος

Μετά την εποχή του Σιδήρου υπάρχει στην έρευνα ένα μεγάλο κενό ως τα ύστερα κλασικά χρόνια, που οφείλεται μάλλον στην περιορισμένη έκτασή της ως σήμερα. Το κενό αυτό αναπληρώνεται εν μέρει από τις πληροφορίες των ιστορικών πηγών (Ηρόδοτος Θ', 1, Θουκυδίδης 4, 124 -128), σύμφωνα με τις οποίες στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. η ισχυρότερη φυλή της περιοχής ήταν οι Λυγκηστές, με ένα βασιλικό οίκο που καταγόταν από την Κόρινθο και είχε Θεμελιωτή τον Αρραβαίο (450 π.Χ.). Μ' αυτόν τον βασιλιά πολέμησε το 423 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς Περδίκκας και ο Σπαρτιάτης Βρασίδας. Οι ίδιες πηγές δίνουν πληροφορίες και για την Εορδαία, περιοχή που είχε καθοριστικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη του βορειοδυτικού τμήματος του μακεδονικού κράτους, ιδίως μετά τη διέλευση από εκεί της Εγνατίας οδού τον 2ο αιώνα π.Χ.
Η Άνω Μακεδονία ήταν κατοικημένη από ελληνικά συγγενικά φυλετικά στοιχεία, οργανωμένα ως την ύστερη αρχαιότητα σε έθνη με αγροτική οικονομία, μικρούς οικισμούς και λίγα αστικά κέντρα. Σύμφωνα με τον γεωγράφο Στράβωνα, τα έθνη αυτά έγιναν «ξύμμαχα και επήχοα» των Μακεδόνων βασιλέων, ώσπου ο Φίλιππος Β', μετά τη νικηφόρα εκστρατεία του εναντίον των Ιλλυριών, το 358 π.Χ., τα ενσωμάτωσε στο μακεδονικό κράτος. Για να προστατευθούν, μάλιστα, καλύτερα τα σύνορα του κράτους και να ενοποιηθούν οι φυλετικές ομάδες μετοίκησε στην περιοχή πληθυσμό από την Κάτω Μακεδονία.
Τότε πρέπει να δημιουργήθηκαν και οι πρώτες οργανωμένες οικιστικές μονάδες. Η αποκάλυψη τμήματος νεκροταφείου της Κλασικής εποχής στο Φαράγγι αποδεικνύει την ύπαρξη οργανωμένου οικισμού, ενώ ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης μας παραδίδουν τα ονόματα δύο σημαντικών πόλεων της Κλασικής εποχής, της Λεβαίας και της Άρνισσας, η Θέση των οποίων δεν έχει εντοπισθεί ως σήμερα. Το όνομα μίας ακόμα πόλης, της Βοκερίας, αναφέρεται σε χαμένη σήμερα επιγραφή των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Για τη Θέση της πόλης έχει προταθεί η Βεγόρα, στην περιοχή της οποίας έχουν αποκαλυφθεί ευρήματα κυρίως των ρωμαϊκών χρόνων.
Ένα τυχαίο ωστόσο εύρημα, μία χάλκινη ασπίδα με άστρο, ως επίσημα, και τμήμα επιγραφής ΒΑΣΙΛΕ[ΩΣ ]Υ, μαρτυρεί την ύπαρξη στην περιοχή ενός σπουδαίου κέντρου της Ελληνιστικής εποχής. Έχει προταθεί η συμπλήρωση της επιγραφής με το όνομα του βασιλιά Αντιγόνου, ο οποίος στη μάχη του 294 π.Χ. στην περιοχή ηττήθηκε από τον βασιλιά Πύρρο της Ηπείρου, που αφιέρωσε τα λάφυρα στο ιερό του Δία στη Δωδώνη. Μεσαιωνικά οδοιπορικά αναφέρουν ακόμα μία πόλη, την Κέλλη, η θέση της οποίας τοποθετείται με πιθανότητα ανάμεσα στις λίμνες των Πετρών και της Βεγορίτιδας, ενώ επιγραφή ρωμαϊκών χρόνων μας παραδίδει την πόλη Λύκα, που ταυτίστηκε με τα λείψανα της ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής που ανασκάφτηκαν στη νησίδα του Αγίου Αχιλλείου. Τέλος, από μιλιάριο της ύστερης αρχαιότητας, πιθανολογείται η ύπαρξη μίας ακόμα πόλης με το όνομα Εορδαία.
Η βασική μορφή πολιτειακής οργάνωσης των κατοίκων της Άνω Μακεδονίας ήταν η κώμη. Η ύπαρξη κωμών είναι γνωστή από την εποχή του Θουκυδίδη, καθώς, σύμφωνα με μαρτυρία του ιστορικού, ο Περδίκκας το 423 π.Χ. εισέβαλε στις κώμες του βασιλιά των Λυγκηστών Αρραβαίου. Η μόνη γνωστή κοινότητα της Άνω Μακεδονίας των κλασικών χρόνων είναι η Άρνισσα, την οποία αναφέρει ο Θουκυδίδης στα πλαίσια των επιχειρήσεων του βασιλιά της Σπάρτης Βρασίδα, δεν έχουμε όμως καμιά άλλη πληροφορία γι' αυτήν. Σύμφωνα με έμμεση μαρτυρία του Δημοσθένη, η δημιουργία των πόλεων φαίνεται πως αρχίζει στα χρόνια του Φιλίππου Β', όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, με την ενσωμάτωση των εθνών της Άνω Μακεδονίας στο μακεδονικό βασίλειο και την κατάργηση των τοπικών βασιλείων.0 Φίλιππος ο Β', το 349 π.Χ., έχτισε για στρατηγικούς και πολιτικούς λόγους την Ηράκλεια στη Λυγκηστίδα. Οι ανασκαφικές έρευνες της τελευταίας εικοσαετίας στις Πέτρες και τον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα της Φλώρινας επιβεβαιώνουν την ίδρυση και άλλων οργανωμένων αστικών κέντρων. Παρόλα αυτά οι καταγόμενοι από την Άνω Μακεδονία στρατιώτες και αξιωματικοί του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναφέρονται με το όνομα της περιοχής τους και όχι με το όνομα της πόλης από την οποία προέρχονται. Το γεγονός αυτό δείχνει ενδεχομένως ότι οι νεοϊδρυμένες πόλεις δεν αναπτύχθηκαν γρήγορα, καθώς η ενδυνάμωσή τους απαιτούσε αφενός σημαντικό χρονικό διάστημα και αφετέρου μορφές πολιτειακής οργάνωσης, που δύσκολα συμβιβάζονταν με τη μακεδονική μοναρχία.

florina-history (Η Φλώρινα και η περιοχή της, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας 2002)

Η προϊστορία της Φλώρινας

Ένα πλούσιο γεωμορφολογικό ανάγλυφο και ένα εκτεταμένο υδρογραφικό δίκτυο Χαρακτηρίζουν τον νομό Φλώρινας. Ψηλά βουνά, γήλοφοι και πεδιάδες, λίμνες, ρέματα και ποταμοί αποτέλεσαν από τη Νεολιθική εποχή τον χώρο μίας έντονης δραστηριότητας του ανθρώπου. Τα όρη Βαρνούς, Βέρνον, Βάρα και Βέρμιο ορίζουν το δυτικό και ανατολικό όριο του νομού αντίστοιχα, πλαισιώνοντας τις λεκάνες της Φλώρινας και του Αμυνταίου, ενώ το πυκνό δίκτυο των λιμνών (Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα, Βεγορίτιδα, Πετρών, Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη) με τους ποταμούς Λύγκο και Φλωρινιώτικο δημιουργούν μία μεγάλη ποικιλία βιοτόπων, όπου συχνάζουν πλήθος ενδημικών και μεταναστατευτικών πτηνών.
Οι πεδινές εκτάσεις των περιοχών της Φλώρινας, του Αμυνταίου και των Πρεσπών, με τους οικισμούς των προϊστορικών χρόνων που εντοπίστηκαν σ' αυτές, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου χώρου με κοινά στοιχεία δραστηριότητας, που εκτείνεται από τις κεντρικές περιοχές της Αλβανίας ως το Θερμαϊκό κόλπο και τις κοιλάδες του Αλιάκμονα.
H πρωιμότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στον νομό ως αυτή τη στιγμή τοποθετείται στη μέση Νεολιθική περίοδο (5800-5300 π.Χ.) και διαπιστώνεται στους οικισμούς του Αρμενοχωρίου, της Μελίτης, του Αγίου Παντελεήμονα, των Αγίων Αναργύρων και του Βαρικού. Στη νεότερη Νεολιθική περίοδο (5300-3100 π.Χ.), παράλληλα με τις παλαιότερες εγκαταστάσεις, εμφανίζονται νέοι οικισμοί στη λεκάνη Αμυνταίου-Πτολεμαΐδας, στο Λιμνοχώρι, στη Βεγόρα, στον Ροδώνα και στον Φανό. Οι οικισμοί πληθαίνουν στην πρώιμη εποχή του Χαλκού (3100-1900 π.Χ.). κυρίως στις λεκάνεc της Φλώρινας και του Αμυνταίου (νέοι οικισμοί εμφανιζονται στις Ανω Κλεινές, τον Σκοπό, τους Λόφους, τη Νίκη την Κλαδοράχη, την Παλαίστρα, το Πέρασμα, τον Άγιο Βαρθολομαίο, τα Βαλτόνερα), ενώ στην ύστερη εποχή του Χαλκού (1600-1050 π.Χ.) νέες θέσεις εμφανίζονται στην Οξιά-Μιχρολίμνη, το Τρίγωνο, τη Φλώρινα, τον Παπαγιάννη, το Νεοχώρι, τις Πέτρες. H κατοίκηση φαίνεται ότι αυξάνεται στην εποχή του Σιδήρου (Πέτρες, Αετός, Βαρικό, Βεγόρα, Λιμνοχώρι, Φαράγγι, Παλαίστρα).
H πληρέστερα ερευνημένη περιοχή της εποχής Χαλκού είναι η τούμπα του Αρμενοχωρίου, που βρίσκεται 5 χλμ. βορειοανατολικά της Φλώρινας. H διαρκής κατοίκησή της για 3,5 περίπου χιλιετίες οφείλεται στη σημαντική θέση του οικισμού στο επικοινωνιαχό δίκτυο της περιοχής. H πρώτη έρευνα στη βόρεια πλαγιά της τούμπας έγινε το 1931 από τον άγγλο αρχαιολόγο W.Heurtley και η νεότερη την περίοδο 1996-1998 από την ΙΖ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. H πρωιμότερη εγκατάσταση της μέσης Νεολιθικής (5800-5300 π.Χ.) και της νεότερης Νεολιθικής περιόδου (5300-3100 π.Χ.) δεν σχετίζεται άμεσα με την τούμπα και απλώνεται στα βορειοδυτικά του σύγχρονου οικισμού. H κατοίκηση της τούμπας αρχίζει στην πρώιμη εποχή Χαλκού. H τελευταία φάση της (2100-2050 π.Χ.), παρά την καταστροφή που προκάλεσε η σύγχρονη χρήση του χώρου ως νεκροταφείου, έδωσε ένα στρώμα καταστροφής με πλήθος στοιχείων για τις δραστηριότητες των κατοίκων του οικισμού, για την οικιστική τεχνική και τα υλικά δόμησης, τη λειτουργία των χώρων των κατοικιών, τις διατροφικές συνήθειες, τη διάρθρωση της οικονομίας, τη γνώση των υλικών και της τεχνικής στον τομέα της οικοτεχνίας.
Το σύνολο των δραστηριοτήτων αυτών απεικονίζεται με ιδιαίτερα εκπαιδευτικό χαρακτήρα στην πρώτη αίθουσα σου ισογείου σου Αρχαιολογικού Μουσείου Φλώρινας. Η καταστροφή του οικισμού από πυρκαγιά στο τέλος της πρώιμης εποχής του χαλκού αποτύπωσε στις μάζες του πηλού πολλές λεπτομέρειες από τα οργανικά δομικά τους στοιχεία (άχυρα, κλαδιά λυγαριάς. βούρλα. σίκαλη κλπ.) τα οποία σε συνδυασμό με τη μελέτη του μεγέθους των πασάλων, και των δοκαριών συνθέτουν την εικόνα κατασκευής. των τοίχων και της στέγης των κατοικιών. Η επιβίωση των κατοίκων του οικισμού στηριζόταν στη γεωργία, την κτηνοτροφία, το κυνήγι και την αλιεία ενώ το πλήθος των λίθινων και οστέινων εργαλείων μαρτυρούν μία ανεπτυγμένη οικοτεχνία. Πολυάριθμα, τέλος, και ποικίλα είναι τα αγγεία που βρέθηκαν στην ανασκαφή του οικισμού. όπως σκεύη αποθηκευτικά, μαγειρικά, μεταφοράς και κατανάλωσης της τροφής. Έρευνα διενεργείται και σε μία ακόμα Θέση των προϊστορικών χρόνων, στον Άγιο Παντελεήμονα Αμυνταίου, όπου τον περασμένο αιώνα (1898-1899) το Ρωσικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Κωνσταντινούπολης ανέσκαψε τμήμα νεκροταφείου της εποχής Σιδήρου, πολλά από τα ευρήματα του οποίου μεταφέρθηκαν στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης.

florina-history (Η Φλώρινα και η περιοχή της, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φλώρινας 2002)

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Τα αδέλφια Φλώρης και Λέρης

Στα πολύ παλιά χρόνια κυβερνούσαν τη Φλώρινα δύο αδέλφια, ο Φλώρης και ο Λέρης. Από τον Φλώρη, που ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Φλώρινας, πήρε το όνομά της η πόλη. 'Ήταν ωραίος, σοβαρός, επιβλητικός, καθαρός, λιγομίλητος, συνετός, συμπονετικός, δίκαιος και όλοι τον λάτρευαν. Τίποτα δεν του έλειπε. 'Ήταν τέλειος, σωστός άρχοντας. Από κανέναν παράπονα δεν ακούστηκαν. Διοικούσε μοναδικά και όλοι τον είχαν καμάρι.
0 αδελφός του ο Λέρης ήταν πιο κοντός, άσχημος και ασουλούπωτος. 'Ήταν όμως βασιλόπουλο. Σπουδαίος κυνηγός και ψαράς, καλός σημαδευτής, αλλά και μεγάλο πειραχτήρι: όλοι γελούσαν μαζί του, με τα καμώματά του που ποίκιλαν τη ζωή τους και η χαριτωμένη συμπεριφορά του τόνωνε τη διάθεση των άλλων για δουλειά και για αμοιβαία αγάπη και συμπαράσταση.
Όμως, οι βόρειοι γείτονες δεν άφηναν ήσυχους τους Φλωρινιώτες. Γι' αυτό πήραν την απόφαση να παντρέψουν τον Λέρη με την κόρη του βασιλιά του κακού τους γείτονα. Πήγαν, λοιπόν οι συμπέθεροι για το προξενιό με πλούσια δώρα. Τα συμφώνησαν, παρότι τους υποδέχθηκαν φιλύποπτα. 'Ήρθαν σε επαφή οι αρραβωνιασμένοι. Τι να δει ο Λέρης, μία αντρογυναίκα ήταν η νύφη. Δεν του άρεσε τίποτε. Ούτε το γλέντι τους, ούτε οι σπηλιές που κατοικούσαν, ούτε τα δέρματα που φορούσαν και σκεπάζονταν. 'Έτσι, ενώ οι άλλοι γλεντούσαν, ο Λέρης δραπέτευσε. Ήθελε τον τόπο του, τους ανθρώπους του, τη λευτεριά του.
Όμως από τότε ο βορράς εκδικείται τον Λέρη και τους συντοπίτες του. 'Όλο ζημιές κάνει. Ησυχία δεν υπάρχει, μπόρες, χιόνια, λεηλασίες, κλεψιές και πόλεμοι: όλα από τον βορρά έρχονται. Παρότι οι συμπολίτες του Λέρη γνωρίζουν πως ό,τι παθαίνουν, αυτός είναι η αιτία, τον συγχωρούν.
Ξέρουν ότι κατά βάθος δε φταίει ο ίδιος. Ξέρουν ότι είναι καλόκαρδος και μεγάθυμος. Άλλοι πάλι, πάνω στη διήγησή τους, τον αποκαλούν «καπετάν Λέρη». 'Έχουν δίκιο, γιατί γι' αυτούς τους απλούς ανθρώπους ο τίτλος «καπετάνιος» είναι το ανώτερο αξίωμα.

florina-history ( Λάζαρος Μέλιος: Η ονομασία της Φλώρινας-Μυθολογία-Λαϊκή Μνήμη 1988,
Ο Eλληνισμός της Μακεδονίας από την αρχαιότητα ως σήμερα 1989, Από την Ιστορία της Φλώρινας 1998)

O αργοναύτης Λυγκέας. Οι Αργοναύτες - Οι σύντροφοι του Ιάσονα

Κάποτε, στη μυθολογία της Φλώρινας, παρουσιάζεται και ο αργοναύτης Λυγκεύς* (Λυγκέας). Απόγονοί του συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο, μαζί με τους Βρύγες, τους κατοίκους της Βρυγηίδας (Πρέσπας) που, καθώς μετοίκισαν στη Μικρά Ασία
ονομάστηκαν Φρύγες, και ήταν σύμμαχοι των Τρώων.
Ο Λυγκέας ξεκίνησε από ψηλά βουνά, πλημμυρισμένα με άγριες φυλές και ανήμερα Θηρία, έφτασε στον κάμπο, και αφού με τη Θεία δύναμή κατανίκησε όλους όσους του αντιστέκονταν, δημιούργησε νέους οικισμούς ως αρχηγέτης της περιοχής. Προχώρησε βαθιά μέσα στις Δασσαρητία, Ιλλυρία, Δρυπία, Πίνδο, Δερρίοπο και Λυχνιδό και στη συνέχεια έχτισε μία πόλη-φρούριο, κάστρο εφτάγυρο με ακρόπολη, στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα που το ονόμασε Λύγκο. Κουράστηκε πολύ ο Λυγκέας ώσπου να φέρει την ειρήνη στον τόπο του. Οι Φλωρινιώτες τον θεωρούν πρώτο μυθικό βασιλιά τους, ο οποίος για πολεμικά όπλα είχε το αρχέγονο ρόπαλο και διάφορες αιχμηρές πέτρες.
Μετά από κάθε νίκη στήνονταν τρόπαια και γίνονταν Θυσίες προς τους θεούς, με αγώνες και συμπόσια ευχαριστιών, όπου γλεντούσαν όλοι μαζί. Οι Θυσίες γίνονταν στους ναούς του Δία και της Δήμητρας, που βρίσκονταν στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα. Εδώ ερχόταν κι ο Λυγκέας, κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες, για ψυχική ανάπαυλα και αγαλλίαση, μετά τις ηρωικές του πράξεις, επειδή υπήρχαν ατελείωτα αυτοφυή κυκλάμινα, τριανταφυλλιές και φιλλύρες.
Σχετικά με τον Λυγκέα και την καταγωγή του λέγονται πολλά: πως ήταν γιος βασιλιά ή γιος του Ηρακλή, ή βασιλιάς ο ίδιος σε άλλη χώρα. Το σίγουρο είναι ότι έβλεπε πίσω από δέντρα και τοίχους, αλλά και μέσα στη γη. Γι' αυτό έχουμε και τη φράση «οξύτερον Λυγκέως οράν» για όποιον έχει δυνατή όραση.
Και η λαϊκή μνήμη λέει πως λόγω της καταπληκτικής και πυκνότατης χλωρίδας στην περιοχή της Φλώρινας, ζούσαν στα δάση της πλήθος Θηλαστικών σαρκοφάγων λύγκων, που τους έπιανε με καταπληχτική ευχέρεια και δεξιότητα ο μυθικός αρχηγέτης των Λυγκετών, και γι' αυτό ονομάστηκε Λύγκος-Λυγκεύς, η δε περιοχή του Λυγκυστίδα. Η πόλη Λύγκος ήταν η παντοτινή πρωτεύουσα της περιοχής, που αργότερα ονομάστηκε Ηράκλεια Λυγκυστίδας.

florina-history ( Λάζαρος Μέλιος: Η ονομασία της Φλώρινας-Μυθολογία-Λαϊκή Μνήμη 1988,
Ο Eλληνισμός της Μακεδονίας από την αρχαιότητα ως σήμερα 1989, Από την Ιστορία της Φλώρινας 1998)

Οι Αργοναύτες - Οι σύντροφοι του Ιάσονα

Ιάσων, ο αρχηγός της εκστρατείας
Αγκαίος ο Μέγας της Τεγέας, γιος του Ποσειδώνος
Αγκαίος ο Μικρός, Λέλεγας της Σάμου
Άδμητος, πρίγκιπας των Φερών
Αιθαλίδης, γιος του Ερμή
Άκαστος, γιος του βασιλιά Πελία
Άκτωρ, γιος του Δίωνα της Φωκίδας
Άμυρος, Θεσσαλός γιος του Ποσειδώνα
Αμφιάραος, ο μάντης από το Άργος
Αμφιδάμας
Άργος των Θεσπιών, γιος του Φρίξου (ο κατασκευαστής της Αργούς)
Ασκάλαφος ο Ορχομένιος, γιος του Άρη
Αστερίων, γιος του Κομήτη
Αταλάντη, η παρθένος κυνηγός
Αυγείας, γιος του βασιλιά Φορβάντα της Ηλείας
Εργίνος ο Αργοναύτης της Μίλητου
Ευρύαλος, γιος του Μεκίστου, ένας από τους Επίγονους
Ευρυδάμας των Δολόπων, από τη λίμνη Ξενία
Εύφημος του Ταίναρου, ο κολυμβητής
Εχίων, γιος του Ερμή
Ηρακλής
Θησέας από την Αθήνα
Ίδας, γιος του Αφαρέως της Μεσσήνης και ο
Λυγκέας, ο παρατηρητής, αδελφός του
Ίδμων του Άργους, γιος του Απόλλωνα
Ιφικλής, γιος του Θεστίωνος της Αιτωλίας
Ιφιτός, αδελφός του βασιλιά Ευρυσθέα των Μυκηνών
Καινέας των Λαπίθων
Καλάις, ο φτερωτός γιος του Βορέα και ο
Ζήτης, ο αδελφός του
Κάνθος της Εύβοιας
Κάστωρ, ο Σπαρτιάτης παλαιστής και ο
Πολυδεύκης, ο πυγμάχος αδελφός του (οι Διόσκουροι)
Κηφέας, γιος του Άλεου της Αρκαδίας
Κορωνός των Λαπίθων, Γυρτών της Θεσσαλίας
Λαέρτης, γιος του Ακρίσιου από το Άργος
Μελαμπός της Πύλου, γιος του Ποσειδώνος
Μελέαγρος της Καλυδώνος
Μόψος των Λαπίθων
Μπούτης των Αθηνών, ο μελισσοκόμος
Ναύπλιος του Άργους, γιος του Ποσειδώνος
Ορφέας, ο ποιητής από την Θράκη
Παλαίμων, γιος του Ήφαιστου, Αιτωλός
Περικλύμενος ο Τελαμών
Περικλυμένος της Πύλου, εγγονός του Ποσειδώνος
Πηλέας ο Μυρμιδών, πατέρας του Αχιλλέα
Πηνέλεως, γιος του Ιππάλμου της Βοιωτίας
Ποίας, γιος του Θαυμάκου της Μαγνησίας
Πολύφημος, γιος του Έλατου της Αρκαδίας
Τελαμώνας της Λοκρίδας, πατέρας του Αίαντος
Τίφυς, από τις Σίφες της Βοιωτίας (ο τιμονιέρης της Αργούς)
Ύλας των Δρυόπων, ιπποκόμος του Ηρακλή
Φαληρεύς, ο Αθηναίος τοξότης
Φανός ο Κρητικός, γιος του Διόνυσου και ο
Στάφυλος, ο αδελφός του

*Ο ένας από τους «Αφαρητιάδες», γιος του Αφαρέως και της Αρήνης, αδελφός του `Ιδα, με τον οποίο απετέλεσαν θρυλικό ζεύγος διδύμων. Η ζωή και τα κατορθώματα του Λυγκέως και του `Ιδα συνδέονται με τη Μεσσηνία και τη Λακωνία. Ο Παυσανίας γράφει ότι ζούσαν στην πόλη Αρήνη της Μεσσηνίας. Η Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου αναφέρει ότι έφεραν στη Μεσσηνία τις αγελάδες που είχαν αρπάξει από την Αρκαδία μαζί με τους Διοσκούρους. Εκεί πήγαν οι Διόσκουροι για να εκδικηθούν τον Λυγκέα και τον Ίδα που είχαν μονοπωλήσει τα κλεμμένα ζώα. Σύμφωνα με άλλες πηγές, η μεταξύ των δύο ζευγών διδύμων μάχη έγινε στη Λακωνία, κοντά στις Αμύκλες. Ο Λυγκέας φημιζόταν για τη μεγάλη του οξυδέρκεια, έλεγαν μάλιστα ότι μπορούσε να βλέπει ακόμα και αυτά που γίνονταν κάτω από τη γη, ή ανάμεσα από τις πέτρες και τα δέντρα. Ο Λυγκεύς πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδωνίου Κάπρου, ενώ μαζί με τον Ίδα οδήγησαν την Ωραία Ελένη στις Αφίδνες.


florina-history

Ο γενάρχης Ηρακλής της Φλώρινας

0 Ηρακλής, όταν έμαθε ότι ο σύντροφός του από την αργοναυτική εκστρατεία Κάστορας ο Διόσκουρος έχτισε την Καστοριά, ήλθε και τον επισκέφτηκε και, θαυμάζοντας τη μοναδικότητα και την ομορφιά του τόπου, εξέφρασε στον Κάστορα την επιθυμία να χτίσει κι αυτός πόλη σ' αυτήν τη βορεινή γη. Σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου των Δελφών, που ζήτησε ο Ηρακλής, έπρεπε να βαδίσει προς βορρά κι όπου Θα στέκονταν τέσσερις αετοί στην πεδιάδα, εκεί Θα έχτιζε την πόλη του.
'Έτσι, όλοι μαζί ξεκίνησαν και έφτασαν στη Λυγκηστίδα, όπου ο βασιλιάς της Φλώρης τους υποδέχθηκε με παιάνες, Θούρια και ιαχές των αυτοχθόνων και με πολλές φιλοφρονήσεις, για να έχουν την εύνοια των θεών. 'Έγιναν και Θυσίες στους ναούς του Δία και της Δήμητρας, ξαναδόθηκαν τα σημεία των χρησμών για τη αποστολή τους και αποδείχθηκαν ευμενή. Οι Λυγκηστές παραπονέθηκαν στον Ηρακλή πως την περιοχή τους λυμαίνονται πολλά άγρια Θηρία και την ταλαιπωρούν συνεχείς και άγριες επιδρομές βάρβαρων λαών, κυρίως από τον βορρά. Οι ζημιές τους ήταν αμέτρητες και η ησυχία τους ανύπαρχτη. Έτσι, όλοι μαζί πήραν την απόφαση να ξεκαθαρίσουν πρώτα τον τόπο και την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί.
O γενάρχης Ηρακλής έριξε στη ράχη τη λεοντή του και μαζί με τον στρατό του και τους αυτόχθονες του Φλώρη άρχισαν το έργο τους. Κουράστηκαν πάρα πολύ για μακρύ χρόνο. 0 χώρος είχε πυκνότατη χλωρίδα, πολλά και ποικίλα άγρια Θηρία, λύγχες, λιοντάρια, αρχούδες , πυκνές λόχμες και παρθένα δάση, έλη και καθόλου δρόμους. Έτσι, ανοίγοντας δρόμους και μονοπάτια, ανεβοκατεβαίνοντας λαγκάδια, βουνά, δάση και απάτητες βουνοκορφές, ύστερα από πολύ καιρό και μεγάλο κόπο, ξεκαθάρισαν τον χώρο και έφτασαν στην Πρέσπα, την αρχαία Βρυγηΐδα.
0 τόπος καθάρισε κι ανάσανε και ήλθε η ησυχία και η ειρήνη που τόσο ποθούσαν οι κάτοικοι, γιατί ο Ηρακλής έδιωξε όλες τις άγριες φυλές πέρα ακόμη και από τα ορμητήριά τους, στα βάθη της βόρειας σημερινής Αλβανίας και της Γιουγκοσλαβίας. Τοποθέτησε μόνιμες φρουρές σε καίρια σημεία, και ένα όμορφο, χαρούμενο και αξέχαστο πρωινό, επέστρεψε στα ανάκτορα του Φλώρη. Δίκαια λοιπόν οι κάτοικοι της Φλώρινας υποδέχτηκαν με Θερμότατη και ενθουσιώδη υποδοχή τον Ηρακλή και τους άντρες του, γιατί είχαν μάθει στο μεταξύ το πελώριο και ανεπανάληπτο έργο τους. Ακολούθησε τριήμερο συμπόσιο με αθλητικούς αγώνες. Από τότε ο Ηρακλής κηρύχθηκε προστάτης πόλης, είχε δικό του ναό, και αργότερα προς τιμήν του η πόλη ονομάστηκε Ηράκλεια. Λίγο μετά ο Ηρακλής έφυγε για να χτίσει την Ηράκλεια Πελαγονίας, δηλαδή το σημερινό Μοναστήρι, εκεί που Θα στέκονταν τέσσερις αετοί.

florina-history ( Λάζαρος Μέλιος: Η ονομασία της Φλώρινας-Μυθολογία-Λαϊκή Μνήμη 1988,
Ο Ελληνισμός της Μακεδονίας από την αρχαιότητα ως σήμερα 1989, Από την Ιστορία της Φλώρινας 1998)

H μυθολογία της Φλώρινας

Σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο Κάστορας έχτισε, ύστερα από χρησμό, την Καστοριά και εδραίωσε στην περιοχή την κυριαρχία του με την ίδρυση μίας συμπολιτείας, άρχισε να σκέφτεται επεκτατικά για να καταχτήσει νέους τόπους. 'Έτσι, έκανε θυσία για την επιτυχία των σκοπών του. Οι ιερείς που εξέτασαν τα σπλάχνα των ζώων συμπέραναν ότι οι οιωνοί ήταν καλοί, γι' αυτό Θα πετύχαινε η εκστρατεία και Θα χτίζονταν δύο νέες πόλεις, η Λόγκος (Φλώρινα) και η Ηράκλεια (Μοναστήρι).
Ξεκίνησαν όλα τα μέλη της συμπολιτείας, που ανέρχονταν στις 3.000, με αρχηγούς τους βασιλιάδες τους. Είχαν προστάτη τον θεό 'Ήφαιστο, που έφερε από τη Σικελία τρεις Κύκλωπες για εργάτες και βοηθούς του. Κάποτε, αφού διανυκτέρευσαν στο όρος Βέρνον (Βίτσι), έφτασαν στην κοιλάδα της Φλώρινας. Οι αυτόχθονες μόλις τους είδαν, καθώς καλλιεργούσαν τη γη τους με ξύλα σουβλερά, τρομοκρατήθηκαν πάρα πολύ και κρύφτηκαν. Αιτία η άφιξη των ξένων. 'Όσες φορές έρχονταν ξένοι,γίνονταν μεγάλες ζημιές και οι κάτοικοι υπέφεραν αφάνταστα.
Ο ιερέας τους, όταν έμαθε τον σκοπό της άφιξης των ξένων, συγκέντρωσε τους συμπατριώτες του και τους είπε πως αυτοί ήρθαν για να τους προστατέψουν και γι' αυτό αποφασίστηκε να χτιστεί μία νέα πόλη. 'Έτσι, όλοι μαζί στρώθηκαν στη δουλειά και έχτισαν στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα μία πόλη, με επτά σειρές κυκλικά τείχη. Στο χτίσιμο της πόλης βοήθησαν πολύ οι τρεις Κύκλωπες που κουβαλούσαν αγκωνάρια και βράχους ολόκληρους. Όταν τελείωσε το χτίσιμο της πόλης,συγκατοίκησαν σ' αυτήν αυτόχθονες με πολλούς από τους ξένους και, έτσι, η νέα πόλη έγινε πολυάνθρωπη.
'Όσο για τον πρώτο βασιλιά και την ονομασία της πόλης έβαλε το χέρι της η τύχη. Έριξαν κλήρο, που ευνόησε τον σύντροφο και φίλο του 'Ιδα, του βασιλέα της Αρμονίας (πόλης κοντά στον ποταμό Αλιάκμονα), που λεγόταν Φλώρης.
Από τον πρώτο βασιλιά της, τον Φλώρη, η νέα πόλη ονομάστηκε Φλώρινα, ονομασία που έχει μέχρι σήμερα.
Για την ασφάλεια της πόλης του, ο Φλώρης έχτισε πύργους σε τρία στρατηγικά σημεία. Τον πρώτο στην κορυφή του βουνού κοντά στο σημερινό χωριό Ακρίτα, τον δεύτερο στη Βίγλα και τον τρίτο κοντά στο χωριό Κορυφή.
O Φλώρης είχε την εύνοια του Ποσειδώνα και της Άρτεμης. Γι' αυτό η τελευταία γέμισε τον τόπο με άφθονο κυνήγι, ενώ ο Ποσειδώνας με άφθονα νερά και ψαρικά, τις λίμνες. τα έλη, και τα ποτάμια.

florina-history ( Λάζαρος Μέλιος: Η ονομασία της Φλώρινας-Μυθολογία-Λαϊκή Μνήμη 1988,
Ο Eλληνισμός της Μακεδονίας από την αρχαιότητα ως σήμερα 1989, Από την Ιστορία της Φλώρινας 1998)

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΜΜΟΧΩΡΙΟΥ (ΠΕΣΟΣΝΙΤΣΗΣ) ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ 1903 - 1908

Aπό τον Σίμο Τικφέση
(Διευθυντή Δημοτικού Σχολείου)
Εν Αμμοχωρίω τη 14η Δεκεμβρίου 1952

Εις τον εξόχως λαμπρύνοντα την Ελληνικής Ιστορίαν Μακεδονικόν Αγώνα - κατά τον οποίον, οι μεν Τουρκικαί, πολιτικαί, δικαστικαί και στρατιωτικαί αρχαί εφήρμοζαν το “Διαίρει και Βασίλευε”, οι δε Βουλγαρικαί, έδειξαν τα καταχθόνια σχέδιά των δια τα οποία κηλιδώνεται η Ιστορία της, αν παραδεχθούμε ότι υφίσταται τοιαύτη, σε μια χώρα στερουμένης γενναιολογίας - τα πλέον μικρά ή και μεμονωμένα σπίτια της Μακεδονικής γης, έπαιξαν τον ρόλον των ανάλογα των περιστάσεων.

Ούτω και το Αμμοχώριον, κείμενον εις την καρδίαν της ευφοροτάτης πεδιάδος Φλωρίνης, έχει την δική του Ιστορία.

Η Ιστορία όμως αύτη, ένεκα 1) της θέσεως του χωρίου εν τη πεδιάδι, 2) της υπάρξεως κατοίκων Τούρκων μονίμως εγκαταστημένων και αποτελούντων το έκτον του πληθυσμού του χωρίου και 3) της κολιγιακής ζωής των περισσοτέρων χριστιανών κατοίκων, δεν τυγχάνει πλουσία εις ενέργειαν.

Οι κάτοικοι, έζων, καλλιεργούντες τα τμήματα των αγάδων ή γαιοκτημόνων χριστιανών μη διαμενόντων εις το χωρίον αλλά εν Φλωρίνη, βίον ήσυχον, χριστιανικότατον, έχοντες την εκκλησίαν και το σχολείον των, με μόνην την ελπίδα και την πίστιν εις τον ύψιχτον δια την απελευθέρωσίν των εκ του Τουρκικού ζυγού.

Μόνον μετά την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και εξ αιτίας της αναγνωρίσεως της Βουλγαρικής εξαρχίας, δια των εκάστοτε Βουλγαρικών Κυβερνήσεων και δια της χρηματοδοτήσεως ενίων ήρχισεν ν’ αναταράσσεται ο ήσυχος βίος των κατοίκων. Ελάχιστοι κατ’ αρχάς έγιναν σχισματικοί αποσχισθέντες εκ της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.

Αργότερον όταν εις Φλώριναν εγκατεστάθη εξαρχικός αρχιερατικός επίτροπος, όστις αφειδώς εσκόρπιζεν τον πλούτον δια προπαγανδιστικούς σκοπούς, εστάλη εις εξαρχίαν Κωνσταντινουπόλεως εις εντελώς αγράμματος χωρικός ονόματι Τράϊκος Βάντσες και εχειροτονήθη εφημέριος και επανελθών εις το χωρίον ήρχισεν και εκ των σπλάχνων η αναταραχή.

Πάλιν όμως η προπαγάνδα της Βουλγαρίας, δια των εκκλησιών, σχολείων, βιβλίων, επιχορηγήσεων, εξαγοράς συνειδήσεων κ.λ.π. δεν ηδυνήθη να διαταράξει τον ήσυχον βίον των κατοίκων του χωριού.

Αργότερον όμως συνεκρότησεν ένοπλα τρομοκρατικά σώματα Κομιτατζήτδων, άτινα εδιοικούντο κατ’ ευθείαν υπό του Βουλγαρικού Κομιτάτου, όπερ συνεργάζετο μετά των εκάστοτε Βουλγαρικών Κυβερνήσεων και εχρηματοδοτείτο παρά της Πανσλαυϊκής Εταιρίας της Μόσχας.

Ο δημιουργηθείς φυλετικός ανταγωνισμός δια της μεταβολής της εθνολογικής μορφής της περιοχής μας, εδημιούργησεν αυθορμήτως προς άμυναν, Ελληνικά αντάρτικα σώματα εκ γηγενών με εντοπίους αρχηγούς.

Η τιοιάυτη κατάστασις μεγάλως επέδρασεν εις τους κατοίκους του χωρίου και των πέριξ χωρίων.

Επειδή όμως ως προείπον η θέσις του χωρίου και η σύνθεσις των κατοίκων ήτο τοιαύτη, ώστε δυσκόλως ανελάμβανον φανεράν ενεργόν δράσιν. Αλλά και τα Ελληνικά σώματα φανερά δεν επεσκέπτοντο το χωρίον. Κρυφίως και κατά πολύ αραιά διαστήματα επεσκέπτετο μικρόν σώμα υπό τον ΠΕΤΡΟΝ ΧΑΤΖΗΤΑΣΗΝ όστις είχεν κτηματικήν περιουσίαν εις το χωρίον και εγνώριζεν πρόσωπα και πράγματα δι’ αυτό και ετόλμα και κατήρχετο.

Κατά τα άλλα δια συνδέσμων άλλων χωρίων και του ημετέρου εγένετο η σύνδεσις μετά των Ελληνικών σωμάτων με έδραν το χωρίον Σκοπιά.

Εν αντιθέσειμ οι κομιτατζήδες, επειδή είχον ορμητήρια την Βεύην και άλλα χωριά βοριότερον του Αμμοχωρίου και ουχί τα ορεινά χωρία, ως έπραττον τα Ελληνικά σώματα, πολλάκις εισήρχοντο εις το χωρίον, αλλά πάντοτε εν ώρα νυκτός ή ενήδρευον εις τους αγρούς πέριξ του χωρίου με αρχηγούς (Βοϊβόδας) τους:

Τζόλε Γκέργεφ εκ Βεύης.
Πέτρος Στοϊνίτσε και Τανάσκε Σταύρος εκ Σκοπιάς.
Ναούμ Λιόντης εκ Νεοχωρακίου.
Κώνστας Πετρέφτσεφ εκ Περάσματος.
Δημήτριος Γκέρδεφ του Κωνσταντίνου εξ Αμμοχωρίου.

Κατά τας εισόδους αυτάς ή ενέδρας εύρον οικτρόν θάνατον οι κάτωθι αρχηγοί της Ελληνικής Παρατάξεως, οίτινες αναφανδόν είχον τάξει εαυτούς υπέρ των συμφερόντων της Ελλάδος και δεν επτοούντο εκ των απειλών των κομιτατζήδων ουδέ των Τουρκικών αρχών.

Οι ούτω φονευθέντες ήσαν τα ηγετικά στελέχη του χωρίου με μεγάλην επιρροήν και εργάσθηκαν υπέρ της Ελληνικής ιδέας ως σύνδεσμοι των ανταρτικών Ελληνικών ομάδων και εκινούντο να συγκροτήσουν ένοπλον τμήμα εκ των κατοίκων του χωρίου.

1. ΚΛΙΓΚΑΤΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ του ΝΑΟΥΜ εξ Αμμοχωρίου.

Ούτως διεκρίνετο δια το θάρρος και την αφοβίαν μετά των λοιπών μελών της πολυμελούς οικογενείας του. Οι Κομιτατζήδες δεν ηδύναντο να τον συλλάβωσι διότι εκρύπτετο και είχεν οργανώσει τοιούτον δίκτυον ώστε πάντοτε αντιλαμβάνετο την εισβολήν.

Το 1905 κατά μήνα Ιούλιον, ενώ μετέβαινεν περί την μεσημβρίαν εις τους αγρούς του προς μεταφοράν γεύματος εις τους θερίζοντες οικείους του, εφονεύθη παρά του κρυπτομένου εις τους αραβοσίτους Βοϊβόδα Γκέρδεφ Δημητρίου εξ Αμμοχωρίου.

2. ΝΑΟΥΜ ΜΙΑΛΤΣΗΣ εκ Σιταριάς.

Ούτος διέμενες εις Αμμοχώριον και εκαλλιέργει την κτηματική περιουσίαν του Τέγου Σαπουντζή.

Κατά μήνα Νοέμβριον του 1905, ενώ μετέφερεν κόπρον εις τους αγρούς δολίως εφονεύθη κρυπτομένων κομιτατζήδων εντός χάντακος υπό τον Γκέρδεφ Δημήτριον και άλλων.

3. ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΩΝΑΣ εξ Αμμοχωρίου.

Και ούτως διεκρίνετο δια την αφοβίαν και την τόλμην του. Συνεργάζετο στενότατα μετά των Ελληνικών ομάδων και πολλάκις με κίνδυνον της ζωής του μετέβαινεν προς συνάντησίν των. Υπεβλέπετο παρά των Τουρκικών αρχών και των Κομιτατζήδων.

Κατά μήνα Δεκέμβριον του 1905 τας μεσονυκτίους ώρας ενώ δια του λίχνου μετέβη δια μυστικής θύρας εκ της οικίας του εις τον στάβλον δια να επισκευθή τα ζώα του και ρίξει νομήν, εκ του βορεινού παραθύρου επυροβολήθη παρά του Στοϊνίτσε Πέτρου και Τανάσκε Σταύρου εκ Σκοπιάς και εφονεύθη και

4. ΝΑΟΥΜ ΓΚΕΡΔΕ εξ Αμμοχωρίου.

Ούτος ήταν ο δυναμικότερος εκ πάντων των ηγουμένων υπέρ της Ελληνικής Παρατάξεως. Διεκρίνετο δια την αυτοθυσία και το θάρρος. Πολλάκις διεπληκτίζετο μετά των αντιθέτων κατοίκων δι’ εθνικά ζητήματα.

Υπηρέτησεν επί δεκαετίαν ως επίτροπος της εκκλησίας και ηγωνίζετο στεναρώς δια την επικράτησιν της Ορθοδόξου Ελληνικής τοιαύτης.

Οι κομιτατζήδες βλέποντες τις το πρόσωπον τούτου έναν ισχυρόν αντίπαλον, προσεπάθησαν να τον έχουσι με το μέρον των και δια σημειώματος τον εδιόρισαν αρχηγόν του χωρίου. Ούτος δι’ ύβρεων έκοψεν το σημείωμα και εξακολούθησε την Εθνική του δράσιν. Μένεα πνέοντες οι κομιτατζήδες, εισήλθον εν ώρα νυκτός τον Μάρτιον του 1906 εις το χωρίον, τον συνέλαβον, τον εξήγαγον εκ της οικίας του και τον μετέφεραν εις το προαύλιον του πρώτου εκ των φονευθέντων Δημητρίου Κλιγκάτση και αφού τον εβασάνισαν με τον πλέον βάρβαρον τρόπον τον κατέσφαξαν εις την εξώθυραν.

Την ιδίαν εσπέραν επυρπόλησαν την οικία Κλιγκάτση Δημητρίου.

Οι εισελθόντες Βοϊβόδαι, Τζώλε Γκέργεφ, Στοϊνίτσε Πέτρ. και Τανάστσε Στ. την ιδίαν νύκτα μετέβησαν εις την οικίαν του Έλληνος ιερέως Παπαϊωαννικείου Ανδρέου με τον σκοπόν να σφάξωσι και αυτόν διότι δεν εξετέλεσεν γραπτήν εντολήν των. Τη μεσολαβήσει όμως της γριάς μητρός του ιερέως, ήτις έπεσεν εις τους πόδας του Γκέργεφ δεν εσφάγη παρά του απεκόπησαν αι κόγχαι των ώτων του.

Ως καταφαίνεται, εις διάστημα ενός έτους σχεδόν εξετελέσθησαν τέσσερις εκ των ηγητόρων του Ελληνισμού και οι κάτοικοι πανικόβλητοι δεν εγνώριζον πού την κεφαλήν κλίναι.

Ολίγον κατ’ ολίγον και φαινομενικώς ήρχισαν να εντάσσονται εις την σχισματικήν εκκλησίαν παρά την θέλησίν των, δια να μην υποστώσι και εκείνοι την ιδίαν τύχην.

Αλλά τελείαν εξάρθρωσιν υπέστησαν οι κάτοικοι κατά το 1906 εκ του εξής γεγονότος.

Την 1ην Φεβρουαρίου του έτους τούτου το βαθύ εσπέρας, ο εξ Αμμοχωρίου Βοϊβόδας, Γκέρδεφ Δημήτριος, βιαίως εισήλθεν εις την οικίαν του Λαζάρου Κολέφσκη με άγνωστους σκοπούς.

Την επομένην μετηνάστευεν εις Αμερικήν ο εξ Αμμοχωρίου Γεώργιος Βάρλες, της Ελληνικής Παρατάξεως, όστις επιέσθη παρά του ως άνω Βοϊβόδα εις την καταβολήν χρυσών νομισμάτων.

Εκδικούμενος ούτως τούτον ειδοποίησεν το φυλάκιον του Τουρκικού Στρατού Σιδηροδρομικού Σταθμού Αρμενοχωρίου περί της παρουσίας του εις την οικίαν Λαζάρου Κολέφσκη.

Πάραυτα ειδοποιηθέντα και άλλα φυλάκια Τουρκικών στρατευμάτων έσπευσαν και περικύκλωσαν την ως άνω οικίαν 50 περίπου στρατιώται.

Του εζήτησαν να παραδοθεί και εις απάντησιν ούτος επυροβόλησεν εναντίον των στρατιωτών.

Επηκολούθησεν μάχη διαρκέσασσα 5 ώρες. Εν τω μεταξύ κατέφθασεν δύναμις 3.000 τακτικού Τουρκικού στρατού μεθ’ ενός ορειβατικού πυροβόλου, όπερ και έρριψεν 12 βολάς κατά της οικίας, ήτις κατέστη ετοιμόρροπος. Ο αμυνόμενος εν απογνώσει ευρισκόμενος εμάχετο εκ των παραθύρων.

Εις μίαν στιγμήν στρατιώται τινές κατώρθωσαν να θέσωσι πυρ εις την οικίαν και τότε ο Βοϊβόδας εξήλθεν και ετράπη εις φυγήν, πεσών εντός της αυλής διάτρητος εκ των σφαιρών των στρατιωτών.

Κατά την διάρκεια της μάχης επεχείρησαν να εξέλθωσι εκ της οικίας η θυγάτηρ του ιδιοκτήτη Μαρία Κολέφσκη ετών 14 ήτις εφονεύθη και η Μαλλίνα Γκέρδε ετών 14 ετραυματίσθη ελαφρώς.

Μετά το γεγονός τούτο αι Τουρκικαί αρχαί συνέλαβον τους οικείους του Λαζάρου Κολέφσκη και όλους τους ενήλικας άνδρας του χωρίου και τους οδήγησαν εις Μοναστήριον, ένθα και παρέμεινον υπόδικοι επί έτους σχεδόν και τη μεσολαβήσει της Ιεράς Μητροπόλεως Φλωρίνης απηλλάγησαν.

Το λοιπόν χρονικόν διάστημα του Μακεδονικού αγώνος διέρρευσεν ηρεμότερον διότι οι Βοϊβόδαι αφοβούντο την κατάδοσιν και δεν ενόχλουν τόσον τους κατοίκους.

Δια των πρακτόρων όμως και σημειωμάτων δεν έπαυον να φορολογούσι τους κατοίκους και ιδιαιτέρως εκείνους οίτινες μετέβαινον ή επανήρχοντο εκ του Εξωτερικού και όσοι συνήπτον αγοροπωλησίας ακινήτων.

Πάντοτε επέβαλον εις τους μεταναστεύοντες ή επανερχομένους 5 χρυσά νομίσματα φόρον και 10% επί των τιμών των αγοροπωλησιών, βουλγαρόφωνων και Ελληνικών συνοικισμών και ουδέποτε επί των Τουρκικών τοιούτων.

Η δε στάσις και διεξαγωγή των συνοικούντων Τούρκων καθώς και των επισήμων Τουρκικών αρχών έναντι της Ελληνοχριστανικής διαμάχης μετά των κομιτατζήδων δια την φυλετικήν επικράτησιν, υπήρξε ομοία με το στερεότυπον “Διαίρει και Βασίλευε” των εκάστοτε κατακτητών.

Η έντασις της διαμάχης αυτής έφθασεν εις το Ζενίθ μέχρι το 1908, ότε ανεκηρύχθη το Τουρκικόν Σύνταγμα Συμφιλιώσεως.

Δεν παρήλθεν όμως έτος από τούτο και μετά τον φόνο του Βοϊβόδα Τζώλε Γκέρκεφ ήρχισεν ιδιαιτέρως εις το λεκανοπέδιον Φλωρίνης να επαναλαμβάνονται τα ίδια γεγονότα δια της δράσεως πάλι των κομιτατζήδων, έως την 8ην Νοεμβρίου 1912, οπότε νικηφόρος ο απελευθερωτικός Ελληνικός Στρατός κατέλαβεν την Φλώριναν και εχάρισεν εις τους κατοίκους την πολυπόθητον ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ.

ΑΜΜΟΧΩΡΙ-ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΙΣΤΟΡΙΑ

Τα τοπωνύμια σε κάποιο λοφίσκο ανατολικά του χωριού (σε απόσταση ενός χιλιομέτρου από το σημερινό χωριό και κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές) και τα πολλά αρχαιολογικά ευρήματα της Αλεξανδρινής εποχής με τα κέρματα του Κασσάνδρου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μας δίνουν την εντύπωση ή μάλλον την βεβαιότητα ότι στο συγκεκριμένο λοφίσκο υπήρχε αρχαία πόλη του Κασσάνδρου. Συνεπώς, το συμπέρασμα που βγαίνει , είναι ότι η περιοχή του Αμμοχωρίου κατοικείτο από την Αλεξανδρινή εποχή ακόμα. Η εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων στο σημερινό Αμμοχώρι, πιστεύεται από τους γεροντότερους ότι έχει γίνει από ανθρώπους της Αιγύπτου, τους οποίους έστειλε ο Μέγας Αλέξανδρος για να καλλιεργήσουν τη γη, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν με μικρές καλύβες στην ακροποταμιά, στο βόρειο τμήμα του σημερινού Αμμοχωρίου. Οι πρώτες οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο νότιο τμήμα του σημερινού χωριού και ήταν η οικογένεια του Απιδόπουλου. Με την πάροδο του χρόνου ομάδες οικογενειών εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν το σημερινό Αμμοχώρι. Μιλούσαν το γλωσσικό ιδίωμα το οποίο διατηρείται και σήμερα, περιέχει λέξεις λατινικές, γαλλικές, τούρκικες. Στο θρήσκευμα όλοι οι κάτοικοι είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Απ’ ότι φαίνεται οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στο σημερινό χωριό για να εκμεταλλευτούν τα άφθονα, καθαρά νερά του ποταμού, αλλά και να εκμεταλλευτούν την άφθονη άμμο και πέτρα που είχε το ποτάμι προκειμένου να χτίσουν τα σπίτια τους.

Επί Τουρκοκρατίας υπήρχαν δύο τσιφλίκια τα οποία εκμεταλλεύονταν οι αγάδες παίρνονταν σαν εργάτες τους γηγενείς να τα καλλιεργούν μόνο για το ψωμί τους. Αλλά και οι ιδιοκτησίες που κρατούσαν οι κάτοικοι, το περισσότερο γέννημα ήταν πάλι για λογαριασμό των Τούρκων διότι ήταν δυσβάσταχτο το χαράτσι που επέβαλε ο Τούρκος στην παραγωγή. Επειδή ο Τούρκος άφησε και σέβονταν την πίστη της Ορθοδοξίας, οι κάτοικοι για να αποφύγουν το χαράτσι έκαναν δωρεές στην εκκλησία, όπου δια μέσου της εκκλησίας μοιράζονταν το γέννημα αποφεύγοντας έτσι το χαράτσι.

Με τον ξεσηκωμό των υπόδουλων λαών ενάντια στους Τούρκους, δημιουργήθηκαν ομάδες αντάρτικες και χτύπαγαν τον Τούρκο με οποιοδήποτε μέσο και τρόπο μπορούσαν. Σε μια τέτοια ομάδα, στο χωριό Νεοχωράκι (παλιό Νεόκαζι), έδρασε κάποιος τον οποίο οι Τούρκοι πιάνοντάς τον του έκοψαν τα αυτιά, κάψαν δυο φορές το σπίτι του και για να αποφύγει η οικογένειά του τα αντίποινα των Τούρκων, ήρθε και εγκαταστάθηκε στο Αμμοχώρι. Έτσι πήραν και το όνομα Νεοκάζης.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, διάφοροι βαλκανικοί λαοί προσπάθησαν να επιβουλευτούν την περιοχή. Βούλγαροι, Σέρβοι, Αλβανοί και έτσι εκτός του κυρίως εχθρού (Τούρκου) δημιουργήθηκαν εστίες έντασης μεταξύ των βαλκανικών λαών. Με την επικράτηση των Ελλήνων έγινε η συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών Τούρκων και Ελλήνων μικρασιατών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν το 1922 στο χωριό. Αυτοί οι πρόσφυγες ήταν αρκετοί, και μοιράστηκαν σε αυτούς τα τούρκικα τσιφλίκια ως κλήρος. Η συμβίωση με τους γηγενείς κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους , δεν ήταν ομαλή. Με την πάροδο του χρόνου όμως έχοντας να αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες κακουχίες, τους νέους πολέμους οι οποίοι ξέσπασαν κατά τη διάρκεια του 1940 και συγκεκριμένα με τους Γερμανούς, Βούλγαρους και Ιταλούς κατακτητές, έγιναν μια ψυχή προκειμένου να διαφυλάξουν τα εδάφη τους και τις οικογένειές τους. Έτσι επήλθε η συμφιλίωση των κατοίκων, η σύσφιξη των σχέσεων με τη δημιουργία κουμπαριών και συμπεθεριών, σχέσεις οι οποίες διατηρούνται και γίνονται άριστες με τον καιρό.



Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, το χωριό κατελήφθη από τους Βουλγάρους, οι οποίοι κατ’ αρχάς με ήπιο τρόπο λόγω του γλωσσικού ιδιώματος προσπάθησαν να εκβουλγαρίσουν τους κατοίκους και να γίνουν βουλγάρικα σχολεία. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την αγανάκτηση των κατοίκων και τον σχηματισμό των αντάρτικων ομάδων οι οποίες έδρασαν στα βουνά πολεμώντας τον κατακτητή και φέρνοντάς του σοβαρά πλήγματα.

Κατά τη διάρκεια της κατοχής έδρασε στην περιοχή του Αμμοχωρίου ο Καπετάν Αυγερινός (Πόντιος στην καταγωγή που ήρθε με τον ξεριζωμό και εγκαταστάθηκε στο Αμμοχώρι), ο οποίος επέφερε μεγάλα πλήγματα με τις αντάρτικες ομάδες που είχε, στους Γερμανούς και Βουλγάρους. Οι κατακτητές όμως στα φαινόμενα αυτά έδειξαν όλη τους την αγριότητα και αντέδρασαν με σκοτωμούς, λεηλασίες και κάψιμο των σπιτιών. Η απελευθέρωση βρήκε το χωριό ερείπιο, παντού κάλυκες και ναρκοπέδια. Οι αγωνιστές βρήκαν οικογένειες ξεριζωμένες, το ζωικό κεφάλαιο έλειπε παντελώς. Μια ζωή έπρεπε να ξαναρχίσει μέσα από τα ερείπια. Η οικονομική βοήθεια του σχεδίου Μάρσαλ εξανεμίσθηκε στους τότε προύχοντες του χωριού και η καταρράκωση των κατοίκων συνεχιζόταν και σαν να μην έφτανε αυτό άρχισε ο εμφύλιος. Το χωριό μοιρασμένο στα δύο, άλλοι με τον τακτικό στρατό και άλλο με τον δημοκρατικό, επιδόθηκαν σε έναν εξοντωτικό πόλεμο, που χώρισε τους χωριανούς, δημιούργησε έχθρες και μίσος που υπάρχει ακόμα και σήμερα σε μερικές οικογένειες.

Πηγή: Γυμνάσιο Αμμοχωρίου



Κάτοικοι του χωριού συμμετέχουν στην επανάσταση του Ίλιντεν

Στα τέλη Απριλίου 1905, κοντά στο χωριό υπήρξαν δύο νεκροί και τρεις τραυματίες κομιτατζήδες, σε συμπλοκή τσέτας με την ομάδα του καπετάν Ανδρέα. Οι Έλληνες είχαν ένα νεκρό και ένα τραυματία [ΣΚΡΙΠ, 27/4/1905].
Το χωριό Πεσόσνιστα ήταν στα τέλη του 15ου αιώνα τιμάριο των Хисир και Илиас Умур με 114 οικογένειες.

Την 1η Ιουλίου 1906 «άγνωστοι» πυροβόλησαν τον εξαρχικό παπά του χωριού και «έθραυσαν την δεξιάν αυτού χείρα». Στις 14 του ίδιου μήνα οι κομιτατζήδες σκότωσαν τον πατέρα του πατριαρχικού δάσκαλου Κώστα Μήτσε [Προξενείο Μοναστηρίου, 5/8/1906, έγγραφο 511].

Στις 18 Φεβρουαρίου 1907, διαβάζουμε στο ημερολόγιο του Τσόντου Βάρδα, πως ο οθωμανικός στρατός επιτέθηκε στους κομιτατζήδες του χωριού και σκότωσε τρεις-τέσσερις άντρες και δυο γυναίκες [Βάρδας Β, 496]. Στις 16 Μαρτίου ο έλληνας αρχηγός γράφει απειλητική επιστολή στον εξαρχικό παπά-Τράικο στην Πεσόσνιτσα «ίνα επανέλθη εις την ορθοδοξίαν» [Βάρδας Β, 551].

Πεσόσνιτσα Φλωρίνης: «έχει κατοίκους 784 χριστιανούς και 270 οθωμανούς, εκκλησίαν, τέμενος και χάνιον» [Σχινάς 1886].

Pesusnitza, λειτουργία πατριαρχικού σχολείου και εκκλησίας [Χάρτης Κοντογιάννη].

Πεσσόσνιτσα, εξαρχικό χωριό προ του οθωμανικού Συντάγματος του 1908 και μικτό χωριό (εξαρχικών και πατριαρχικών) μετά. Προσήλθαν στο πατριαρχείο 14 οικογένειες [Προξενείο Μοναστηρίου 1908].

Πεσόσνιτσα: «Απεσκίρτησε τω 1906 κλεισθείσης της εκκλησίας υπό των Αρχών. Μετά το Σύνταγμα επεχείρησαν οι Βούλγαροι να την καταλάβουν, μεθ’ ο εσφραγίσθη υπό των Αρχών, αλλ’ ούτοι αφαιρέσαντες τας σφραγίδας την κατέλαβον και ήδη ευρίσκεται εις τας χείρας των» [Εκκλησιαστική Αλήθεια 1909].

Πεσόσνιτσα Φλωρίνης, 775 ορθόδοξοι Έλληνες τρομοκρατούμενοι από το 1905 [Χαλκιόπουλος 1910].

Πεσόσνιτσα Φλωρίνης, 741 άτομα (394 άρρενες και 347 θήλεις) [Απαρίθμηση 1913].

Πεσόσνιτσα Φλωρίνης, αποτέλεσε ομώνυμη κοινότητα μαζί με τον οικισμό Λεσκοβίτση [ΦΕΚ 259 / 21.12. 1918].

Πεσόσνιτσα Φλωρίνης, 796 άτομα (405 άρρενες και 391 θήλεις), 168 οικογένειες [Απογραφή 1920].

Μετονομασία του οικισμού από Πεσόνιτσα σε Αμμοχώρι [ΦΕΚ 179 / 30. 8. 1927].

Πεσόσνιτσα (Αμμοχώρι) γραφείου Φλωρίνης, έγινε μικτός οικισμός γηγενών και προσφύγων. Μέχρι το 1926 εγκαταστάθηκαν 49 προσφυγικές οικογένειες (159 άτομα) [ΕΑΠ].

Πεσόσνιτσα, μικτός οικισμός μουσουλμάνων και χριστιανών, έφυγαν οκτώ οικογένειες μουσουλμάνων (60 άτομα) και ήρθαν 48 οικογένειες προσφύγων: δύο από τη Μικρά Ασία, 29 από τον Πόντο και 17 από τον Καύκασο [Πελαγίδης].

Αμμοχώριον (Πεσόσνιτσα) Φλωρίνης, 1.092 άτομα (528 άρρενες και 564 θήλεις), εκ των οποίων 156 ήταν πρόσφυγες πού ήρθαν μετά το 1922 (79 άρρενες και 77 θήλεις). Ομοδημότες ήταν 1.044, ετεροδημότες 45 και αλλοδαποί 3. Απογράφηκαν αλλού 19 δημότες [Απογραφή 1928].

Αμμοχώριον Φλωρίνης, 1.508 άτομα (710 άρρενες και 798 θήλεις) [Απογραφή 1940].

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

Βεύη Φλώρινας


Η Βεύη (Μπάνιτσα) και το Αμύνταιο αποτελούσαν τις σπουδαιότερες κωμοπόλεις του Νομού Φλώρινας.
Σήμερα, παραμένει ένα από τα κεφαλοχώρια του Νομού Φλώρινας. Στην απογραφή του 2001, βρέθηκε με πληθυσμό 688 κατοίκων.
Γεωγραφία
Η Βεύη βρίσκεται ανατολικά της πόλης της Φλώρινας, απέχοντας από αυτή γύρω στα 20 χιλιόμετρα, σε μία νοτιοδυτική ορεινή διακλάδωση του βουνού Βόρα (Καϊμακτσαλάν), η οποία καταλήγει στα στενά του Κιρλί-Δερβέν, κοντά στο χωριό Κλειδί Φλώρινας, ενώ η νοτιοανατολική διακλάδωση καταλήγει στην πεδιάδα της Φλώρινας, της οποίας τα δυτικά κράσπεδα αποτελούν τις ανατολικές παρυφές της Βεύης.

Βρίσκεται δε επί της αρχαίας Εγνατίας οδού η οποία, όπως αναφέρει η ιστορία, αρχίζει από τη Ρώμη και φθάνει μέχρι το Βρινδήσιο (Μπρίντιζι) της Ιταλίας, παρά της αρχαίας παραθαλάσσιας πόλης Εγνατία, από την οποία έλαβε το όνομα, και στη συνέχεια από το Δυρράχιο, διασχίζοντας το Μοναστήρι, την Έδεσσα, Θεσσαλονίκη, Ανατολική Μακεδονία και Θράκη και καταλήγει στη Κωνσταντινούπολη.

Αρχαία ιστορία

Η σημερινή Βεύη κατά πάσα πιθανότητα κείτεται επί της αρχαίας πόλης. Αυτό αποδεικνύεται, όχι μόνο από το ότι διέρχεται από αυτήν η Εγνατία οδός, αλλά και από τα ευρισκόμενα αρχαία μνημεία της, τα οποία δεν ήρθαν όλα στο φως, γιατί η αρχαιολογική σκαπάνη δεν πραγματοποίησε τις απαιτούμενες ανασκαφές. Ένα από τα αρχαία ευρήματά της, το οποίο κοσμεί το Μουσείο της Φλώρινας, είναι μία επιτύμβιος ενεπίγραφη πλάκα, της Μακεδονικής εποχής, η οποία βρέθηκε στο λόφο της βορειοδυτικής παρυφής της κωμόπολης σε άριστη κατάσταση. Στον λόφο αυτό βρισκόταν την αρχαία εποχή το νεκροταφείο, το λεγόμενο και νεκρόπολη.

Η επιγραφή αυτής της επιταφίου πλάκας αναγράφει τα εξής:

ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΝ ΡΥΜΗ ΤΑΛΚΟΥ ΗΡΩΑ ΕΤΩΝ ΚΕ ΑΜΜΙΑ ΑΝΤΙΓΟΝΟΥ Η ΜΗΤΗΡ
Κατά την ερμηνεία των ειδικών, ο Αντίγονος ήταν συμπολεμιστής και στενός φίλος του Αντιπάτρου, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη. Ο Αντίγονος έγραψε στη μητέρα του Αμμία ότι ο φίλος του Αντίπατρος έπεσε στη μάχη αγωνιζόμενος υπέρ βωμών και εστιών. Η μητέρα του τιμής ένεκεν και μνήμης χάρη προς τον φίλο και συμπολεμιστή του γιου της Αντίπατρο, αφιέρωσε την παραπάνω επιγραφή επί της επιταφίου πλάκας. Ανάλογη ενεπίγραφη επιτύμβια πλάκα βρέθηκε προ μερικών μηνών, από κάτοικο της Βεύης.

Στο νοτιοδυτικό άκρο της κτηματικής περιφέρειας της Βεύης, η οποία συνορεύει με την κτηματική περιφέρεια Φλαμπούρου, υπάρχει ένα παλιό φρούριο, το οποίο οι κάτοικοι ονομάζουν Κάλετο, και δίπλα σ' αυτό νεκροταφείο. Στο φρούριο αυτό κατέφευγαν οι κάτοικοι σε περιπτώσεις κινδύνου. Ερείπια του φρουρίου και του νεκροταφείου σώζονται και σήμερα. Βρίσκονται στη δεξιά όχθη μικρού ποταμού, και απέχει μισή ώρα από την τοποθεσία «Μεγάλη Πέτρα», στα σύνορα της περιφέρειας Βεύης και Φλαμπούρου.

Αριστερά του ποταμού και απέναντι της «Μεγάλης Πέτρας», υπάρχει θέση ονομαζόμενη «χωράφια Λαμπάνοβου» ή «χωράφια Λουμάνη». Το Λαμπάνοβο ήταν παλιό χωριό, το οποίο καταστράφηκε και του οποίου τα ίχνη φαίνονται και σήμερα.

Νεότερη ιστορία

Το κέντρο της ΒεύηςΗ Βεύη είναι γνωστή στην νεώτερη Ιστορία, από την μάχη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου του 1912. Τότε, η 5η Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού, μαχόμενη στα υψώματα της Βεύης και των Λόφων εναντίον κατά πολύ μεγαλύτερων τουρκικών δυνάμεων, πλέον των 35.000 ανδρών, υπό τον Τζαβήτ Πασά, οι οποίες κατήλθαν από το Μοναστήρι, αναγκάσθηκαν να υποχωρήσουν στο Αμύνταιο (Σόροβιτς). Τότε ο τουρκικός στρατός πυρπόλησε τα περισσότερα σπίτια της Βεύης.

Σπουδαίο γεγονός της εποχής αποτελεί και η οργάνωση του Ιερού Λόχου Βεύης το 1913. Κατά την έναρξη του μακεδονικού αγώνα. η Βεύη, όπως και όλη η κτηματική της περιφέρεια, ήταν τσιφλίκι του Ιζέτ Πασά της Φλώρινας και άλλων συγγενών του. Ο Ιζέτ Πασάς, ως ανώτερος, κατείχε το μεγαλύτερο κτήμα του χωριού και της περιφέρειάς του. Είχε στο τσιφλίκι του κεχαγιάδες, ένας εκ των οποίων ήταν ο πρόκριτος Ρούσες Κων/νου Κωτσόπουλος.

Η Βεύη είχε πολλές εκκλησίες, δείγμα της θεοσέβειας των κατοίκων της. Χαρακτηριστική εκκλησία ήταν της Αγίας Άννας, η οποία ήταν η μεγαλύτερη και κεντρική Εκκλησία με εικόνες και τοιχογραφίες μεγάλης αξίας. Βρίσκονταν στην θέση που βρίσκεται σήμερα το παλιό Δημοτικό Σχολείο, το οποίο έχει κριθεί διατηρητέο από την πολιτεία. Μικρότερες είναι του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Νικολάου, του οποίου η εσωτερική επιφάνεια κοσμείται από βυζαντινές αγιογραφίες, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Γεωργίου, η οποία σήμερα είναι η κεντρική εκκλησία, και ο Άγιος Γεώργιος, ο πολιούχος της Βεύης, και της Αγίας Μεταλήψεως.

Μετά από πάροδο αρκετών ετών από την ίδρυση των παραπάνω Ναών και συγκεκριμένα το 1900, η ευσέβεια των κατοίκων τους παρότρυνε να ανεγείρουν και άλλον ναό στη μνήμη του Αγίου Δημητρίου, μεγαλύτερο όλων και σε κεντρικότερο χώρο, στην πλατεία, όπου σήμερα βρίσκεται το Ηρώο των πεσόντων και το Κοινοτικό Κατάστημα. Τον χώρο αυτόν για την ανέγερση του Ναού τον παραχώρησε ο Ιζέτ Πασάς, κατόπιν εισήγησης και παράκλησης του κεχαγιά του Ρούσε Κωτσόπουλου. Ιερείς της Βεύης την εποχή εκείνη ήσαν ο Παπακωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, ο Παπαδημήτριος Πέτρος, ο Παπαφίλιππος Γώγος και ο Παπαϊωάννης Δάϊκος.
Το διδακτήριο του σχολείου ήταν στην αριστερή πλευρά του προαυλίου της Αγίας Άννας. Δάσκαλοι, οι οποίοι δίδαξαν την εποχή εκείνη σ΄ αυτό το σχολείο, ήσαν ο Κων/νος Τζώγας, ο Στέφανος Κωτσόπουλος, ο οποίος το 1920 χειροτονήθηκε ιερέας, ο Κων/νος Σταμπουλής από την Σκοπιά Φλώρινας, ο οποίος αργότερα χειροτονήθηκε ιερέας της ιδιαίτερης πατρίδας του Σκοπιάς. Επίσης χρημάτισε δάσκαλος και ο εκ Μοναστηρίου Δημήτριος Μάρκου, ο οποίος αργότερα, μετά από ανώτερες σπουδές, έγινε καθηγητής Μαθηματικών.
Κοινωνία
Η Βεύη, με την κεντρική της θέση, παραμένει έως και σήμερα σημαντικός κεντρικός συγκοινωνιακός κόμβος. Την κεντρική πλατεία κοσμεί το Κοινοτικό κατάστημα 1.500 τ.μ., παρέχοντας πλήθος αιθουσών και γραφείων, όπου στεγάζονται, εκτός των Διοικητικών υπηρεσιών της Κοινότητας, το Αγροτικό Ιατρείο, ο Αθλητικός και οι Πολιτιστικοί Σύλλογοι. Υπάρχουν πολλές κενές αίθουσες και γραφεία στα οποία μπορούν να στεγασθούν άλλες υπηρεσίες αλλά και φορείς. Από το 1977 λειτουργεί Γυμνάσιο, στο οποίο φοιτούν οι μαθητές των όμορων κοινοτήτων (Κέλλης, Λόφων, Σιταριάς). Είναι επίσης, έδρα Πταισματοδικείου, έδρα πολυμελούς Αστυνομικού Τμήματος (πρώην Υποδιοίκηση Χωροφυλακής), Ταχυδρομικού Γραφείου, Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, και οικήματος του ΟΤΕ. Σε όλες αυτές τις υπηρεσίες εξυπηρετούνται και οι κάτοικοι όλων των όμορων Κοινοτήτων. Εντός του οικισμού βρίσκεται το γνωστό στρατόπεδο «Μουρίκη».

Στη Κοινότητα δραστηριοποιούνται διάφοροι σύλλογοι, όπως ο Μ.Α.Σ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ» (αθλητικός σύλλογος), ο λαογραφικός Πολιτιστικός Περιβαλλοντικός Σύλλογος Απανταχού Βευιωτών "Η ΜΠΑΝΙΤΣΑ", ο Μορφωτικός Λαογραφικός Πολιτιστικός Σύλλογος Βεύης και ο νεοϊδρυθείς Σύλλογος Πληττομένων. Ανάλογες δραστηριότητες, μέσω δικών τους συλλόγων, επιδεικνύουν οι ομογενείς ξενιτεμένοι Βευιώτες στον Καναδά και την Αυστραλία.

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Άγιος Παντελεήμονας Φλώρινας

Ο Άγιος Παντελεήμονας είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Μακεδονίας και βρίσκεται στα όρια του νομού Φλώρινας και Πέλλας 6 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του Αμυνταίου. Η παλαιότερη ονομασία του χωριού ήταν Πάτελε ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για την πρώτη κατοίκηση του. Ο οικισμός του Αγίου Παντελεήμονα κτισμένος σε προνομιακή θέση , ανάμεσα στις λίμνες Βεγορίτιδα και Πετρών, συνέδεσε σε όλη του την ιστορική πορεία την παραγωγική του δραστηριότητα με το λιμναίο οικοσύστημα. Η βασική αυτή επιλογή για αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ιδιαίτερου αυτού μικροπεριβάλλοντος πιστοποιείται ήδη από τα αρχαιολογικά ευρήματα της ανασκαφής στη Μεταμόρφωση του Σωτήρα, μερικά χιλιόμετρα Βορειοδυτικά του σημερινού χωριού, στη Βόρεια όχθη της λίμνης των Πετρών. Σύμφωνα με τις παλαιότερες έρευνες και τα πρώτα συμπεράσματα των αρχαιολόγων που ερευνούν την περιοχή τα τρία τελευταία χρόνια, πρόκειται για έναν οικισμό που χρονολογείται στη Νεολιθική Εποχή.

Βασική παραγωγική δραστηριότητα για τους κατοίκους του Αγίου Παντελεήμονα εκτός από εκείνες που σχετίζονται με τη λίμνη, αποτελεί η αμπελοκαλλιέργεια. Τα αμπέλια του χωριού τροφοδοτούν τα οινοποιεία της περιοχής, που παράγουν το περίφημο κρασί Ο.Π.Α.Π. Αμυνταίου.
Η λίμνη και η εύφορη γη έκαναν την περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα τόπο ελκυστικό για μόνιμες εγκαταστάσεις, από τη Νεολιθική Εποχή. Τυχαία επιφανειακά ευρήματα που φθάνουν στα χέρια της αρχαιολογικής υπηρεσίας υποδεικνύουν την ύπαρξη και άλλων αρχαιολογικών θέσεων, όπως ο επίπεδος οικισμός στο Ρώσιτσι, από όπου έχουν περισυλλεγεί χονδροειδή όστρακα αποθηκευτικών αγγείων της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού ή στη Μέτσκινα Ντούπκα , ένα βραχώδη απότομο λόφο 0,5 χλμ βορειοανατολικά του χωριού , όπου είναι ορατό ένα μικρό τμήμα περιβόλου της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.
Kοντά στη λίμνη των Πετρών σώζονται λείψανα οχυρού, το οποίο εντασσόταν στο πλαίσιο των αμυντικών έργων των αρχαίων Μακεδόνων Βασιλέων. Το Κάλε αποτελείται από τείχος με διατείχισμα που περιβάλλει θεμέλια κτισμάτων. Το κάστρο προφανώς επισκευάστηκε επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού και συνέχισε να παίζει σημαντικό ρόλο και στα Βυζαντινά χρόνια. Την περίοδο αυτή κτίστηκε και η τρίκλιτη βασιλική με κτιστές πεσσοτοιχείες, της οποίας τα ερείπια είναι και σήμερα ορατά. Σύμφωνα με γραπτές πηγές στο οχυρό αυτό δολοφονήθηκε ο γιος του τσάρου Σαμουήλ και διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου Ράντομιρ από τον εξάδελφό του Βλαντισλάβ, κατά τη διάρκεια κυνηγιού στην περιοχή της λίμνης των Πετρών.

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Οι Μωμόγεροι Μωμόεροι . Εύξεινος Λέσχη Φλώρινας

Οι Μωμόγεροι (ή Μωμόεροι) είναι ένα Ποντιακό έθιμο που γινόταν στον Πόντο τα αρχαία χρόνια μέχρι και τις ημέρες μας. Το έθιμο είναι σατιρικό και συνηθίζετε κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων (15 Δεκεμβρίου) μέχρι τα μέσα Ιανουαρίου, άλλα μερικές φορές μέχρι τον μήνα του Φεβρουαρίου. Λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης των Ποντίων, το έθιμο ήταν μια μορφή αναγνώρισης της Ελληνικής προέλευσής τους, και επίσης ένας τρόπος να ξεχαστεί από την Τουρκική δουλεία, και τις βίαιες εξισλαμίσεις.


Το 400 μ.Χ ο επίσκοπος της Αμάσειας Αστέριος, αναφέρεται σε έναν δυνατό εορτασμό των ανθρώπων που περιέλαβε μεταμφιέσεις κάθε χρόνο στις 1η Ιανουαρίου. Στην αρχαία Ελλάδα το 600 π.Χ., υπήρχε ένας πνευματικός εορτασμός του Θεού Διόνυσου. Ο εορτασμός αυτός είχε πνευματικά στοιχεία. Η προέλευση των Μωμογέρων είναι επομένως πάρα πολύ σχετισμένη στην αρχαία Ελλάδα.

Το έθιμο Μωμόγεροι είναι ζωντανό ακόμα και σήμερα ιδιαίτερα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας όπου οι πολύ Πόντιοι κατοικούν. Στην εβδομάδα πριν από το νέο έτος, τα άτομα θα ντυθούν με διάφορα κοστούμια, όπου κάθε κοστούμι συμβολίζει ένα μέρος του πολιτισμού και της λαογραφίας των Ποντίων. Η αρκούδα συμβολίζει τη δύναμη, η ηλικιωμένη γυναίκα ένα σύμβολο του παρελθόντος, η νύφη για το μέλλον, το άλογο για την ανάπτυξη, ο γιατρός για την υγεία, ο στρατιώτης για την υπεράσπιση, την αίγα (κατσίκα) για τα τρόφιμα και ο Άγιος Βασίλης συμβολίζει το νέο έτος που θα φτάσει σε μερικές μέρες. Σήμερα το έθιμο είναι περισσότερο ψυχαγωγικό, ενώ στο παρελθόν ήταν μαγικό

Μπαμπάρια Παπαγιάννης Φλώρινας Babaria Papagiannis

Κάθε πρωτοχρονιά τελείται ένα έθιμο τόσο παλιό, όσο και οι διονυσιακές λατρείες, που ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του τρόπου ζωής των κατοίκων. Μερικοί λένε ότι τα Μπαμπάρια, όπως λέγονται, έχουν ρωμαϊκή προέλευση...

Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι τα Μπαμπάρια υμνούν το ξύπνημα της γης και την καρποφορία. Πρώτη του έτους και του Γενάρη...
Κεντρικός ήρωας του δρώμενου είναι η νύφη-γυναίκα, σύμβολο της γονιμότητας..., και σκοπός η απαγωγή της από τους "κακούς" ... Οι συμμετέχοντες άνδρες μεταμφιεσμένοι.
Οι στολές και οι προσωπίδες είναι από προβιές αρνιού. Για να είναι πιο τρομακτικοί προσθέτουν φασόλια γίγαντες για δόντια... και κόκκινες στεγνές πιπεριές. Η ομάδα αποτελείται από 10-15 νέους του χωριού, που φορούν τη λινή πουκαμίσα, αμάνικο γιλέκο και μαύρες υφαντές περικνημίδες, την προβιά, ζώνονται στη μέση τους μεγάλα κουδούνια - από αγελάδες-και κρατούν χοντρά ξύλα - πατερίτσες. Κάθε μέλος επιφορτίζεται και από ένα καθήκον...εμπροσθοφυλακή, οπισθοφυλακή ...πλαϊνή φύλαξη της νύφης...γιατί καραδοκούν οι "κακοί" και φυσικά ο καμπούρης.

Πρέπει να την παραδώσουν σώα και ανέγγιχτη στον γαμπρό...ο οποίος διαφέρει από τα παλικάρια ...στην πατερίτσα...που είναι εξάρτημα από αλέτρι που μοιάζει με σπαθί... έχει και φούντα... και μικρά κουδουνάκια... Στο δρώμενο παρουσιάζονται ασφαλώς ο παππούς, η γριά (μπάμπω), ο παπάς με το θυμιατό, ο γιατρός με τα γιατρικά του και ο κουρελής-πειραχτήρι της νύφης (ο καμπούρης).

Η νύφη, περί ης ο λόγος, είναι ένας άνδρας με τοπική νυφιάτικη ενδυμασία - κάθε χρονιά φορά ρούχα μιας άτεκνης γυναίκας του χωριού...για να κυοφορήσει- και κουδουνάκια αλόγου... Η ομάδα μπαινοβγαίνει στις αυλές των σπιτιών και οι νοικοκυραίοι οφείλουν να δώσουν στην παρέα το 1/10 της σοδειάς τους σε τσίπουρο, χοιρινό κρέας, λουκάνικα, κρεμμύ­δι, ψωμί και κρασί... Υπό τους ήχους της γκάιντας, του νταουλιού και της φλογέρας...το αποκορύφωμα ...είναι το ξυλοφόρτωμα των "μνηστήρων" της νύφης και του καμπούρη, στο βαθμό που για πολλές μέρες οι νέοι είναι μαυρισμένοι από το ξύλο...και ανίκανοι - τάχα μου- να δουλέψουν...

Babaria Papagiannis Florinas
Dating back to centuries ago, the Babaria custom takes place in the Florina region on New Years Day, in honor of the regeneration of the earth and the fertility of soil. The central character of the traditional event is a bride who also symbolizes the notion of fruitfulness. Moreover, there are some vile entities whose objective is to kidnap the woman.

The participating men disguise themselves; their costumes and masks are made of lamb skin. The group consists of 10 to 15 young men of the village who carry bells around their waist.



These young men take charge of giving away the bride to the groom safe and sound and preventing her from the spiteful human beings who lie in ambush. The characters incarnated by the disguised persons are the grandfather, the old woman, the priest with his censer, the doctor with his medicines and the ragged man also called the hunchback who teases the bride.

The bride is a man wearing a local wedding dress and small horse bells. The group of young men go from one house of the village to the other. The head of each family has to give them the one tenth of the harvest in kind (wine, rakija, sausages, bread etc.).

Moreover, the town echoes to the sounds of the bagpipes, the pipe and the snare drums. The event culminates in the thrashing of the would-be fiancés and the hunchback.